Μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα σχετικά με τον χρόνο που περνούν τα παιδιά μπροστά σε οθόνες διαπιστώνει ότι η αυξημένη χρήση οθονών μπορεί να επηρεάζει τις σχολικές επιδόσεις, την ανάπτυξη της γλώσσας και την ικανότητα συναισθηματικής ρύθμισης.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρι στον Καναδά διαπίστωσαν ότι η επίδραση της αυξημένης χρήσης οθονών στην ανάπτυξη των παιδιών ήταν «εξίσου σημαντική ή και μεγαλύτερη» από την επίδραση παραγόντων όπως η οικονομική κατάσταση, ο τρόπος ανατροφής από τους γονείς και η πρόωρη γέννηση.

Η σφαιρική αυτή ανασκόπηση, η οποία συνθέτει τα ευρήματα προηγούμενων μεγάλων μελετών πάνω στο θέμα, δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Paediatrics.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα παιδιά που αφιερώνουν περισσότερο χρόνο σε οθόνες για δραστηριότητες όπως τα βιντεοπαιχνίδια, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η παρακολούθηση περιεχομένου μέσω streaming εμφάνιζαν χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις και περισσότερες δυσκολίες στην ανάπτυξη της γλώσσας.

Παράλληλα, παρουσίαζαν περισσότερα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως άγχος και κατάθλιψη. Η ανασκόπηση, στην οποία συμμετείχαν 2,8 εκατομμύρια παιδιά από 64 χώρες, κατέδειξε ότι η αυξημένη έκθεση στις οθόνες συσχετιζόταν με «λιγότερο ευνοϊκά αποτελέσματα σε πολλούς (αν και όχι σε όλους) τους υπό εξέταση τομείς της αναπτυξιακής υγείας των παιδιών».

Η ομάδα διαπίστωσε επίσης ότι ο αυξημένος χρόνος χρήσης οθονών συνδεόταν με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις.

Όσον αφορά συγκεκριμένα μαθήματα, δεν διαπιστώθηκε σαφής σύνδεση ανάμεσα στον χρόνο χρήσης οθονών και τις επιδόσεις στα μαθηματικά, την ανάγνωση ή τις φυσικές επιστήμες. Ωστόσο, οι ερευνητές τόνισαν ότι οι συγκεκριμένοι τομείς είναι «μεταξύ εκείνων που έχουν μελετηθεί λιγότερο», γεγονός που σημαίνει ότι τα ευρήματα ενδέχεται να οφείλονται στην έλλειψη επαρκών στοιχείων.

Στην έκθεσή τους, οι ερευνητές ανέφεραν: «Η ανασκόπησή μας έδειξε ότι η αυξημένη έκθεση σε οθόνες συνδέεται με χαμηλότερες συνολικές σχολικές επιδόσεις και δυσκολότερη γλωσσική ανάπτυξη, καθώς και με αυξημένα επίπεδα εσωτερικευμένης και εξωτερικευμένης προβληματικής συμπεριφοράς, συναισθηματικών δυσκολιών και προβλημάτων στις σχέσεις με συνομηλίκους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το μέγεθος της επίδρασης είναι αντίστοιχο ή και μεγαλύτερο από εκείνο που έχει καταγραφεί για άλλους, καθιερωμένους παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία των παιδιών, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η γονική συμπεριφορά και η πρόωρη γέννηση».

Εξετάζοντας την ψυχική υγεία, η ομάδα διαπίστωσε ότι η αυξημένη χρήση οθονών συνδεόταν επίσης με συμπεριφορές όπως η επιθετικότητα και τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας).

Στα συμπεράσματά τους σημειώνουν: «Η παρούσα ομπρέλα ανασκόπηση παρέχει ποσοτικά στοιχεία που δείχνουν ότι η αυξημένη έκθεση σε ψηφιακά μέσα και μέσα κοινωνικής δικτύωσης συνδέεται με ορισμένες πτυχές της ανάπτυξης και της ψυχικής υγείας, μεταξύ άλλων με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις και μειωμένη ανάπτυξη της γλώσσας, καθώς και με περισσότερα προβλήματα κοινωνικοσυναισθηματικής και ψυχικής υγείας. Ωστόσο, η ίδια σχέση δεν εντοπίστηκε σε άλλους τομείς, όπως οι εκτελεστικές λειτουργίες, η φιλοκοινωνική συμπεριφορά και οι επιδόσεις στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες.

Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η χρήση οθονών μπορεί να αποτελεί έναν παράγοντα που είναι δυνατό να περιοριστεί ή να αλλάξει και ο οποίος συνδέεται με τη συνολική ευημερία των παιδιών σε διάφορες πτυχές της ζωής τους».

Ορισμένοι ερευνητές συνέστησαν προσοχή κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Η Έστερ φαν Σλάις, καθηγήτρια επιδημιολογίας της συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο του Λάφμπορο, η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα, προειδοποίησε ότι η μελέτη «δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα για συγκεκριμένες μορφές χρήσης οθονών, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή τα βιντεοπαιχνίδια, καθώς δεν υπήρχαν επαρκή δεδομένα για να εξεταστούν ξεχωριστά».

«Τα περισσότερα από τα δεδομένα στα οποία βασίζονται αυτά τα συμπεράσματα προέρχονται από συγχρονικές μελέτες, στις οποίες η χρήση οθονών και η έκβαση όσον αφορά την ανάπτυξη ή την ψυχική υγεία μετρώνται ταυτόχρονα», δήλωσε. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε ποιον βαθμό η αυξημένη χρήση οθονών οδηγεί σε χειρότερα αποτελέσματα.

Απαιτείται περαιτέρω έρευνα, ώστε να κατανοήσουμε τον ρόλο που διαδραματίζουν οι διαφορετικές μορφές χρήσης οθονών στην αναπτυξιακή πορεία και την ψυχική υγεία των νέων σε βάθος χρόνου».



ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News