Συζούμε με αναρίθμητους αόρατους αποίκους: Τι είναι το μικροβίωμα, τα βακτήρια που μας συνοδεύουν από τη γέννηση
Γεννιόμαστε όλοι μας μαζί με το μικροβίωμά μας
Η καθηγήτρια Ιατρικής Βιοπαθολογίας και Μικροβιολογίας του ΑΠΘ, Γεωργία Γκιούλα, εξηγεί στα "Παραπολιτικά" πώς λειτουργούν τα 100 τρισεκατομμύρια βακτήρια που συμβιώνουν μαζί μας στο σώμα μας ίσως και πριν από την γέννησή μας
Η λαϊκή σοφία, η οποία μας «θέλει» να γεννιόμαστε όλοι μόνοι μας, δεν φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται από τη σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Γεννιόμαστε όλοι μας μαζί με το μικροβίωμά μας. Τι είναι, όμως, το ανθρώπινο μικροβίωμα; Θα εκπλαγείτε... Είναι τα περισσότερα από 100... τρισεκατομμύρια βακτήρια και άλλα είδη μικροοργανισμών με τα οποία συμβιώνουμε από την πρώτη στιγμή της γέννησής μας - ίσως ακόμα και πριν από αυτήν… Πολλοί ερευνητές, μάλιστα, αναφέρονται στα μικρόβια αυτά ως ένα επιπλέον όργανο το οποίο φέρουμε, το οποίο ζυγίζει από 400 έως 1.200 γραμμάρια, και τα γονίδια των μικροοργανισμών που φέρουμε στο σώμα μας είναι 100 φορές περισσότερα από τα δικά μας.
Πρόκειται για μια μεγάλη κοινότητα μικροοργανισμών, η οποία βρίσκεται σε όλες τις περιοχές και τα όργανα του σώματός μας και, μέχρι πρόσφατα, ήταν κυριολεκτικά αόρατη, μια και δεν υπήρχε ο τρόπος να αποκαλυφθεί με τις παλαιότερες εργαστηριακές μεθόδους που διαθέταμε.
Πλέον, με τις σύγχρονες μεθόδους που διαθέτουν εξειδικευμένα εργαστήρια, έχουμε τη δυνατότητα να αναλύσουμε όλο τον μικροβιακό κόσμο που μεταφέρουμε στο σώμα μας, ο οποίος επηρεάζει όλους τους τομείς της υγείας, της ευεξίας, της ισορροπίας, καθώς και πολλά νοσήματα.
Η καθηγήτρια Κλινικής Βιοπαθολογίας και Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Αναφοράς Γρίπης Βόρειας Ελλάδας, Γεωργία Γκιούλα, εξηγεί στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» ότι στο ερώτημα «πώς ξεκινάει η συμβίωσή μας με τα τρισεκατομμύρια βακτήρια;», «η απάντηση βρίσκεται στη στιγμή της γέννησής μας και η μητέρα είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Η μεταφορά βακτηρίων από τη μητέρα στο παιδί γίνεται τη στιγμή που το παιδί γεννιέται και ο τοκετός (φυσιολογικός ή καισαρική τομή), καθώς και η διατροφή (θηλασμός ή βρεφικό γάλα) είναι παράγοντες που επηρεάζουν έντονα τη σύνθεση του μικροβιώματος, κυρίως του εντέρου, αφού αυτό εξελίσσεται ταχέως και σταθεροποιείται σε ηλικία περίπου 3 ετών. Παράλληλα, η εμφάνιση λοιμώξεων, αλλά και η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών, κυρίως τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, μπορούν να διαταράξουν σε μεγάλο βαθμό αυτόν τον θαυμαστό κόσμο των μικροβίων με τα οποία συμβιώνουμε, διαταραχή η οποία δυστυχώς θα μας συνοδεύει σε ένα σημαντικό βαθμό, μέχρι το τέλος της ζωής μας». Αυτός ο αόρατος πληθυσμός, λοιπόν, γνωστός ως ανθρώπινο μικροβίωμα, αναδεικνύεται σήμερα ως ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για την υγεία, τη διάθεση, ακόμα και τη συμπεριφορά μας.
