Σ’ έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης ένα κορίτσι βγάζει βόλτα τον σκύλο του. Μόνο που αντί να τον οδηγεί εκείνη που κρατάει το λουρί του, την οδηγεί εκείνος… Η νεαρή κοπέλα φανερά απορροφημένη με όσα βλέπει στο κινητό της, περπατά αργά, σχεδόν μηχανικά ενώ είναι εντυπωσιακό το ότι το πρόσωπό της αλλάζει διαρκώς εκφράσεις.

Λίγα μέτρα πιο πέρα ένας οδηγός σταματημένος στο φανάρι κάνει στα κλεφτά ένα γρήγορο σκρολάρισμα. Θέλει να πάρει μια μικρή δόση μέχρι να φτάσει σ’ ένα ασφαλές σημείο που θα του επιτρέψει να αφοσιωθεί με άνεση στο κινητό του. Στα μέσα μαζικής μεταφοράς οι άνθρωποι σπάνια παρατηρούν πιά όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Με σκυμμένα κεφάλια πάνω από τα κινητά τους τηλέφωνα «χαζεύουν» όσο βρίσκονται μποτιλιαρισμένοι στους δρόμους της πόλης. Στο σπίτι όμως η κατάσταση ξεφεύγει εντελώς. Από μικρά παιδιά και εφήβους μέχρι τους εργαζόμενους γονείς, γιαγιάδες και παππούδες όλοι καταναλώνουν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στο σκρολάρισμα… Ο εγκέφαλος μας λαμβάνει αμέτρητες πληροφορίες με καταιγιστικούς ρυθμούς και ενώ συμβαίνει αυτό, εμείς θέλουμε και άλλο…. Τελικά πόση πληροφορία μπορεί να χωρέσει το μυαλό μας;

Πότε το σκρολάρισμα είναι ικανό να μας εξοντώσει;

Η Μαρία Στεφανάτου, νευρολόγος και διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, εξηγεί πως λειτουργούν τα data στον ανθρώπινο εγκέφαλο και σε ποιες περιπτώσεις η υπερφόρτωση αφήνει το αποτύπωμά της.

«Ενώ η χωρητικότητα της μακροπρόθεσμης μνήμης θεωρείται τεράστια (σε petabytes), η λειτουργική μνήμη (working memory) είναι ένας στενός δίαυλος. Είναι μετρήσιμη μέσω του «γνωστικού φορτίου» και περιορισμένη.Ο εγκέφαλος μπορεί να επεξεργαστεί περίπου 120 bits το δευτερόλεπτο κατά τη διάρκεια συνειδητής προσοχής. Το να ακούμε κάποιον να μιλάει, καταλαμβάνει ήδη 60 bits. Όταν σκρολάρουμε, βομβαρδίζουμε τον εγκέφαλο με χιλιάδες bits το λεπτό ξεπερνώντας κατά πολύ το όριο της αντοχής μας».

Με δεδομένο ότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, προφανώς και θα υπάρχουν διαφορές στο πως αντιλαμβανόμαστε ο καθένας ξεχωριστά αυτόν τον καταιγισμό πληροφοριών που δεχόμαστε όταν «κολλάμε» με τα ψηφιακά μέσα. «Ναι, η γνωστική εφεδρεία ( cognitive reserve), η νευροπλαστικότητα και η ηλικία παίζουν ρόλο. Οι νεότεροι εγκέφαλοι επεξεργάζονται ταχύτερα την πληροφορία, αλλά είναι πιο επιρρεπείς στην απορρύθμιση του ελέγχου των παρορμήσεων και τον εθισμό» μας εξηγεί η νευρολόγος Μαρία Στεφανάτου.

Στην εποχή λοιπόν της αδιάκοπης συνδεσιμότητας στα σπίτια, στα μέσα, στο αυτοκίνητο ακόμα και στην βόλτα του σκύλου η εικόνα έχει κάτι κοινό…. Το ατελείωτο «σκρολάρισμα»!! Η εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου είναι σχεδόν ίδια καθημερινά. Οι περισσότεροι χρήστες των ψηφιακών μέσων - ακόμα και εκείνοι που στην ουσία δεν το θέλουν, εκείνοι που δεν έχουν χρόνο, ακόμα και εκείνοι που δεν τους αρέσουν αυτά που βλέπουν, συνεχίζουν να κάθονται καθηλωμένοι πάνω από την οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή χωρίς να «χορταίνουν».

