Τι είναι ο αφθώδης πυρετός και σε ποια ζώα εμφανίζεται
Oδηγός για την επικίνδυνη νόσο των ζώων
Ο αφθώδης πυρετός αποτελεί ιογενές νόσημα υψηλής μεταδοτικότητας που πλήττει δίχηλα ζώα. Ανακαλύψτε συμπτώματα, τρόπους μετάδοσης και μέτρα προστασίας
Ο αφθώδης πυρετός (Foot and Mouth Disease, FMD) αποτελεί μία από τις πιο μεταδοτικές ιογενείς παθήσεις που απειλούν τα παραγωγικά ζώα παγκοσμίως. Η νόσος προσβάλλει κυρίως δίχηλα ζώα όπως βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίρους και συγκεκριμένα άγρια είδη, ενώ διακρίνεται για την ταχύτατη εξάπλωσή της μέσω πολλαπλών οδών μετάδοσης. Παρότι δεν αποτελεί απειλή για τη δημόσια υγεία, οι οικονομικές επιπτώσεις στην κτηνοτροφία είναι καταστροφικές.
Διαβάστε: Λέσβος: Σταματά την Πέμπτη η πώληση και αγορά γάλακτος λόγω του αφθώδους πυρετού (Βίντεο)
Χαρακτηριστικά και τρόποι μετάδοσης του αφθώδους πυρετού
Η νόσος μεταδίδεται με εξαιρετική ευκολία μέσω άμεσης επαφής μεταξύ μολυσμένων και υγιών ζώων, αλλά και έμμεσα μέσω μολυσμένων αντικειμένων, οχημάτων, υποδημάτων και εξοπλισμού. Η ανθρώπινη δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στη διασπορά του ιού, ενώ η αερογενής μετάδοση αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο προσβολής γειτονικών κτηνοτροφικών μονάδων. Άγρια ζώα και τρωκτικά λειτουργούν ως φορείς, μεταφέροντας τον παθογόνο παράγοντα από μολυσμένες σε υγιείς εκμεταλλεύσεις.
Ο ιός ανήκει στην οικογένεια των Picornaviridae και στο γένος των αφθοϊών. Έχουν αναγνωριστεί επτά διαφορετικοί ορολογικοί τύποι: A, O, C, SAT1, SAT2, SAT3 και ο Ασιατικός τύπος. Η ικανότητα επιβίωσης του ιού στο περιβάλλον φτάνει έως και έναν μήνα, ανάλογα με τις θερμοκρασιακές συνθήκες και το pH, γεγονός που καθιστά την εξάλειψή του ιδιαίτερα δύσκολη.
Κατηγοριοποίηση και νομοθετικό πλαίσιο
Σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2018/1882, ο αφθώδης πυρετός κατατάσσεται στα νοσήματα Κατηγορίας Α. Πρόκειται για παθήσεις που δεν ενδημούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επιβάλλουν την άμεση εφαρμογή αυστηρών μέτρων ελέγχου και εκρίζωσης μόλις επιβεβαιωθεί η πρώτη εστία. Η τελευταία εμφάνιση της νόσου στην Ελλάδα καταγράφηκε την περίοδο 2000 με 2001.
Η μεγάλη επιδημία που ξεκίνησε από τη Μεγάλη Βρετανία στις αρχές του 2001 προκλήθηκε από τον πανασιατικό ορολογικό τύπο O. Η εισαγωγή του ιού πιθανολογείται ότι έγινε μέσω παράνομης εισαγωγής ζωικών προϊόντων, αποδεικνύοντας την απουσία πραγματικών συνόρων στη διασπορά νοσημάτων που σχετίζονται με τη διατροφή.
Κλινικά συμπτώματα ανά είδος ζώου
Η νόσος εμφανίζει διαφορετικά χαρακτηριστικά ανάλογα με το προσβαλλόμενο είδος. Στα βοοειδή παρατηρούνται πυρετός, έλλειψη όρεξης και αγαλαξία για δύο έως τρεις ημέρες. Εμφανίζεται έντονη σιελόρροια, ενώ σχηματίζονται φυσαλίδες με υγρό περιεχόμενο στις παρειές, τα ούλα και τη γλώσσα. Η χωλότητα προκαλείται από φλεγμονή της στεφάνης των άκρων και φυσαλίδες στα πόδια, ιδιαίτερα στο μεσοδακτύλιο διάστημα. Επιπλέον, μπορεί να εντοπιστούν βλάβες στο μαστό και τις θηλές.