Η κ. Γκιούλα αναφέρει, επίσης, ότι «για δεκαετίες, η Ιατρική αντιμετώπιζε τα βακτήρια κυρίως ως εχθρούς. Ωστόσο, η σύγχρονη επιστήμη ανατρέπει αυτήν τη μονοδιάστατη αντίληψη. Σήμερα γνωρίζουμε ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό βακτηρίων είναι επιβλαβές. Η συντριπτική πλειονότητα είναι όχι απλώς αβλαβής, αλλά απαραίτητη για τη ζωή μας. Το έντερο αποτελεί το επίκεντρο αυτού του μικροβιακού σύμπαντος. Εκεί κατοικούν περίπου 100 τρισεκατομμύρια μικροοργανισμοί - σχεδόν τόσοι όσα και τα κύτταρα του ανθρώπινου σώματος. Αυτοί οι μικροσκοπικοί σύμμαχοι διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην πέψη, βοηθώντας μας να διασπάσουμε τροφές που διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να αφομοιώσουμε. Παράγουν βιταμίνες, όπως η βιταμίνη Κ και ορισμένες βιταμίνες του συμπλέγματος Β, και ενισχύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα, εκπαιδεύοντάς το να διακρίνει τους πραγματικούς παθογόνους εισβολείς από τους ακίνδυνους οργανισμούς».
«Τα τελευταία χρόνια», συνεχίζει η κ. Γκιούλα, «μαθαίνουμε όλο και περισσότερο για τον “άξονα εντέρου - εγκεφάλου”, έναν αμφίδρομο δίαυλο επικοινωνίας με ταξύ του πεπτικού µας συστήµατος και του κεντρικού νευρικού συστήµατος. Ερευνες δείχνουν ότι το µικροβίωµα µπορεί να επηρεάσει τη διάθεση, το άγχος, ακόµα και τον κίνδυνο εµφάνισης κατάθλιψης και διαφόρων άλλων νευρολογικών και ψυχιατρικών καταστάσεων. Ετσι, λοιπόν, δεν είναι τυχαίο ότι το έντερο συχνά αποκαλείται “δεύτερος εγκέφαλος”».
Και η ίδια συµπληρώνει: «Συνολικά, το µικροβίωµα αναδεικνύεται ως κεντρικός παίκτης στην υγεία µας - ένας αόρατος παράγοντας που συνδέει λοιµώξεις, αυτοανοσία και καρκίνο σε ένα ενιαίο βιολογικό δίκτυο. Στις λοιµώξεις, το µικροβίωµα λειτουργεί ως πρώτη γραµµή άµυνας. Τα “καλά” βακτήρια του εντέρου ανταγωνίζονται τους παθογόνους µικροοργανισµούς για χώρο και θρεπτικά συστατικά, ενώ παράγουν ουσίες που περιορίζουν την ανάπτυξη επικίνδυνων µικροβίων. Οταν αυτή η ισορροπία διαταράσσεται, ο οργανισµός είναι πιο ευάλωτος σε διάφορες λοιµώξεις, όπως, για παράδειγµα, τη γρίπη, την COVID-19 λοίµωξη και πολλές άλλες». Αξίζει να σηµειωθεί ότι µελέτες που έχουν πραγµατοποιηθεί, τόσο διεθνώς όσο και στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας του ΑΠΘ, έχουν δείξει ότι άτοµα µε µειωµέ νη µικροβιακή ποικιλία ή έντονη δυσβίωση παρουσίασαν βαρύτερη νόσηση από COVID-19, ενώ συγκεκριµένα βακτήρια φαίνεται να σχετίζονται µε καλύτερη ανοσολογική προστασία. Αντίστοιχα, στη γρίπη, ένα υγιές µικροβίωµα µπορεί να ενισχύσει την αποτελεσµατικότητα της ανοσολογικής απάντησης και πιθανώς ακόµα και του εµβολιασµού. Στα αυτοάνοσα νοσήµατα, το µικροβίωµα φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθµιση του ανοσοποιητικού συστήµατος.
