Σε ηλικία μόλις 15 ετών, η Μαριάνα Ναούμοβα εξέπληξε τον κόσμο του μπόντι μπίλντινγκ, όταν κατάφερε να σηκώσει 150 κιλά στον πάγκο, στο Arnold Classic του 2015 στο Κολόμπους του Οχάιο.

Ακόμα και ο ίδιος ο «Εξολοθρευτής», Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, εντυπωσιάστηκε από το νεαρό θαύμα της Ρωσίας. Εκείνος την αγκάλιασε κι εκείνη του ευχήθηκε να γίνει κάποτε πρόεδρος των ΗΠΑ και να καταφέρει να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Αμερικής με τη Ρωσία.

Οι σχέσεις με τη Ρωσία, ωστόσο, βρίσκονται σήμερα σε ένα από τα χειρότερα σημεία τους. Και, λίγο περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, η Ναούμοβα, σήμερα 27 ετών, έχει μετατραπεί σε μια από τις προπαγανδίστριες του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν.

Αυτή η ετερόκλητη ομάδα -στην οποία περιλαμβάνονται ένας απόστρατος κατάσκοπος και ένας πρώην σύμβουλος του προέδρου Νίξον- φαίνεται πως κάνει χρυσές δουλειές, σύμφωνα με έρευνα ρωσικού ερευνητικού ιστότοπου.

Αφού αποκλείστηκε από την άρση βαρών λόγω ντόπινγκ το 2016, η Ναούμοβα επαναπροσδιόρισε την καριέρα της, ως πολεμική ανταποκρίτρια των κρατικών μέσων ενημέρωσης. Ταξιδεύει συχνά στο Ντονμπάς της Ουκρανίας, όπου εκθειάζει τους «εξαιρετικούς Ρώσους πολεμιστές» που μάχονται εκεί.

Η στάση αυτή προκάλεσε ρήξη με τον Σβαρτσενέγκερ, ο οποίος το 2022 απηύθυνε έκκληση προς τους Ρώσους, λέγοντάς τους ότι «θυσιάζονται για έναν παράλογο πόλεμο».

Η Ναούμοβα απάντησε στον πρώην ήρωά της ότι η εισβολή του Πούτιν αποτελεί δίκαιο αγώνα, «εναντίον του νεοναζιστικού Skynet» στο Κίεβο. Για τις υπηρεσίες της αμείβεται με 8.814.000 ρούβλια (περίπου 76.000 λίρες) τον χρόνο.

Οι κορυφαίοι τηλεοπτικοί παρουσιαστές, στρατιωτικοί μπλόγκερ και φιλοκρεμλινικοί πολεμικοί ανταποκριτές αμείβονται με ποσά που φτάνουν έως και τις 800.000 λίρες τον χρόνο, σύμφωνα με την ανεξάρτητη δημοσιογραφική πλατφόρμα Verstka. Το ποσό προκύπτει από την εξέταση εγγράφων που διέρρευσαν από το ρωσικό κρατικό Ταμείο Κοινωνικής Ασφάλισης, το οποίο χρηματοδοτείται από υποχρεωτικές εισφορές των φορολογουμένων για την καταβολή συντάξεων και κοινωνικών παροχών.

Ανάμεσα στους πιο υψηλά αμειβόμενους είναι ο Ντμίτρι Κισελιόφ, παρουσιαστής της εβδομαδιαίας εκπομπής «Vesti Nedeli» στο κανάλι Rossiya 1 — μια εκπομπή ενημερωτικού χαρακτήρα που σε ορισμένους θυμίζει περισσότερο παραλήρημα παρά ενημέρωση. Ο Κισελιόφ αμείβεται με 70.580.000 ρούβλια (606.000 λίρες). Το 2014, ο Κισελιόφ, έχοντας πίσω του την εικόνα ενός πυρηνικού «μανιταριού», υπενθύμισε στους τηλεθεατές: «Η Ρωσία είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που έχει πραγματικά τη δυνατότητα να μετατρέψει τις ΗΠΑ σε ραδιενεργή στάχτη».