Στα αιγοπρόβατα η ασθένεια εκδηλώνεται συνήθως με ηπιότερη μορφή, καθιστώντας τη διάγνωση δυσκολότερη. Τα προσβεβλημένα ζώα παρουσιάζουν κυρίως χωλότητα και μειωμένη γαλακτοπαραγωγή. Η θνησιμότητα στα νεαρά αιγοπρόβατα είναι σχετικά υψηλή, ενώ τα ενήλικα συνήθως επιβιώνουν.
Οι χοίροι δείχνουν απροθυμία να σταθούν όρθιοι και χωλαίνουν κατά το περπάτημα. Τα νεαρά χοιρίδια αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο θανάτου, ενώ η νόσος είναι γενικά θανατηφόρα για ζώα νεαρής ηλικίας όλων των ειδών.
Πηγές και οδοί διασποράς του ιού
Τα άρρωστα ζώα και εκείνα που βρίσκονται σε περίοδο επώασης (δύο έως δεκατέσσερις ημέρες) αποτελούν τις κύριες πηγές μόλυνσης. Ο ιός απεκκρίνεται μέσω της αναπνοής, του σάλιου, των κοπράνων, των ούρων, του γάλακτος και του σπέρματος των μολυσμένων ζώων. Το νωπό κρέας και τα κρεατοσκευάσματα με pH άνω του 6.0 μπορούν επίσης να μεταφέρουν τον παθογόνο παράγοντα. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τους υγιείς φορείς του ιού που δεν εμφανίζουν συμπτώματα.
Η μετάδοση πραγματοποιείται με άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ μολυσμένων και υγιών ζώων. Οι άνθρωποι που έρχονται σε επαφή με τα ζώα, καθώς και μολυσμένα αντικείμενα και οχήματα μεταφοράς, λειτουργούν ως μεταφορείς. Η αερογενής διασπορά αποτελεί σημαντικό κίνδυνο, ειδικά σε θερμά κλίματα, με τον ιό να μπορεί να μεταδοθεί μέχρι εξήντα χιλιόμετρα σε ηπειρωτικές περιοχές και έως τριακόσια χιλιόμετρα σε θαλάσσιες ζώνες.
Επικινδυνότητα για τον άνθρωπο
Το ερώτημα που απασχολεί τους καταναλωτές αφορά τη δυνατότητα μετάδοσης του αφθώδους πυρετού στον άνθρωπο μέσω μολυσμένων ζωικών προϊόντων. Η επιστημονική απάντηση είναι θετική, αλλά η μετάδοση παραμένει εξαιρετικά σπάνια. Έχουν καταγραφεί τουλάχιστον σαράντα περιπτώσεις προσβολής ανθρώπου, με τον ορολογικό τύπο O να είναι ο συχνότερος, ενώ σπανιότερα εμφανίζονται οι τύποι C και A.
Στον άνθρωπο υπάρχει διαφορετική νόσος που προκαλείται από ιούς coxsackie, του γένους των εντεροϊών, με παρόμοια κλινικά χαρακτηριστικά που ονομάζεται hand, foot and mouth disease. Παρά τη μεγάλη συχνότητα της νόσου στα ζώα, τα ανθρώπινα περιστατικά είναι προς το παρόν ελάχιστα. Ωστόσο, οι ιοί διαθέτουν σημαντικές δυνατότητες προσαρμογής σε διαφορετικούς ξενιστές μέσω μεταλλάξεων, όπως αποδεικνύουν το AIDS και η μεταδιδόμενη μορφή της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας που προήλθαν από ζώα.
