Το 1961, στον αποχαιρετιστήριο λόγο της προεδρίας του, ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου. «Έχουμε χρέος να προστατεύσουμε το κράτος από την αδικαιολόγητη επιρροή που ασκεί το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, είτε ηθελημένα είτε αθέλητα», σημείωνε, σχολιάζοντας την κούρσα των εξοπλισμών της ψυχροπολεμικής περιόδου. «Η πιθανότητα καταστροφικής συγκέντρωσης αθέμιτης ισχύος είναι υπαρκτή και θα συνεχίσει να μας απειλεί».

Ωστόσο, η προειδοποίηση του πρώην Αμερικανού Προέδρου φαίνεται πως δεν εισακούστηκε από τη διοίκηση Τραμπ. Ο Έλον Μασκ, επικεφαλής της SpaceX, η οποία κατασκευάζει δορυφόρους για το Πεντάγωνο, και ο Πάλμερ Λάκι, ιδρυτής της εταιρείας στρατιωτικής τεχνολογίας Anduril, ανέλαβαν την περασμένη εβδομάδα από κοινού να ηγηθούν μιας προσπάθειας 120 ημερών για τον καθορισμό των οπλικών συστημάτων που θα χρειαστούν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στα μελλοντικά πεδία μάχης — «από τα έγκατα της Γης έως και πέρα από τη Σελήνη».

Και οι δύο δισεκατομμυριούχοι αντέδρασαν έντονα στις κατηγορίες περί σύγκρουσης συμφερόντων. Οι επικριτές τους έχουν εκφράσει ανησυχίες για το γεγονός ότι η κυβέρνηση επέτρεψε σε δύο εργολάβους της αμυντικής βιομηχανίας —με σαφή επιχειρηματικά συμφέροντα από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση κατανέμει τις αμυντικές δαπάνες— να συμμετάσχουν σε μια ομάδα εργασίας που έχει συσταθεί ακριβώς για να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται αυτές οι δαπάνες. Ο Λάκι απάντησε στο X: «Δεν εκπροσωπώ την Anduril, παρέχω συμβουλές υπό την προσωπική μου ιδιότητα». Όπως δήλωσε, μέχρι στιγμής έχει πραγματοποιηθεί μία μόνο συνάντηση με τη συμμετοχή «περισσότερων από 20 συμβούλων» και «κανένα από τα θέματα που έχουν προταθεί δεν αφορά τα προϊόντα που πουλάω».

Ο Μασκ υποστήριξε από την πλευρά του ότι τα χρήματα που θα λάβουν οι εταιρείες του από το υπουργείο Πολέμου είναι «σχεδόν αμελητέα σε σύγκριση με τον συνολικό τζίρο τους... μόλις περίπου 1% των συνολικών εσόδων όλων των εταιρειών μου».

Η κυβέρνηση Τραμπ αγκαλιάζει τις νεοφυείς επιχειρήσεις της αμυντικής τεχνολογίας που στηρίζονται από κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών και είναι διατεθειμένες να επενδύσουν στην ανάπτυξη στρατιωτικής τεχνολογίας με προοπτική πώλησης στο υπουργείο Πολέμου. Η Silicon Valley έχει ανταποκριθεί με επενδύσεις δισεκατομμυρίων στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας τα τελευταία χρόνια, καθώς κλιμακώνονται οι εντάσεις μεταξύ ισχυρών κρατών και οι επενδυτές αναζητούν ευκαιρίες για κέρδη από την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Σύμφωνα με την PitchBook, οι συμφωνίες χρηματοδότησης στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας στις ΗΠΑ έφτασαν πέρυσι σχεδόν τα 50 δισ. δολάρια.

Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές αμυντικές εταιρείες, αυτές οι νεοφυείς επιχειρήσεις κατέχουν και ελέγχουν την τεχνολογία που έχουν αναπτύξει. Ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ απέρριψε τις ανησυχίες για την αυξανόμενη επιρροή των επιχειρηματιών της τεχνολογίας σε κρίσιμα στάδια της «αλυσίδας θανάτου». Σε συνέντευξή του την περασμένη εβδομάδα δήλωσε: «Η Silicon Valley είναι ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά μας... Θα ήταν ανόητο να μην αξιοποιήσουμε αυτές τις εταιρείες, οι οποίες έχουν αντιληφθεί ότι υπάρχουν απειλές σε ολόκληρο τον κόσμο».

Ένας νέος όρος έχει κάνει την εμφάνισή του στο λεξιλόγιο των επενδυτών επιχειρηματικών συμμετοχών: «κυριαρχία ως υπηρεσία». Οι επενδυτές επιχειρούν να κατανοήσουν τα δεδομένα μιας νέας εποχής για την εθνική ασφάλεια, η οποία διαμορφώνεται αφενός από την προηγμένη ΤΝ και αφετέρου από την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των κυβερνήσεων απέναντι στην εξάρτηση από ξένα κράτη για οποιοδήποτε τμήμα της εφοδιαστικής αλυσίδας που αφορά την ασφάλειά τους.

Η αυξανόμενη καχυποψία μετατρέπεται σε μεγάλη επιχειρηματική ευκαιρία για εταιρείες που μπορούν να προσφέρουν λύσεις στις ανησυχίες των κυβερνήσεων, ιδίως σε τομείς όπου το κράτος δεν μπορεί να αναπτύξει γρήγορα μόνο του τις απαιτούμενες δυνατότητες.