«Σε παθήσεις όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, η ρευµατοειδής αρθρίτιδα και η ελκώδης κολίτιδα», µας εξηγεί η καθηγήτρια, «παρατηρείται συχνά µειωµένη µικροβιακή ποικιλία και υπερανάπτυξη φλεγµονωδών βακτηρίων. Ορισµένα µικρόβια µπορεί να πυροδοτούν υπερβολικές φλεγµονώδεις αντιδράσεις που στρέφονται εναντίον του ίδιου του σώµατος. Στον καρκίνο, το µικροβίωµα εµπλέκεται τόσο στην ανάπτυξη όσο και στη θεραπεία της νόσου. Συγκεκριµένα βακτήρια έχουν συσχετιστεί µε αυξηµένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου, αλλά και πολλών άλλων τύπων καρκίνου, ενώ άλλα φαίνεται να προστατεύουν από τη νόσο. Παράλληλα, η σύνθεση του µικροβιώµατος επηρεάζει την ανταπόκριση στην ανοσοθεραπεία: ασθενείς µε µεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλία τείνουν να ανταποκρίνονται καλύτερα».
Η Γεωργία Γκιούλα είναι κατηγορηµατική: «Ίσως το πιο σηµαντικό µήνυµα που αναδύεται από όλη αυτήν τη γνώση είναι ότι δεν είµαστε απλώς µεµονωµένοι άνθρωποι, αλλά σύνθετα, ζωντανά οικοσυστήµατα σε συνεχή αλληλεπίδραση µε αµέτρητους µικροσκοπικούς οργανισµούς.
Η υγεία µας δεν καθορίζεται µόνο από τα γονίδιά µας ή τις ιατρικές παρεµβάσεις, αλλά και από την εύθραυστη ισορροπία αυτού του εσωτερικού µικροβιακού κόσµου που µας συνοδεύει σε κάθε στιγµή της ζωής µας. Οπως σε κάθε φυσικό οικοσύστηµα, έτσι και µέσα µας, η αρµονία µεταξύ των επιµέρους στοιχείων είναι το κλειδί για τη βιωσιµότητα και την ανθεκτικότητα. Καθώς η επιστήµη συνεχίζει να αποκαλύπτει τις λεπτές διασυνδέσεις µεταξύ µικροβίων και ανθρώπινου οργανισµού, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η φροντίδα αυτού του αόρατου κόσµου αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της σύγχρονης αντίληψης για την υγεία. Σε έναν κόσµο όπου οι ασθένειες γίνονται πιο σύνθετες και οι θεραπευτικές επιλογές πιο εξειδικευµένες, η κατανόηση και η προστασία της εσωτερικής µας ισορροπίας αναδεικνύεται σε θεµέλιο λίθο για ένα πιο υγιές µέλλον».
Παρότι η γνώση µας για το µικροβίωµα έχει αυξηθεί θεαµατικά τα τελευταία χρόνια και ήδη αξιοποιείται στην κλινική πράξη, η επιστηµονική έρευνα συνεχίζεται µε γρήγορους ρυθµούς ώστε να αποκαλυφθούν ακόµα περισσότερες λεπτοµέρειες για τον ρόλο του στην υγεία και τη νόσο.
