Η παχυσαρκία αποτελεί µία από τις σοβαρότερες απειλές για τη δηµόσια υγεία παγκοσµίως, καθώς σχετίζεται µε τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, την υπέρταση, τη λιπώδη διήθηση ήπατος, τα καρδιαγγειακά νοσήµατα και την αυξηµένη θνησιµότητα. Τα τελευταία χρόνια η πρόοδος ως προς τα φάρµακα για την παχυσαρκία υπήρξε εντυπωσιακή, µετατρέποντας την αντιµετώπισή της από µια διαδικασία ελέγχου της συµπεριφοράς σε στοχευµένη ιατρική θεραπεία.

Διαβάστε: Υπουργείο Υγείας: Περίπου 2.000 δικαιούχοι έχουν ενταχθεί και λαμβάνουν τα ΦΥΚ για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας των ενηλίκων

Σύµφωνα µε όσα εξηγεί στα «Παραπολιτικά» η επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών, Νοσοκοµείο «Αλεξάνδρα», Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, «βρισκόµαστε µπροστά σε µια ιστορική καµπή για την αντιµετώπιση της παχυσαρκίας. Οι σηµερινές θεραπείες προσφέρουν απώλεια βάρους 10%- 20% µε αποδεκτό προφίλ ασφάλειας, ενώ οι θεραπείες που αναµένονται υπόσχονται ακόµα µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα και ευκολία χορήγησης. Η πρόκληση πλέον είναι η ισότιµη πρόσβαση, η σωστή επιλογή ασθενών και η υπεύθυνη ιατρική χρήση, µακριά από υπεραπλουστεύσεις και “µόδες”. Η παχυσαρκία είναι χρόνια, πολύπλοκη νόσος. Με τα νέα φάρµακα έχουµε πλέον στη διάθεσή µας ισχυρά εργαλεία, όχι όµως “µαγικές” λύσεις. Για πρώτη φορά διαθέτουµε φάρµακα που αντιµετωπίζουν την παχυσαρκία ως βιολογική νόσο και όχι ως έλλειψη “πειθαρχίας”».

Η Σταυρούλα Πάσχου µάς εξηγεί επίσης: «Η επιλογή θεραπείας πρέπει να εξατοµικεύεται. Παράγοντες όπως συννοσηρότητες (διαβήτης, υπέρταση, υπνική άπνοια), ψυχική υγεία, χρήση άλλων φαρµάκων και αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να λαµβάνονται υπόψη. Επιπλέον, τα φάρµακα αυτά πρέπει να θεωρούνται µακροχρόνιες θεραπείες: όπως και σε άλλες χρόνιες νόσους, η διακοπή τους συχνά οδηγεί σε επανάκτηση βάρους. Παρά την εντυπωσιακή αποτελεσµατικότητα, καµία φαρµακευτική αγωγή δεν υποκαθιστά την υγιεινή διατροφή, τη σωµατική δραστηριότητα και την υποστήριξη για αλλαγή της συµπεριφοράς. Η ολοκληρωµένη φροντίδα απαιτεί συνεργασία ενδοκρινολόγου, διατροφολόγου και ψυχολόγου».


Τι κυκλοφορεί ήδη

Μέχρι πρόσφατα, τα διαθέσιµα φάρµακα ήταν περιορισµένα. Η ορλιστάτη δρα τοπικά στο έντερο, αναστέλλοντας την απορρόφηση λίπους. Οδηγεί σε απώλεια βάρους περίπου 3%-5% σε ένα έτος, αλλά συχνά συνοδεύεται από γαστρεντερικές ενοχλήσεις, γεγονός που περιορίζει τη συµµόρφωση.

Ο συνδυασµός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης δρα στο Κεντρικό Νευρικό Σύστηµα µειώνοντας την όρεξη και την εµµονή µε το φαγητό. Η µέση απώλεια βάρους κυµαίνεται περίπου στο 5%-8%, ωστόσο µπορεί να προκαλέσει ναυτία, υπέρταση ή αϋπνία και δεν ενδείκνυται για ασθενείς µε συγκεκριµένα ψυχιατρικά ή καρδιαγγειακά προβλήµατα.

