Πολύ χαμηλό κίνδυνο επιφέρει για τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η έξαρση της διεισδυτικής μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου στο Κεντ της Αγγλίας. Αυτό αναφέρουν, μεταξύ άλλων, οι υπεύθυνοι του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), σε έκθεσή τους.

Διαβάστε: Συναγερμός αλλά όχι πανικός: Τι λέει το ECDC για τη μηνιγγίτιδα που χτύπησε την Αγγλία


Μηνιγγίτιδα: Τι είναι ο μηνιγγιτιδόκοκκος Β και γιατί προκαλεί ανησυχία

Ο μηνιγγιτιδόκοκκος Β είναι ένα βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει διεισδυτική μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο, μία σοβαρή και ταχέως εξελισσόμενη λοίμωξη που εκδηλώνεται κυρίως ως μηνιγγίτιδα ή σηψαιμία. Η νόσος αυτή, αν και σχετικά σπάνια σε σύγκριση με άλλες λοιμώξεις της παιδικής ηλικίας, έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία επειδή μπορεί να επιδεινωθεί μέσα σε λίγες μόνο ώρες και να απειλήσει άμεσα τη ζωή του ασθενούς. Ο μηνιγγιτιδόκοκκος μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω σταγονιδίων και εκκρίσεων του ανώτερου αναπνευστικού, συνήθως έπειτα από στενή και παρατεταμένη επαφή, όπως μέσα στην οικογένεια, σε χώρους φροντίδας παιδιών, στο σχολείο, σε φοιτητικές εστίες ή σε άλλα περιβάλλοντα συγχρωτισμού. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι πολλοί άνθρωποι μπορεί να είναι φορείς του μικροβίου χωρίς να παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις το βακτήριο καταφέρνει να εισβάλει στην κυκλοφορία του αίματος ή στις μήνιγγες, προκαλώντας νόσο με εξαιρετικά γρήγορη εξέλιξη.


Τα επιδημιολογικά δεδομένα σε Ευρώπη και Ελλάδα - Τι λέει στο parapolitika.gr η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου

Σύμφωνα με όσα αναφέρει η παθολόγος και καθηγήτρια Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, στο parapolitika.gr, «η επιδημιολογία της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου δείχνει ότι η μεγαλύτερη συχνότητα παρατηρείται στα βρέφη και στα μικρά παιδιά, ενώ μια δεύτερη κορύφωση εμφανίζεται στους εφήβους και στους νεαρούς ενήλικες. Στην Ευρώπη, ο μηνιγγιτιδόκοκκος Β αποτελεί σήμερα την κυριότερη οροομάδα που σχετίζεται με διεισδυτική μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά επιδημιολογικά δεδομένα, το 2023 στην ΕΕ/ΕΟΧ καταγράφηκαν 1.895 επιβεβαιωμένα περιστατικά, με συνολική επίπτωση 0,4 κρούσματα ανά 100.000 πληθυσμού. Από τα περιστατικά με γνωστή οροομάδα, το 57% αποδόθηκε στον μηνιγγιτιδόκοκκο Β, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία του ως του συχνότερου υπεύθυνου στελέχους, ιδιαίτερα στις ηλικίες κάτω των 65 ετών. Παρότι η νόσος δεν είναι συχνή σε απόλυτους αριθμούς, η βαρύτητά της και η αιφνίδια εξέλιξή της την καθιστούν μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας».

Όσον αφορά την Ελλάδα, η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου επισημαίνει επίσης στο parapolitika.gr: «Στην Ελλάδα, η οροομάδα Β έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά δεδομένα του ΕΟΔΥ για τη μακροχρόνια επιτήρηση της νόσου, η οροομάδα Β αντιστοιχεί στη μεγάλη πλειονότητα των τυποποιημένων περιστατικών μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου. Για την περίοδο 2004–2023, το 77,1% των τυποποιημένων περιστατικών οφειλόταν στον μηνιγγιτιδόκοκκο Β, ενώ τα πιο πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία της περιόδου 2004–2024 δείχνουν αντίστοιχα ποσοστό 77,6%. Τα δεδομένα αυτά εξηγούν γιατί η ενημέρωση, η πρόληψη και η εμβολιαστική κάλυψη έναντι του μηνιγγιτιδόκοκκου Β έχουν τόσο μεγάλη σημασία για τις οικογένειες, τους επαγγελματίες υγείας και την κοινότητα συνολικά. Για την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, η μέση ετήσια δηλούμενη επίπτωση μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου ήταν 0,51 κρούσματα ανά 100.000 πληθυσμού, ενώ στα παιδιά ηλικίας 0–4 ετών η επίπτωση ήταν σαφώς υψηλότερη, φτάνοντας τα 3,95 ανά 100.000, επιβεβαιώνοντας ότι τα μικρά παιδιά αποτελούν την πιο ευάλωτη ηλικιακή ομάδα».
psaltopoulou


