Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας εγκαινιάζει μια πραγματική πρωτιά στον χώρο της Υγείας και της τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης: την πρώτη διεθνώς επαγγελματική εκπαίδευση με τίτλο: «Επαγγελματική Κλινική Μετεκπαίδευση στο Πρωτόκολλο Temperament-Based Therapy with Support (TBT-S) στις Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής Εφήβων και Ενηλίκων για Διαιτολόγους». Το πρόγραμμα αναδεικνύει τον καίριο ρόλο του διαιτολόγου στη διεπιστημονική αντιμετώπιση των Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής, προσφέροντας σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους αποφοίτους και συμβάλλοντας ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας σε έναν από τους πλέον απαιτητικούς τομείς της σύγχρονης κλινικής πράξης.

Διαβάστε: Λήξη πατέντας για Ozempic και Wegovy: "Ανοίγει" ο δρόμος για φθηνά γενόσημα

Το πρόγραμμα υλοποιείται από το Κέντρο Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ. – Π.Θ.), σε συνεργασία με το TBT-S Training Institute (ΗΠΑ) και το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών, επικεφαλής του οποίου είναι η ψυχολόγος, Μαρία Τσιάκα, η οποία μιλά σήμερα στο parapolitika.gr για τα θέματα των διατροφικών διαταραχών σε παιδιά και ενηλίκους, αλλά και, κυρίως, για το πρωτοποριακό αυτό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Κυρία Τσιάκα, ποια θα είναι τα βασικά οφέλη που θα αποκομίσουν οι εκπαιδευόμενοι διαιτολόγοι ολοκληρώνοντας το πρόγραμμα;

Η εν λόγω μετεκπαίδευση προσφέρει στους διαιτολόγους – διατροφολόγους μια υψηλού επιπέδου εξειδίκευση σε ένα καινοτόμο, επιστημονικά τεκμηριωμένο και κλινικά εφαρμόσιμο θεραπευτικό πρωτόκολλο για τις Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής. Η αξία του προγράμματος έγκειται πρωτίστως στο ότι ενισχύει ουσιαστικά τη δυνατότητα των ειδικών να κατανοούν σε μεγαλύτερο βάθος τη σύνθετη φύση των διαταραχών αυτών, όχι μόνο ως προς τη συμπτωματολογία, αλλά και ως προς τους ιδιοσυγκρασιακούς, νευροβιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς μηχανισμούς που συμβάλλουν στην εμφάνιση και διατήρησή τους.

Μέσα από το πρόγραμμα, οι εκπαιδευόμενοι θα αποκτήσουν εξειδικευμένες γνώσεις στην κλινική αξιολόγηση και στη διατροφική θεραπευτική παρέμβαση σε εφήβους και ενήλικες με Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής, ενώ παράλληλα θα ενισχύσουν τις κλινικές δεξιότητές τους στην ανάπτυξη εξατομικευμένων πλάνων φροντίδας.

Με βάση την εμπειρία σας, ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη θεραπεία εφήβων με Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής;

Η θεραπεία εφήβων με Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής είναι μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, καθώς καλείται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις ανάγκες μιας σοβαρής ψυχοπαθολογίας και στις ιδιαιτερότητες μιας κρίσιμης αναπτυξιακής περιόδου. Η εφηβεία αποτελεί φάση έντονων βιολογικών, συναισθηματικών, γνωστικών και κοινωνικών μεταβολών, γεγονός που καθιστά τη θεραπευτική παρέμβαση περισσότερο σύνθετη και πολυπαραγοντική.

Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις είναι η περιορισμένη επίγνωση της σοβαρότητας της νόσου εκ μέρους του ίδιου του εφήβου, καθώς συχνά η διαταραχή δεν βιώνεται ως πρόβλημα, αλλά ως στοιχείο ελέγχου, ασφάλειας ή ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα, η θεραπεία μπορεί να προσλαμβάνεται ως κάτι μη αναγκαίο και επιτακτικό, γεγονός που στα αρχικά στάδια (κυρίως της σίτισης) δυσχεραίνει την οικοδόμηση θεραπευτικής συμμαχίας και την ενίσχυση της κινητοποίησης για αλλαγή.

Παράλληλα, η συμμετοχή της οικογένειας είναι συνήθως καθοριστικής σημασίας, ωστόσο η οικογένεια συχνά βρίσκεται ήδη σε συνθήκη έντονης ψυχικής επιβάρυνσης, φόβου, σύγχυσης και ενοχής. Η πρόκληση έγκειται στο να υποστηριχθούν οι γονείς ώστε να αποτελέσουν αποτελεσματικό παράγοντα ίασης, χωρίς να συμβιβαστούν με την ασθένεια και να ενισχυθούν δυσλειτουργικά μοτίβα αλληλεπίδρασης.