Η Σταυρούλα Πάσχου υπογραµµίζει, µε ιδιαίτερη έµφαση, ότι «η πραγµατική “επανάσταση” ήρθε µε τους αγωνιστές του υποδοχέα του GLP-1, αρχικά ανεπτυγµένα για τον διαβήτη. Η σεµαγλουτίδη σε δόσεις θεραπείας παχυσαρκίας (2,4 mg εβδοµαδιαίως, υποδόρια) µιµείται τη δράση της ενδογενούς ινκρετίνης GLP-1, µειώνει την όρεξη, επιβραδύνει την κένωση του στοµάχου και επηρεάζει κέντρα κορεσµού στον εγκέφαλο. Οι µεγάλες κλινικές µελέτες έδειξαν εντυπωσιακή µέση απώλεια βάρους περίπου 12%-15% σε διάστηµα 68 εβδοµάδων, ενώ ένα σηµαντικό ποσοστό ασθενών πέτυχε απώλεια άνω του 20%. Οι συχνότερες ανεπιθύµητες ενέργειες είναι γαστρεντερικές -ναυτία, έµετος, διάρροια- και συνήθως υποχωρούν µε σταδιακή διευθέτηση της δόσης». Η ίδια συµπληρώνει: «Ακόµα πιο αποτελεσµατικός εµφανίζεται ο διπλός αγωνιστής GIP/GLP-1 τιρζεπατίδη, ο οποίος διεγείρει δύο υποδοχείς, επιτυγχάνοντας ισχυρότερο µεταβολικό αποτέλεσµα.

Στις µελέτες για την παχυσαρκία, η µέση απώλεια βάρους έφτασε το 20%-22%, προσεγγίζοντας τα αποτελέσµατα της βαριατρικής χειρουργικής. Οι ανεπιθύµητες ενέργειες είναι παρόµοιες µε των GLP-1 αγωνιστών. Τα φάρµακα αυτά χορηγούνται πάντοτε στο πλαίσιο ιατρικής παρακολούθησης και σε συνδυασµό µε υγιεινή διατροφή, άσκηση και ψυχολογική υποστήριξη». Στην Ελλάδα εφαρµόζεται ήδη το δωρεάν πρόγραµµα προσυµπτωµατικού ελέγχου «Προλαµβάνω» για µεγάλη σειρά χρόνιων νοσηµάτων του γενικού πληθυσµού, πρόγραµµα το οποίο «τρέχει» η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, και αναγνωρίζει την παχυσαρκία ως χρόνια νόσο, ενώ εστιάζει στον προσυµπτωµατικό έλεγχο, την εκπαίδευση του πληθυσµού και την έγκαιρη παρέµβαση. «Η ενσωµάτωση της φαρµακευτικής αγωγής σε οργανωµένα, πολυεπιστηµονικά σχήµατα φροντίδας αποτελεί κρίσιµο βήµα προς µία πιο ορθολογική και αποτελεσµατική διαχείριση», επισηµαίνει η Σταυρούλα Πάσχου.


Σε πρωτόγνωρη άνθηση η ερευνητική δραστηριότητα στον τοµέα της παχυσαρκίας - Τι αναμένεται

Η ερευνητική δραστηριότητα στον τοµέα της παχυσαρκίας βρίσκεται σε πρωτόγνωρη άνθηση. Η Σταυρούλα Πάσχου δίνει στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» µια διεξοδική «εικόνα» για το άµεσο µέλλον στην αντιµετώπιση της νόσου:

«Η σεµαγλουτίδη, από το στόµα, σε δόσεις, κατά της παχυσαρκίας έχει ήδη λάβει έγκριση από τον FDA στις ΗΠΑ. Η αποτελεσµατικότητά της φαίνεται συγκρίσιµη µε αυτήν της ενέσιµης µορφής, δηλαδή απώλειες βάρους 12%-15%. Η δυνατότητα χορήγησης σε µορφή χαπιού αναµένεται να βελτιώσει σηµαντικά τη συµµόρφωση ασθενών που διστάζουν απέναντι στις ενέσιµες θεραπείες».