Στρατηγικές αντιμετώπισης και εμβολιασμός
Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει τη χρήση εμβολίων κατά του αφθώδους πυρετού εκτός συγκεκριμένων περιπτώσεων. Το εμπόριο εμβολιασμένων ζώων απαγορεύεται, ενώ μετά την κατάργηση της ζώνης προστασίας, τα εμβολιασμένα ζώα από ελεγμένα κοπάδια μπορούν να μετακινηθούν εντός του κράτους μέλους με ειδικό σύστημα εντοπισμού που αποκλείει το κοινοτικό εμπόριο.
Ο έκτακτος εμβολιασμός αποφασίζεται από το πληγέν κράτος μέλος ή την Επιτροπή όταν επιβεβαιωθούν εστίες και υπάρχει απειλή εξάπλωσης. Τα κριτήρια λήψης απόφασης περιλαμβάνουν την πυκνότητα πληθυσμού ευπαθών ζώων, τις μετακινήσεις, την πιθανότητα αερογενούς διασποράς, την ικανότητα εξάλειψης προσβεβλημένων ζώων και την κατανομή εστιών.
Ο προστατευτικός εμβολιασμός απαιτεί διαχωρισμό σε περιοχές με τήρηση κανόνων υγιεινής και βιοασφάλειας, ενώ δημιουργείται δεύτερη ζώνη επιτήρησης ακτίνας τουλάχιστον δέκα χιλιομέτρων. Ο κατασταλτικός εμβολιασμός εντάσσεται σε στρατηγική συστηματικής και άμεσης σφαγής, εφαρμοζόμενος αποκλειστικά εντός της ζώνης προστασίας σε συγκεκριμένες εκμεταλλεύσεις.
Μέτρα ελέγχου και περιφερειοποίηση
Όταν ο αφθώδης πυρετός εξαπλώνεται παρά τα μέτρα εξάλειψης, τα κράτη μέλη διενεργούν διεξοδική επιδημιολογική έρευνα και χωρίζουν το έδαφός τους σε υποκείμενες σε περιορισμούς ζώνες και ελεύθερη ζώνη. Στις περιορισμένες ζώνες εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα που περιλαμβάνουν έλεγχο συναλλαγών και διακίνησης ζώων, εντοπισμό και σήμανση αποθεμάτων προϊόντων, ειδική πιστοποίηση ευπαθών ειδών και επεξεργασία νωπών κρεάτων, γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.
Διαδικασίες σε περίπτωση υπονοιών και επιβεβαίωσης
Όταν υπάρχει υπόνοια για κρούσμα, ο επίσημος κτηνίατρος λαμβάνει δείγματα και διενεργεί εργαστηριακό έλεγχο. Η αρμόδια αρχή θέτει την εκμετάλλευση υπό επίσημη επιτήρηση με απογραφή και απομόνωση όλων των ζώων, καταγραφή προϊόντων ζωικής προέλευσης και επιδημιολογική έρευνα. Απαγορεύονται οι μετακινήσεις ζώων και προϊόντων, ενώ η κυκλοφορία προσώπων υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς.
Μετά την επιβεβαίωση εστίας, όλα τα ευπαθή ζώα θανατώνονται επί τόπου. Τα πτώματα υποβάλλονται άμεσα σε επεξεργασία, ενώ όλα τα προϊόντα ζωικής προέλευσης από την εκτιμώμενη ημερομηνία εισβολής της νόσου καταστρέφονται. Τα κτίρια και οχήματα καθαρίζονται και απολυμαίνονται με επίσημη επίβλεψη. Η επανεισαγωγή ζώων επιτρέπεται το νωρίτερο εικοσιμία ημέρες μετά τον καθαρισμό, υπό αυστηρούς κανόνες και συνεχή κτηνιατρική επίβλεψη.
Η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής διατηρεί συνεχή επικοινωνία με τις τοπικές κτηνιατρικές υπηρεσίες και εκδίδει λεπτομερείς οδηγίες για τη διαχείριση της νόσου. Η εφαρμογή αυστηρών μέτρων βιοπροφύλαξης και περιορισμών στις μετακινήσεις ζώων, ανθρώπων, προϊόντων και υλικών κρίνεται απολύτως απαραίτητη για τον έλεγχο και τον περιορισμό της εξάπλωσης.
En