Σύµφωνα µε την κ. Γκιούλα, ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγµατα της δύναµης του µικροβιώµατος προέρχεται από πειράµατα µε δίδυµα. Σε µελέτες, ερευνητές πήραν το µικροβίωµα δύο διδύµων αδελφών -ενός αδύνατου και ενός παχύσαρκου- και το µετέφεραν σε αποστειρωµένα ποντίκια που δεν είχαν δικά τους βακτήρια. Τα ποντίκια που έλαβαν το µικροβίωµα του παχύσαρκου διδύµου άρχισαν να παίρνουν βάρος, ακόµα κι αν έτρωγαν την ίδια ποσότητα τροφής µε τα άλλα. Τα βακτήριά τους κυριολεκτικά «έκλεβαν» περισσότερη ενέργεια από την τροφή. Ενα αόρατο µεταβολικό πλεονέκτηµα -ή µειονέκτηµα- µεταφερόταν σαν λογισµικό από σώµα σε σώµα. Αυτό µπορεί να εξηγήσει, λοιπόν, γιατί κάποιοι παχαίνουν περισσότερο ενώ καταναλώνουν την ίδια ποσότητα τροφής µε άλλα άτοµα, τα οποία όµως παραµένουν αδύνατα.
Ακόµα πιο εντυπωσιακό είναι το πώς το µικροβίωµα µπορεί να επηρεάσει τη συµπεριφορά, το στρες και την ψυχική µας υγεία γενικότερα. Σε ένα άλλο διάσηµο πείραµα, ποντίκια µε «φοβικό» µικροβίωµα µετατράπηκαν σε πιο τολµηρά αφού έλαβαν βακτήρια από πιο θαρραλέους οµοίους τους. Το έντερο, άλλωστε, παράγει περίπου το 90% της σεροτονίνης - της λεγόµενης «ορµόνης της ευτυχίας». Πολλά από τα βακτήρια που ζουν εκεί λειτουργούν σαν µικρά βιοχηµικά εργοστάσια, εκκρίνοντας ουσίες που ταξιδεύουν µέχρι τον εγκέφαλο.
Η διατροφή µας είναι το ισχυρότερο «χειριστήριο» αυτού του αόρατου κόσµου. Ενα µπολ µε γιαούρτι δεν είναι απλώς πρωινό - είναι ενίσχυση για συγκεκριµένα βακτήρια. Ενα πιάτο φακές δεν είναι απλώς φυτική πρωτεΐνη - είναι καύσιµο για µικροοργανισµούς που παράγουν ουσίες οι οποίες προστατεύουν το έντερο από φλεγµονές. Αντίθετα, ένα γρήγορο γεύµα γεµάτο ζάχαρη και επεξεργασµένα λιπαρά λειτουργεί σαν «τοξικό νέφος» που διαταράσσει την ισορροπία της µικροβιακής πόλης.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».
Πρόκειται για μια μεγάλη κοινότητα μικροοργανισμών, η οποία βρίσκεται σε όλες τις περιοχές και τα όργανα του σώματός μας και, μέχρι πρόσφατα, ήταν κυριολεκτικά αόρατη, μια και δεν υπήρχε ο τρόπος να αποκαλυφθεί με τις παλαιότερες εργαστηριακές μεθόδους που διαθέταμε.
Πλέον, με τις σύγχρονες μεθόδους που διαθέτουν εξειδικευμένα εργαστήρια, έχουμε τη δυνατότητα να αναλύσουμε όλο τον μικροβιακό κόσμο που μεταφέρουμε στο σώμα μας, ο οποίος επηρεάζει όλους τους τομείς της υγείας, της ευεξίας, της ισορροπίας, καθώς και πολλά νοσήματα.