Ο Λιόρ Πρόσορ, γενικός εταίρος της Deep33, δήλωσε: «Τις τελευταίες δεκαετίες, οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο δημιουργήθηκαν παρέχοντας λογισμικό σε επιχειρήσεις. Πιστεύω ότι η επόμενη γενιά θα κατασκευάσει ακόμη μεγαλύτερους κολοσσούς, προσφέροντας τεχνολογικές και στρατηγικές λύσεις σε κράτη».

Η Deep33 χρηματοδοτεί νεοφυείς εταιρείες που εντάσσονται σε αυτή τη φιλοσοφία, όπως η αμερικανική Ohr —η οποία ισχυρίζεται ότι αναπτύσσει μια νέα μέθοδο εγχώριας παραγωγής κρίσιμων χημικών ουσιών για κράτη και βιομηχανίες— και η ισραηλινή Aitan, εταιρεία λογισμικού που υποστηρίζει ότι η τεχνολογία της προσφέρει στα έθνη «την αυτονομία να αναπτύσσουν και να λειτουργούν τις ρομποτικές δυνάμεις που χρειάζονται».

Οι παγκόσμιες υπερδυνάμεις βρίσκονται σε μια κούρσα εξοπλισμών για την ανάπτυξη των πιο προηγμένων δυνατοτήτων πολέμου, από ρομπότ έως διαστημικά συστήματα. Η κούρσα αυτή έχει με τη σειρά της εντείνει τον ανταγωνισμό για την εξασφάλιση κρίσιμων πόρων — από πρώτες ύλες και ενέργεια έως υπολογιστική ισχύ. Ο Πρόσορ δήλωσε: «Όλα αυτά τα στοιχεία δημιουργούν από κοινού το μεγαλύτερο χάσμα δυνατοτήτων που έχει υπάρξει ποτέ, τουλάχιστον στη σύγχρονη ιστορία... Και είναι αδύνατο οι κυβερνήσεις να καλύψουν μόνες τους αυτές τις ανάγκες».

Ωστόσο, το τίμημα για τα τεράστια κεφάλαια που εισρέουν σε μη δοκιμασμένες τεχνολογίες είναι ότι πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις στον χώρο της άμυνας είναι καταδικασμένες να αποτύχουν.

Ο Πρόσορ σημειώνει ότι υπάρχει ένας έντονος «φόβος απώλειας ευκαιριών» (FOMO) στην αγορά. Φέρνει ως παράδειγμα ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες όπως η Anduril, η αποτίμηση της οποίας άγγιξε φέτος τα 61 δισ. δολάρια, και η Shield AI, που κατασκευάζει drone και λογισμικό και φέρεται να βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για νέα χρηματοδότηση με αποτίμηση 20 δισ. δολαρίων. «Πολλοί πιστεύουν ότι κάθε αμυντική εταιρεία μπορεί να φτάσει σε αξία τα 100 δισ. δολάρια — πράγμα που είναι προφανώς ανυπόστατο. Στην πορεία θα χαθούν τεράστια κεφάλαια».

Η Silicon Valley και η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκονται σε μια δύσκολη συμμαχία, καθώς η ΤΝ αλλάζει τη φύση του πολέμου. Το Πεντάγωνο σταμάτησε να χρησιμοποιεί τα εργαλεία ΤΝ της Anthropic, αφού η εταιρεία επιχείρησε να επιβάλει περιορισμούς στη χρήση των προϊόντων της, αρνούμενη να υποχωρήσει στις ανησυχίες ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μαζική παρακολούθηση ή για αυτόνομα οπλισμένα drones.

Καθώς οι τεχνολογικοί κολοσσοί, οι οποίοι αποφεύγουν τον δημόσιο έλεγχο, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στην εφοδιαστική αλυσίδα της εθνικής ασφάλειας, θεωρείται βέβαιο ότι θα προκύψουν νέες τριβές με το υπουργείο Πολέμου σχετικά με τον τρόπο χρήσης των τεχνολογιών τους. Τι θα συνέβαινε αν, για παράδειγμα, η SpaceX δήλωνε ότι δεν επιθυμεί να συμμετάσχει στην εξερεύνηση της σεληνιακής επιφάνειας; Ή αν εμπόδιζε την επικοινωνία των Ουκρανών στο πεδίο της μάχης μέσω του Starlink, της δορυφορικής υπηρεσίας της SpaceX;

«Είναι ένα εύλογο ερώτημα», σχολιάζει ο Πρόσορ. «Το ζήτημα είναι πόσο ταυτίζονται τα συμφέροντα του κράτους με αυτά των προμηθευτών του, και τι γίνεται όταν αυτή η ισορροπία αλλάζει με κάθε νέα κυβέρνηση. Σίγουρα δεν υπάρχει ένας απλός, απαράβατος κανόνας που να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις».

Και καταλήγει: «Πάντως, το ενδεχόμενο να χάσουν οι ΗΠΑ την υπεροχή στο διάστημα ή την υπεροχή στα υπερηχητικά αμυντικά και επιθετικά συστήματα... αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο».

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News