Ψηφιακή ντοπαμίνη: Πώς το ατελείωτο σκρολάρισμα επαναπρογραμματίζει τον εγκέφαλό μας

Στη σύγχρονη εποχή, το smartphone έχει γίνει η προέκταση του χεριού μας. Όμως, πίσω από την αθώα κίνηση του αντίχειρα στην οθόνη, κρύβεται μια σύνθετη νευροβιολογική διαδικασία που αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και λειτουργούμε. Η Μαρία Στεφανάτου, νευρολόγος, αριστούχος απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), μας εξηγεί τι ακριβώς συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια οθόνη.

«Οι πρόσφατες μελέτες, όπως αυτές που αναλύονται στο Nature Neuroscience, δείχνουν ότι η συνεχής έκθεση σε σύντομα, ασύνδετα ερεθίσματα προκαλεί λειτουργικό κατακερματισμό της προσοχής. Ο εγκέφαλος αναγκάζεται να κάνει συνεχή "context switching" (εναλλαγή πλαισίου), γεγονός που αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόλης και μειώνει τη συνδεσιμότητα μεταξύ του προμετωπιαίου φλοιού (λογική) και της αμυγδαλής (συναίσθημα). Τα συμπτώματα είναι ορατά και ο χρήστης μπορεί να τα αναγνωρίσει ως εξής: Brain Fog (Πνευματική κόπωση): Δυσκολία στη συγκέντρωση και διαταραχές μνήμης. Φαινόμενο της «Ψευδο-ΔΕΠΥ»: Μια επίκτητη αδυναμία εστίασης σε μακροσκελή κείμενα ή αργές δραστηριότητες. Διαταραχές ύπνου λόγω της καταστολής της μελατονίνης από το μπλε φωτισμό της οθόνης .Αδικαιολόγητο άγχος, εκνευρισμός ή αίσθημα κενού μετά τη χρήση των μέσων ΚΔ. Οφθαλμική και αυχενική κόπωση: Άμεσα συνδεδεμένες με τη θέση της κεφαλής και τη μείωση του ρυθμού βλεφαρισμού κατά την προσήλωση στην οθόνη».

Την κοινωνική διάσταση του φαινομένου «φωτίζει» ο Πέτρος Γαλάνης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής του Εργαστηρίου Κλινικής Επιδημιολογίας εξηγώντας γιατί το «brain rot» ήταν η λέξη της χρονιάς για το 2025.
«Διεθνώς, ο μέσος χρόνος χρήσης των social media καθημερινά είναι περίπου 2,5 ώρες, ενώ η κατάσταση στην Ελλάδα είναι ακόμη χειρότερη καθώς ανέρχεται σε 3,5 ώρες, με την Generation Z να τα χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο (4 ώρες) σε σχέση με τους millennials (3 ώρες) και την Generation X (2 ώρες)», σημειώνει.

Όπως εξηγεί τα social media δεν αποτελούν πλεόν απλός εργαλείο κοινωνικής δικτύωσης, αλλά τον κυρίαρχο τρόπο επικοινωνίας, ενημέρωσης, διασκέδασης και έκφρασης. «Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σύμφωνα με το λεξικό της Οξφόρδης, ένα από τα πιο έγκριτα λεξικά, η λέξη της χρονιάς για το 2025 ήταν το “brain rot” ή, αλλιώς, η «σήψη του εγκεφάλου», η οποία αναφέρεται στην υπερβολική κατανάλωση πληροφοριών, συνήθως άχρηστων, που λαμβάνουμε από το ατελείωτο σκρολάρισμα στα social media».

Ατελείωτος, χαμένος χρόνος σε ψηφιακά μέσα που στις περισσότερες περιπτώσεις μας χρησιμοποιούν. Χτίζουν «αυτοκρατορίες» πάνω στον δικό μας εθισμό. Οι μόνοι χαμένοι τελικά από όλη αυτή την ιστορία της ψηφιακής παράκρουσης είμαστε εμείς. Το ερώτημα είναι, εμείς συνειδητοποιούμαι τον εθισμό που παθαίνουμε; Ο εγκέφαλός μας τι λέει για όλα αυτά; Η νευρολόγος Μαρία Στεφανάτου, μας ξεκαθαρίζει ότι ο εθισμός είναι αναγνωρίσιμος από τον εγκέφαλο μας. «Ναι, είναι αναγνωρίσιμος μέσω του κυκλώματος ανταμοιβής.