Πάνω από 36.500 δικαιούχοι στο πρόγραµµα της δωρεάν χορήγησης φαρµακευτικών σκευασµάτων για την αντιµετώπιση της παχυσαρκίας των ενηλίκων

Και συνεχίζει: «Εξαιρετικό ενδιαφέρον συγκεντρώνει και η ορφογλιπρόνη, ένας νεότερος από του στόµατος αγωνιστής του GLP-1. Στις µελέτες φάσης 2 παρατηρήθηκαν απώλειες βάρους έως και 15%, µε προφίλ ανεπιθύµητων ενεργειών παρόµοιο µε αυτό της σεµαγλουτίδης. Εάν επιβεβαιωθούν τα ευρήµατα σε µεγαλύτερες µελέτες, θα πρόκειται για µία από τις πρώτες εξαιρετικά αποτελεσµατικές, αποκλειστικά από του στόµατος θεραπείες κατά της παχυσαρκίας. Ακόµα πιο φιλόδοξες θεραπείες αναπτύσσονται µε στόχο πολλαπλούς ορµονικούς άξονες. Η ρετατρουτίδη, ένας τριπλός αγωνιστής GLP-1/GIP/ γλυκαγόνης, έχει δείξει µέση απώλεια βάρους πάνω από 25% σε ορισµένες µελέτες. Εάν τα αποτελέσµατα αυτά επιβεβαιωθούν µε ασφάλεια µακροχρόνια, τότε µπαίνουµε σε νέα εποχή φαρµακοθεραπείας, µε ισχύ αντίστοιχη της χειρουργικής αντιµετώπισης.

Παράλληλα, η αµυκρετίνη συνδυάζει δράση τύπου GLP-1 µε µιµητισµό της αµυλίνης, µιας ορµόνης που συµβάλλει στον κορεσµό. Τα πρώιµα δεδοµένα δείχνουν σηµαντική απώλεια βάρους, ενδεχοµένως άνω του 15%-18%, µε προοπτική βελτίωσης της γλυκαιµικής ρύθµισης και της λιπώδους διήθησης ήπατος». Αξίζει να σηµειωθεί, εξάλλου, ότι στο πρόγραµµα της δωρεάν χορήγησης των φαρµακευτικών σκευασµάτων για την αντιµετώπιση της παχυσαρκίας των ενηλίκων έχουν ήδη ενταχθεί περισσότεροι από 36.500 δικαιούχοι, ενώ από αυτούς περίπου οι 2.000 λαµβάνουν ήδη τα εν λόγω φαρµακευτικά σκευάσµατα, καθώς έχουν ολοκληρώσει τον προσυµπτωµατικό τους έλεγχο, στο πλαίσιο του δωρεάν προγράµµατος «Προλαµβάνω», το οποίο «τρέχει» η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, για την πρόληψη και την αντιµετώπιση των καρδιαγγειακών νοσηµάτων.

Το µήνυµα το οποίο λαµβάνουν οι δικαιούχοι του προγράµµατος περιλαµβάνει ηλεκτρονικό παραπεµπτικό για δωρεάν επίσκεψη σε ενδοκρινολόγο ή, αν δεν υπάρχει διαθέσιµος, σε παθολόγο ή σε γενικό γιατρό της περιοχής τους. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, οι δικαιούχοι θα µπορούν να κάνουν µια σειρά από εξετάσεις και να έχουν πρόσβαση στα ως άνω Φάρµακα Υψηλού Κόστους (ΦΥΚ) κατά της παχυσαρκίας. Η συµµετοχή στο πρόγραµµα ξεκινά µε τον προληπτικό καρδιαγγειακό έλεγχο. Αν δεν υπάρχει εγγραφή, ακόµα και αν κάποιος πληροί άλλα κριτήρια, όπως υψηλό ∆ΜΣ, δεν µπορεί να συµµετάσχει στο πρόγραµµα.

Στη συνέχεια, οι συµµετέχοντες πρέπει να πληρούν και τα ειδικά κριτήρια που ορίζει η Επιτροπή Εµπειρογνωµόνων ∆ηµόσιας Υγείας του υπουργείου Υγείας. Συγκεκριµένα, τα SMS θα αποστέλλονται σε άτοµα ηλικίας από 30 έως 70 ετών που είτε έχουν ∆ΜΣ πάνω από 40 είτε ∆ΜΣ πάνω από 37 και τουλάχιστον µία από τις εξής παθήσεις: σύνδροµο υπνικής άπνοιας, χρόνια νεφρική νόσο, σακχαρώδη διαβήτη, στεφανιαία νόσο, υπέρταση, κινητικά προβλήµατα ή περιφερική αρτηριακή νόσο. Οι δικαιούχοι µπορούν να επισκεφτούν χωρίς κόστος έναν παθολόγο, ενδοκρινολόγο ή γενικό γιατρό σε δηµόσια δοµή και, εφόσον πληρούνται τα κριτήρια, θα τους χορηγούνται τα φάρµακα για την παχυσαρκία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».