Η καθηγήτρια Κλινικής Βιοπαθολογίας και Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Αναφοράς Γρίπης Βόρειας Ελλάδας, Γεωργία Γκιούλα, εξηγεί στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» ότι στο ερώτημα «πώς ξεκινάει η συμβίωσή μας με τα τρισεκατομμύρια βακτήρια;», «η απάντηση βρίσκεται στη στιγμή της γέννησής μας και η μητέρα είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Η μεταφορά βακτηρίων από τη μητέρα στο παιδί γίνεται τη στιγμή που το παιδί γεννιέται και ο τοκετός (φυσιολογικός ή καισαρική τομή), καθώς και η διατροφή (θηλασμός ή βρεφικό γάλα) είναι παράγοντες που επηρεάζουν έντονα τη σύνθεση του μικροβιώματος, κυρίως του εντέρου, αφού αυτό εξελίσσεται ταχέως και σταθεροποιείται σε ηλικία περίπου 3 ετών. Παράλληλα, η εμφάνιση λοιμώξεων, αλλά και η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών, κυρίως τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, μπορούν να διαταράξουν σε μεγάλο βαθμό αυτόν τον θαυμαστό κόσμο των μικροβίων με τα οποία συμβιώνουμε, διαταραχή η οποία δυστυχώς θα μας συνοδεύει σε ένα σημαντικό βαθμό, μέχρι το τέλος της ζωής μας». Αυτός ο αόρατος πληθυσμός, λοιπόν, γνωστός ως ανθρώπινο μικροβίωμα, αναδεικνύεται σήμερα ως ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για την υγεία, τη διάθεση, ακόμα και τη συμπεριφορά μας.
Η Ιατρική αντιμετώπιζε τα βακτήρια "κυρίως ως εχθρούς" αλλά η σύγχρονη επιστήμη ανατρέπει αυτήν τη "μονοδιάστατη αντίληψη"
Η κ. Γκιούλα αναφέρει, επίσης, ότι «για δεκαετίες, η Ιατρική αντιμετώπιζε τα βακτήρια κυρίως ως εχθρούς. Ωστόσο, η σύγχρονη επιστήμη ανατρέπει αυτήν τη μονοδιάστατη αντίληψη. Σήμερα γνωρίζουμε ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό βακτηρίων είναι επιβλαβές. Η συντριπτική πλειονότητα είναι όχι απλώς αβλαβής, αλλά απαραίτητη για τη ζωή μας. Το έντερο αποτελεί το επίκεντρο αυτού του μικροβιακού σύμπαντος. Εκεί κατοικούν περίπου 100 τρισεκατομμύρια μικροοργανισμοί - σχεδόν τόσοι όσα και τα κύτταρα του ανθρώπινου σώματος. Αυτοί οι μικροσκοπικοί σύμμαχοι διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην πέψη, βοηθώντας μας να διασπάσουμε τροφές που διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να αφομοιώσουμε. Παράγουν βιταμίνες, όπως η βιταμίνη Κ και ορισμένες βιταμίνες του συμπλέγματος Β, και ενισχύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα, εκπαιδεύοντάς το να διακρίνει τους πραγματικούς παθογόνους εισβολείς από τους ακίνδυνους οργανισμούς».
«Τα τελευταία χρόνια», συνεχίζει η κ. Γκιούλα, «μαθαίνουμε όλο και περισσότερο για τον “άξονα εντέρου - εγκεφάλου”, έναν αμφίδρομο δίαυλο επικοινωνίας με ταξύ του πεπτικού µας συστήµατος και του κεντρικού νευρικού συστήµατος. Ερευνες δείχνουν ότι το µικροβίωµα µπορεί να επηρεάσει τη διάθεση, το άγχος, ακόµα και τον κίνδυνο εµφάνισης κατάθλιψης και διαφόρων άλλων νευρολογικών και ψυχιατρικών καταστάσεων. Ετσι, λοιπόν, δεν είναι τυχαίο ότι το έντερο συχνά αποκαλείται “δεύτερος εγκέφαλος”».
Έρευνες δείχνουν ότι το µικροβίωµα µπορεί να επηρεάσει τη διάθεση, το άγχος, ακόµα και τον κίνδυνο εµφάνισης κατάθλιψης και διαφόρων άλλων νευρολογικών και ψυχιατρικών καταστάσεων.