Το σκρολάρισμα ενεργοποιεί το σύστημα της ντοπαμίνης με τρόπο παρόμοιο με τα τυχερά παιχνίδια (intermittent reinforcement). Ο εγκέφαλος δεν αναγνωρίζει τον χρόνο, αλλά την «πιθανότητα» της επόμενης ενδιαφέρουσας πληροφορίας. Με τον καιρό, παρατηρείται υπορρύθμιση των υποδοχέων ντοπαμίνης, που σημαίνει ότι ο χρήστης χρειάζεται περισσότερο χρόνο οθόνης για να νιώσει την ίδια ικανοποίηση (μηχανισμός εθισμού).

Και επειδή «ενός κακού μύρια έπονται», είναι λογικό όσοι έχουν υιοθετήσει αυτό το μοντέλο ζωής να βλέπουν τις επιπτώσεις του να αντανακλώνται στην καθημερινότητά τους. Δεν πρόκειται μόνο για ψυχολογικό κόστος αλλά και για σοβαρές συνέπειες στην παραγωγικότητα μας.

«Το κόστος είναι μεγάλο» θα μας εξηγήσει ο αναπληρωτής καθηγητής Πέτρος Γαλάνης «Επηρεάζοντας ουσιαστικά όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητάς μας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε μελέτες στην Ελλάδα, το 40,4% έχουν συμπτώματα εθισμού στα social media. Μάλιστα τα άτομα μικρότερης ηλικίας έχουν υψηλότερα επίπεδα εθισμού στα social media. Πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό του εθισμού στην Generation Z είναι 56,3%, ενώ στους millennials είναι 29,2% και στην Generation X είναι 10,3%.

Μεταξύ των εθισμένων στα social media, το 80% είναι αναβλητικοί στην εργασία τους, το 42% νιώθουν υπνηλία κατά τη διάρκεια της εργασίας τους επειδή ξενύχτησαν πραγματοποιώντας ατελείωτο σκρολάρισμα στα social media και το 42% έχουν κακή ποιότητα ύπνου. Είναι σαφές επομένως, ότι η κακή χρήση των social media έχει αντίκτυπο στην εργασία μας και την παραγωγικότητά μας. Μια άλλη οικονομική διάσταση των social media που είναι υποεκτιμημένη είναι το γεγονός ότι αυξάνει την καταναλωτική μανία των ατόμων μέσα από τις συνεχείς διαφημίσεις προϊόντων και την προβολή «προτύπων» που διαβούν με ένα υψηλό οικονομικό κόστος ζωής, προκαλώντας τους followers να ακολουθήσουν τα βήματά τους.

Πέρα από την οικονομική παράμετρο, τα social media έχουν έντονο αντίκτυπο και στην ψυχική μας υγεία, καθώς συνυπάρχουν με ζητήματα ψυχικής υγείας, όπως άγχος, κατάθλιψη, και συναισθήματα μοναξιάς και χαμηλής αυτοεκτίμησης. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μελέτες στην Ελλάδα βρήκαν ότι το 60% των χρηστών με συμπτώματα εθισμού έχουν και έντονο άγχος, ενώ το 40% έχουν και συμπτώματα έντονης κατάθλιψης. Σε μια εποχή, που το 5,7% του πληθυσμού παγκοσμίως πάσχει από κατάθλιψη και το 4,4% από αγχώδεις διαταραχές, τα social media είναι μια ακόμη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ως προς την επίδρασή της στην ψυχική μας υγεία».

Υπάρχει λύση;

Η ψηφιακή αποτοξίνωση εισέβαλε και αυτή στη ζωή μας ως ένα νέο trend. Μάθαμε για αυτήν σκρολάροντας. Μήπως όμως είναι και η μοναδική λύση; Αν τελικά
καταφέρουμε και ανταποκριθούμε σε αυτό το challenge μήπως ξαναπάρουμε τη ζωή μας πίσω; Ο αναπληρωτής καθηγητής Πέτρος Γαλάνης μας αναφέρει τα αποτελέσματα των ερευνών πάνω στο ζήτημα της ψηφιακής αποτοξίνωσης. «Τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει εστιάσει το ενδιαφέρον της στην αποτελεσματικότητα της ψηφιακής αποτοξίνωσης με τα αποτελέσματα να είναι ακόμη ασαφή.