Θνητότητα και σοβαρές επιπλοκές

Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι η σοβαρότητα της νόσου αποτυπώνεται όχι μόνο στη συχνότητά της αλλά και στη θνητότητα και στις επιπλοκές της. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για το 2023 δηλώθηκαν 200 θάνατοι από διεισδυτική μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο, με συνολική θνητότητα περιστατικών 11% στα κρούσματα με γνωστή έκβαση. Για την οροομάδα Β ειδικά, η θνητότητα περιστατικών ήταν 9%. Στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2004–2024, καταγράφηκαν 70 θάνατοι, που αντιστοιχούν σε μέση θνητότητα 6% και μέση ετήσια δηλούμενη θνησιμότητα 0,03 θανάτους ανά 100.000 πληθυσμού.

Παρά τη βελτίωση της ιατρικής φροντίδας και τη δυνατότητα έγκαιρης αντιμικροβιακής θεραπείας, η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος εξακολουθεί να μπορεί να αποβεί θανατηφόρα. Επιπλέον, ακόμη και όταν ο ασθενής επιβιώσει, υπάρχει κίνδυνος σοβαρών μόνιμων επιπλοκών, όπως απώλεια ακοής, νευρολογικές βλάβες, μαθησιακές δυσκολίες, επιληπτικές κρίσεις, ουλές ή ακόμη και ακρωτηριασμοί μετά από βαριά σηψαιμία.

Η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου μας περιγράφει, στη συνέχεια, τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η νόσος: «Τα συμπτώματα της νόσου μπορεί αρχικά να μοιάζουν με εκείνα μιας κοινής λοίμωξης, γεγονός που δυσκολεύει την έγκαιρη αναγνώριση. Ωστόσο, η επιδείνωση μπορεί να είναι εξαιρετικά γρήγορη. Τα συχνότερα συμπτώματα είναι ο υψηλός πυρετός, η έντονη κεφαλαλγία και η δυσκαμψία του αυχένα. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν ναυτία, έμετοι, φωτοφοβία, σύγχυση, υπνηλία ή έντονη καταβολή. Στα βρέφη και στα πολύ μικρά παιδιά τα σημεία είναι συχνά πιο άτυπα και λιγότερο χαρακτηριστικά. Μπορεί να παρουσιαστούν ευερεθιστότητα, συνεχές κλάμα, υπνηλία, μειωμένη σίτιση, έμετοι, ωχρότητα ή διόγκωση της πηγής. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν εμφανιστεί αιμορραγικό, πετεχειώδες ή πορφυρικό εξάνθημα, καθώς αυτό μπορεί να συνδέεται με σηψαιμία και να αποτελεί επείγουσα απειλητική για τη ζωή κατάσταση. Για αυτό, όταν υπάρχει υποψία μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση χωρίς καθυστέρηση».


«Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στον εμβολιασμό»

Εν κατακλείδι, η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου υπογραμμίζει, με ιδιαίτερη έμφαση, την αξία και τη σημασία του εμβολιασμού: «Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στον εμβολιασμό. Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων 2026 στην Ελλάδα, το εμβόλιο MenB-4C για υγιή βρέφη χορηγείται σε δύο δόσεις, στις ηλικίες 2 και 4 μηνών, και ακολουθεί αναμνηστική δόση στην ηλικία 12–15 μηνών. Το εμβόλιο συνιστάται επίσης σε παιδιά και εφήβους που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου, με σχήμα που διαμορφώνεται ανάλογα με την ηλικία και το ατομικό ιατρικό ιστορικό. Η έγκαιρη ενημέρωση και η συζήτηση με τον παιδίατρο ή τον θεράποντα ιατρό είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιβεβαιωθεί ποιο εμβολιαστικό σχήμα είναι κατάλληλο για κάθε παιδί ή έφηβο. Τέλος, αν υπάρξει επιβεβαιωμένο κρούσμα στο οικογενειακό, σχολικό ή άλλο στενό περιβάλλον, οι στενές επαφές πρέπει να επικοινωνήσουν άμεσα με γιατρό ή με τις αρμόδιες υγειονομικές αρχές, καθώς μπορεί να χρειαστεί χημειοπροφύλαξη με αντιβιοτικά και, ανάλογα με την περίπτωση, περαιτέρω καθοδήγηση για εμβολιασμό».