Και η ίδια συµπληρώνει: «Συνολικά, το µικροβίωµα αναδεικνύεται ως κεντρικός παίκτης στην υγεία µας - ένας αόρατος παράγοντας που συνδέει λοιµώξεις, αυτοανοσία και καρκίνο σε ένα ενιαίο βιολογικό δίκτυο. Στις λοιµώξεις, το µικροβίωµα λειτουργεί ως πρώτη γραµµή άµυνας. Τα “καλά” βακτήρια του εντέρου ανταγωνίζονται τους παθογόνους µικροοργανισµούς για χώρο και θρεπτικά συστατικά, ενώ παράγουν ουσίες που περιορίζουν την ανάπτυξη επικίνδυνων µικροβίων. Οταν αυτή η ισορροπία διαταράσσεται, ο οργανισµός είναι πιο ευάλωτος σε διάφορες λοιµώξεις, όπως, για παράδειγµα, τη γρίπη, την COVID-19 λοίµωξη και πολλές άλλες». Αξίζει να σηµειωθεί ότι µελέτες που έχουν πραγµατοποιηθεί, τόσο διεθνώς όσο και στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας του ΑΠΘ, έχουν δείξει ότι άτοµα µε µειωµέ νη µικροβιακή ποικιλία ή έντονη δυσβίωση παρουσίασαν βαρύτερη νόσηση από COVID-19, ενώ συγκεκριµένα βακτήρια φαίνεται να σχετίζονται µε καλύτερη ανοσολογική προστασία. Αντίστοιχα, στη γρίπη, ένα υγιές µικροβίωµα µπορεί να ενισχύσει την αποτελεσµατικότητα της ανοσολογικής απάντησης και πιθανώς ακόµα και του εµβολιασµού. Στα αυτοάνοσα νοσήµατα, το µικροβίωµα φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθµιση του ανοσοποιητικού συστήµατος.
«Σε παθήσεις όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, η ρευµατοειδής αρθρίτιδα και η ελκώδης κολίτιδα», µας εξηγεί η καθηγήτρια, «παρατηρείται συχνά µειωµένη µικροβιακή ποικιλία και υπερανάπτυξη φλεγµονωδών βακτηρίων. Ορισµένα µικρόβια µπορεί να πυροδοτούν υπερβολικές φλεγµονώδεις αντιδράσεις που στρέφονται εναντίον του ίδιου του σώµατος. Στον καρκίνο, το µικροβίωµα εµπλέκεται τόσο στην ανάπτυξη όσο και στη θεραπεία της νόσου. Συγκεκριµένα βακτήρια έχουν συσχετιστεί µε αυξηµένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου, αλλά και πολλών άλλων τύπων καρκίνου, ενώ άλλα φαίνεται να προστατεύουν από τη νόσο. Παράλληλα, η σύνθεση του µικροβιώµατος επηρεάζει την ανταπόκριση στην ανοσοθεραπεία: ασθενείς µε µεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλία τείνουν να ανταποκρίνονται καλύτερα».
"Δεν είµαστε απλώς µεµονωµένοι άνθρωποι, αλλά σύνθετα, ζωντανά οικοσυστήµατα σε συνεχή αλληλεπίδραση µε αµέτρητους µικροσκοπικούς οργανισµούς"
Η Γεωργία Γκιούλα είναι κατηγορηµατική: «Ίσως το πιο σηµαντικό µήνυµα που αναδύεται από όλη αυτήν τη γνώση είναι ότι δεν είµαστε απλώς µεµονωµένοι άνθρωποι, αλλά σύνθετα, ζωντανά οικοσυστήµατα σε συνεχή αλληλεπίδραση µε αµέτρητους µικροσκοπικούς οργανισµούς.Η υγεία µας δεν καθορίζεται µόνο από τα γονίδιά µας ή τις ιατρικές παρεµβάσεις, αλλά και από την εύθραυστη ισορροπία αυτού του εσωτερικού µικροβιακού κόσµου που µας συνοδεύει σε κάθε στιγµή της ζωής µας. Οπως σε κάθε φυσικό οικοσύστηµα, έτσι και µέσα µας, η αρµονία µεταξύ των επιµέρους στοιχείων είναι το κλειδί για τη βιωσιµότητα και την ανθεκτικότητα. Καθώς η επιστήµη συνεχίζει να αποκαλύπτει τις λεπτές διασυνδέσεις µεταξύ µικροβίων και ανθρώπινου οργανισµού, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η φροντίδα αυτού του αόρατου κόσµου αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της σύγχρονης αντίληψης για την υγεία. Σε έναν κόσµο όπου οι ασθένειες γίνονται πιο σύνθετες και οι θεραπευτικές επιλογές πιο εξειδικευµένες, η κατανόηση και η προστασία της εσωτερικής µας ισορροπίας αναδεικνύεται σε θεµέλιο λίθο για ένα πιο υγιές µέλλον».