Πιο συγκεκριμένα, η πλήρης αποτοξίνωση από τα social media για κάποιο χρονικό διάστημα με την απενεργοποίηση των λογαριασμών των χρηστών τις πρώτες ιδιαίτερα μέρες επιδρά αρνητικά, καθώς οι χρήστες αντιμετωπίζουν συμπτώματα στέρησης, όπως έντονο άγχος, μειωμένη παραγωγικότητα και μειωμένο ενδιαφέρον για άλλες δραστηριότητες. Για παράδειγμα, το να απενεργοποιήσει ένας χρήστης τους λογαριασμούς του στα social media, ενώ πάσχει από κατάθλιψη και τα social media είναι για αυτόν ένας τρόπος επικοινωνίας, είναι σαφές ότι θα του δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα και σύγχυση παρά θα τον βοηθήσει.

Επιπλέον, μελέτες που διερεύνησαν την αποτελεσματικότητα του περιορισμού της χρήσης των social media σε συγκεκριμένα και λογικά χρονικά πλαίσια είχαν υψηλότερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με τις μελέτες που εφαρμόστηκε στους χρήστες η πλήρης αποτοξίνωση από τα social media για κάποιο χρονικό διάστημα με την απενεργοποίηση των λογαριασμών τους. Φαίνεται λοιπόν ότι η σταδιακή μείωση της χρήσης των social media επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με την ξαφνική και πλήρη διακοπή της χρήσης τους.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να αποσαφηνιστεί πλήρως το πώς η ψηφιακή αποτοξίνωση μπορεί να επιδράσει θετικά στη χρήση των social media. Η ψηφιακή αποτοξίνωση θα μπορούσε να αποτελέσει μια λύση, αρκεί να διαμορφωθεί το κατάλληλο πλαίσιο εφαρμογής της. Για παράδειγμα, ένας χρήστης που περιορίζει δραματικά τη χρήση των social media θα πρέπει να αφιερώσει τον χρόνο αυτόν σε κάποια δημιουργική δραστηριότητα, έτσι ώστε να αποκτήσει νόημα η διακοπή της χρήσης των social media».

Πως μπορούμε να ξεκουράσουμε τον εγκεφαλό μας;

Η νευρολόγος Μαρία Στεφανάτου μας προτείνει μια λίστα με τις απαραίτητες αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε έτσι ώστε να ξεκουράσουμε τον εγκεφαλό μας «Δεν χρειάζεται να πετάξουμε την τεχνολογία, αλλά να την τιθασεύσουμε: Ψηφιακή νηστεία (digital fasting): ορίστε κάποιες ώρες την ημέρα χωρίς καμία οθόνη. Κανόνας 20- 20-20: Κάθε 20 λεπτά μπροστά από μια οθόνη, κάντε ένα διάλειμμα 20 δευτερολέπτων και εστιάστε το βλέμμα σας σε κάτι που βρίσκεται τουλάχιστον 20 πόδια μακριά (περίπου 6 μέτρα). Εστίαση σε μια δραστηριότητα: διαβάστε ένα βιβλίο ή περπατήστε χωρίς ακουστικά. Δώστε στον εγκέφαλο χρόνο να ταξινομήσει τις πληροφορίες. Προστασία του ύπνου: καμία οθόνη περίπου 60 λεπτά πριν τον ύπνο. Ενσυνείδητη χρήση: πριν ανοίξετε το κινητό, αναρωτηθείτε : « το χρειάζομαι ή είναι αυτόματη κίνηση;» Χρήση Εργαλείων Ελέγχου: Εφαρμογές όπως το StayFree ή οι ενσωματωμένες ρυθμίσεις «Χρόνου Επί Οθόνης» μπορούν να βοηθήσουν στην αντικειμενική παρακολούθηση της χρήσης. Ο εγκέφαλός μας είναι το πιο εξελιγμένο εργαλείο στο σύμπαν. Ας μην τον σπαταλάμε σε έναν ατέρμονα ψηφιακό θόρυβο».