Ακόμα ένας από τους υψηλά αμειβόμενους είναι ο Αρτιόμ Σεϊνίν, τον οποίο η Verstka χαρακτήρισε «έναν από τους πιο επιθετικούς προπαγανδιστές της ρωσικής τηλεόρασης». Ο Σεϊνίν παρουσιάζει την εκπομπή «Vremya Pokazhet» («Ο χρόνος θα δείξει»), ένα τηλεοπτικό σόου με σκηνοθετημένες εξάρσεις οργής κατά της Δύσης, όπου φωνάζει στους καλεσμένους και έχει φτάσει ακόμα και στο σημείο να αρπάξει κάποιους από τον λαιμό. Ο ετήσιος μισθός του ανέρχεται σε 63.778.000 ρούβλια (547.000 λίρες). Η Μαργκαρίτα Σιμονιάν, αρχισυντάκτρια του RT, πρώην Russia Today (Monday), η οποία αποκαλεί τον Πούτιν «το αφεντικό», εισπράττει 37.458.000 ρούβλια (321.000 λίρες) ετησίως.

Η 37χρονη Μαρία Μπουτίνα συνελήφθη στην Ουάσινγκτον το 2018 και καταδικάστηκε για συνωμοσία ως παράνομη ξένη πράκτορας της Ρωσίας, αφού επιχείρησε να διεισδύσει στη National Rifle Association. Σήμερα είναι βουλευτής, ενώ παράλληλα εργάζεται ως τηλεοπτική παρουσιάστρια και τηλεοπτική προσωπικότητα, με ετήσιες απολαβές 10.767.000 ρούβλια (92.410 λίρες).

Σύμφωνα με τη Verstka, οι προπαγανδιστές αντλούν τα εισοδήματά τους τόσο από μισθούς όσο και από κρατικές επιχορηγήσεις. Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται ο 78χρονος Ντμίτρι Σάιμς, Ρωσοαμερικανός παρουσιαστής της εκπομπής «Bolshaya Igra» («Το Μεγάλο Παιχνίδι»), ο οποίος έχει συντονίσει τηλεοπτικές εμφανίσεις του Πούτιν.

Ο Σάιμς, ο οποίος το 2024 κατηγορήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για ξέπλυμα χρήματος και παραβίαση κυρώσεων, κερδίζει 97.000.000 ρούβλια (833.000 λίρες) τον χρόνο - ποσό περίπου 97 φορές μεγαλύτερο από το μέσο ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα στη Ρωσία. Γεννημένος στη Σοβιετική Ένωση, μετακόμισε στις ΗΠΑ σε παιδική ηλικία και αργότερα έγινε σύμβουλος του Ρίτσαρντ Νίξον. Από το 1994 έως το 2022 ηγήθηκε του Centre for the National Interest, της δεξαμενής σκέψης που είχε ιδρύσει ο Νίξον, προτού επιστρέψει στη Μόσχα.

Σε συνέντευξή του το 2022, ο Σάιμς χαρακτήρισε τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι «αχρείο κανίς», ενώ παρομοίασε τον Πούτιν με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, λόγω της υποτιθέμενης επιθυμίας του να υπερασπιστεί την πατρίδα του. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει την απαγγελία κατηγοριών σε βάρος του από τις αμερικανικές αρχές ως «λογοκρισία» — μια πρακτική στα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Ρωσίας, τα οποία βάζουν στη μαύρη λίστα όσους ασκούν κριτική στο Κρεμλίνο.

Είναι γνωστό ότι ο Πούτιν θεωρεί τα πιστά μέσα ενημέρωσης απαραίτητο εργαλείο για την αντιμετώπιση αυτού που ο ίδιος εκλαμβάνει ως αμαρτωλή και μεροληπτική δυτική κάλυψη. Στα χρόνια της διακυβέρνησής του, πολλοί δημοσιογράφοι της αντιπολίτευσης έχουν δολοφονηθεί, φυλακιστεί ή αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη χώρα. Τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης χαρακτηρίζονται «ξένοι πράκτορες», ενώ τα στελέχη των ΜΜΕ που ακολουθούν τη γραμμή του Κρεμλίνου έχουν την ευκαιρία να συναντήσουν τον ίδιο τον Πούτιν και να τιμηθούν με κρατικές διακρίσεις.

Το Κρεμλίνο δίνει καθημερινά οδηγίες στα κρατικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με τη στάση που πρέπει να υιοθετήσουν απέναντι στα τρέχοντα γεγονότα. Παραμένει, ωστόσο, άγνωστο το τι είδους ενημέρωση επιλέγει να παρακολουθεί ο ίδιος ο Ρώσος ηγέτης. Ο Πούτιν δεν χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο και, σύμφωνα με πληροφορίες, οι συνεργάτες του φιλτράρουν προσεκτικά την ενημέρωση που φτάνει καθημερινά στο γραφείο του.


ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News