Παρότι η γνώση µας για το µικροβίωµα έχει αυξηθεί θεαµατικά τα τελευταία χρόνια και ήδη αξιοποιείται στην κλινική πράξη, η επιστηµονική έρευνα συνεχίζεται µε γρήγορους ρυθµούς ώστε να αποκαλυφθούν ακόµα περισσότερες λεπτοµέρειες για τον ρόλο του στην υγεία και τη νόσο.
Παραδείγματα με δίδυμα και τα εντυπωσιακά αποτελέσματα
Σύµφωνα µε την κ. Γκιούλα, ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγµατα της δύναµης του µικροβιώµατος προέρχεται από πειράµατα µε δίδυµα. Σε µελέτες, ερευνητές πήραν το µικροβίωµα δύο διδύµων αδελφών -ενός αδύνατου και ενός παχύσαρκου- και το µετέφεραν σε αποστειρωµένα ποντίκια που δεν είχαν δικά τους βακτήρια. Τα ποντίκια που έλαβαν το µικροβίωµα του παχύσαρκου διδύµου άρχισαν να παίρνουν βάρος, ακόµα κι αν έτρωγαν την ίδια ποσότητα τροφής µε τα άλλα. Τα βακτήριά τους κυριολεκτικά «έκλεβαν» περισσότερη ενέργεια από την τροφή. Ενα αόρατο µεταβολικό πλεονέκτηµα -ή µειονέκτηµα- µεταφερόταν σαν λογισµικό από σώµα σε σώµα. Αυτό µπορεί να εξηγήσει, λοιπόν, γιατί κάποιοι παχαίνουν περισσότερο ενώ καταναλώνουν την ίδια ποσότητα τροφής µε άλλα άτοµα, τα οποία όµως παραµένουν αδύνατα.Ακόµα πιο εντυπωσιακό είναι το πώς το µικροβίωµα µπορεί να επηρεάσει τη συµπεριφορά, το στρες και την ψυχική µας υγεία γενικότερα. Σε ένα άλλο διάσηµο πείραµα, ποντίκια µε «φοβικό» µικροβίωµα µετατράπηκαν σε πιο τολµηρά αφού έλαβαν βακτήρια από πιο θαρραλέους οµοίους τους. Το έντερο, άλλωστε, παράγει περίπου το 90% της σεροτονίνης - της λεγόµενης «ορµόνης της ευτυχίας». Πολλά από τα βακτήρια που ζουν εκεί λειτουργούν σαν µικρά βιοχηµικά εργοστάσια, εκκρίνοντας ουσίες που ταξιδεύουν µέχρι τον εγκέφαλο.
Η διατροφή µας είναι το ισχυρότερο «χειριστήριο» αυτού του αόρατου κόσµου. Ενα µπολ µε γιαούρτι δεν είναι απλώς πρωινό - είναι ενίσχυση για συγκεκριµένα βακτήρια. Ενα πιάτο φακές δεν είναι απλώς φυτική πρωτεΐνη - είναι καύσιµο για µικροοργανισµούς που παράγουν ουσίες οι οποίες προστατεύουν το έντερο από φλεγµονές. Αντίθετα, ένα γρήγορο γεύµα γεµάτο ζάχαρη και επεξεργασµένα λιπαρά λειτουργεί σαν «τοξικό νέφος» που διαταράσσει την ισορροπία της µικροβιακής πόλης.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».
En