Επιπλέον, στις νεαρές ηλικίες οι επιπτώσεις των Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής δεν περιορίζονται στην πρόσληψη τροφής ή στο σωματικό βάρος, αλλά επηρεάζουν άμεσα τη σωματική ανάπτυξη, τη σχολική λειτουργικότητα, τις κοινωνικές σχέσεις, τη συναισθηματική σταθερότητα και τη συνολική ψυχοκοινωνική πορεία του ατόμου.

Υπάρχουν διαφορές στην κλινική προσέγγιση μεταξύ εφήβων και ενηλίκων ασθενών όσον αφορά τις διατροφικές διαταραχές;

Υφίστανται σαφείς και ουσιώδεις διαφοροποιήσεις στην κλινική προσέγγιση εφήβων και ενηλίκων με Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής, παρότι οι βασικοί θεραπευτικοί στόχοι και οι κεντρικοί ψυχοπαθολογικοί μηχανισμοί παραμένουν σε σημαντικό βαθμό κοινοί. Οι διαφορές αυτές σχετίζονται κυρίως με το αναπτυξιακό στάδιο, τον βαθμό αυτονομίας, τη διάρκεια της νόσου, τη συμμετοχή της οικογένειας και τη συνολική οργάνωση της θεραπευτικής διαδικασίας.

Στους εφήβους, η θεραπευτική παρέμβαση είναι κατά κανόνα περισσότερο οικογενειοκεντρική. Η οικογένεια λειτουργεί ως βασικός θεραπευτικός πυλώνας και η ενεργός εμπλοκή των γονέων ή φροντιστών θεωρείται καθοριστική τόσο για τη διατροφική αποκατάσταση όσο και για τη διαχείριση των συμπεριφορών που σχετίζονται με τη διαταραχή. Η θεραπεία σε αυτή τη φάση καλείται να ισορροπήσει με προσοχή ανάμεσα στην αναγκαία γονεϊκή υποστήριξη και στην εξελικτική ανάγκη του εφήβου να διαμορφώσει σταδιακά την αυτονομία του.

Αντιθέτως, στους ενήλικες ασθενείς η παρέμβαση εστιάζει περισσότερο στην ατομική υπευθυνότητα, στην καλλιέργεια εσωτερικής κινητοποίησης και στην αναγνώριση μακροχρόνιων δυσλειτουργικών μοτίβων που συχνά έχουν παγιωθεί. Παρ’ όλα αυτά η συμμετοχή του υποστηρικτικού πλαισίου κρίνεται επίσης αναγκαία και πολύτιμη στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Σε αυτή την ομάδα παρατηρείται συχνότερα μεγαλύτερη χρονιότητα, αυξημένη συννοσηρότητα και βαθύτερη ενσωμάτωση της διαταραχής στην καθημερινή λειτουργικότητα και στην αυτοαντίληψη του ατόμου, γεγονός που απαιτεί διαφορετικού τύπου θεραπευτική επεξεργασία.

Ποια είναι τα πιο συχνά στερεότυπα ή παρεξηγήσεις γύρω από τις Διατροφικές Διαταραχές που καλείστε να αντιμετωπίσετε;

Ένα από τα πλέον διαδεδομένα και επίμονα στερεότυπα είναι ότι οι Διατροφικές Διαταραχές αφορούν αποκλειστικά το φαγητό, το σωματικό βάρος ή την εικόνα σώματος. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για σοβαρές ψυχικές διαταραχές με πολυπαραγοντική αιτιολογία και πολυεπίπεδη έκφραση, στην οποία συνυφαίνονται βιολογικοί, ψυχολογικοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί παράγοντες. Η διατροφική συμπεριφορά αποτελεί συχνά το πιο ορατό στοιχείο της νόσου, χωρίς ωστόσο να εξαντλεί το εύρος και το βάθος της κλινικής πραγματικότητας.

Μια δεύτερη εξαιρετικά συχνή παρανόηση είναι ότι οι διαταραχές αυτές αφορούν μόνο κορίτσια ή νεαρές γυναίκες με εμφανώς χαμηλό σωματικό βάρος. Η αντίληψη αυτή είναι τόσο επιστημονικά ανακριβής όσο και κλινικά επιζήμια, καθώς οδηγεί σε καθυστερημένη αναγνώριση της διαταραχής σε αγόρια, άνδρες, ενήλικες, άτομα με φυσιολογικό ή αυξημένο σωματικό βάρος και γενικότερα σε πρόσωπα που δεν ανταποκρίνονται στο στερεοτυπικό προφίλ που έχει εδραιωθεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εξίσου προβληματική είναι και η αντίληψη ότι το άτομο θα μπορούσε να ξεπεράσει τη διαταραχή «αν απλώς αποφάσιζε να φάει» ή «αν είχε περισσότερη θέληση». Μια τέτοια προσέγγιση αγνοεί πλήρως τη σοβαρότητα και τη σύνθετη φύση των Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής, ενώ παράλληλα ενισχύει το αίσθημα ενοχής και αποτυχίας τόσο στους ίδιους τους ασθενείς όσο και στις οικογένειές τους.