Τι πραγματικά ισχύει με την ΚΥΑ για την επαφή γιατρού-ασθενή μετά τη λήξη σύμβασης με τον ΕΟΠΥΥ: Γιατί ο ΙΣΘ στέκεται εναντίον του υπουργείου Υγείας
Τι αναφέρει η επίμαχη ΚΥΑ
Τι αναφέρει η επίμαχη ΚΥΑ σχετικά με την επαφή γιατρού-ασθενή μετά τη λήξη σύμβασης με τον ΕΟΠΥΥ και γιατί ξεσηκώθηκε ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης
Η ΚΥΑ που υπέγραψαν στις 11 Μαρτίου ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, και ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Θάνος Πετραλιάς, αφορά τους ιδιώτες προσωπικούς γιατρούς, στη σχέση τους με τους ασφαλισμένους του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) και την αποτροπή του γνωστού φαινομένου της λεγόμενης «περιστρεφόμενης πόρτας».
Ξεσηκώθηκε ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (ΙΣΘ), ο οποίος εξηγεί τη στάση του σε σχετική ανακοίνωσή του, η οποία στον πρόλογό τους τοποθετεί το θέμα: «Η Κοινή Υπουργική Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2026, με την οποία επιβάλλεται σε προσωπικούς ιατρούς συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ η απαγόρευση παρακολούθησης των ασθενών τους για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασής τους, μας βρίσκει κάθετα αντίθετους».
Έτσι, συνεχίζει η σχετική ανακοίνωση του ΙΣΘ: «Η συγκεκριμένη ρύθμιση (η ΚΥΑ, δηλαδή) προσβάλλει ευθέως το θεμελιώδες και αναφαίρετο δικαίωμα του Έλληνα πολίτη να επιλέγει ελεύθερα τον ιατρό του. Η σχέση ιατρού–ασθενούς αποτελεί σχέση εμπιστοσύνης, επιστημονικής συνέχειας και προσωπικής γνώσης του ιατρικού ιστορικού, στοιχεία τα οποία περιγράφονται σαφώς στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και δεν μπορούν να υποκατασταθούν με διοικητικές απαγορεύσεις. Ταυτόχρονα, η εν λόγω απόφαση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, καθώς διακόπτει τη συνέχεια της ιατρικής παρακολούθησης, ιδίως σε ασθενείς με χρόνια νοσήματα ή αυξημένες ανάγκες φροντίδας. Η υποχρεωτική διακοπή της παρακολούθησης από τον θεράποντα ιατρό, παρά τη βούληση του ίδιου του πολίτη, αντιβαίνει στις βασικές αρχές της ιατρικής δεοντολογίας και της ορθής κλινικής πρακτικής. Η Πολιτεία οφείλει να ενισχύει – και όχι να υπονομεύει – τη συνέχεια της φροντίδας και την ελευθερία επιλογής, που αποτελούν πυλώνες ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού συστήματος υγείας. Καλούμε το Υπουργείο Υγείας να επανεξετάσει άμεσα τη συγκεκριμένη διάταξη και να προχωρήσει στην απόσυρσή της, προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η προστασία της δημόσιας υγείας όσο και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πολιτών και των ιατρών. Ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης θα εξαντλήσει κάθε θεσμικό και νομικό μέσο για την ανατροπή μιας ρύθμισης που θίγει τον πυρήνα της ιατρικής πράξης».
Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι όλα αυτά τα δεοντολογικά δεδομένα, τα οποία προβάλλει η ανακοίνωση του ΙΣΘ, πρέπει πάντα να διαφυλάσσονται από τυχόν καταχρηστικές και νομότυπες πρακτικές εκ μέρους μερίδας των ιδίων των προσωπικών γιατρών του ΕΟΠΥΥ, οι οποίοι θα ήθελαν προσωπική πελατεία «αρμέγοντας» τους ασφαλισμένους του Οργανισμού.
«Τροποποιείται η υπό στοιχεία Γ1,ΕΑΛΕ/Γ.Π.οικ.65958/20.12.2024 κοινή υπουργική απόφαση ως εξής:
Στο άρθρο 2 παράγραφος 2 προστίθενται, μετά από τον πίνακα, εδάφια ως εξής: Σε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης των συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προσωπικών ιατρών για οποιονδήποτε λόγο, οι τελευταίοι δεν δύνανται να παρέχουν, για χρονικό διάστημα ενός έτους από τη λήξη ή τη λύση, υπηρεσίες προσωπικού ιατρού ως αμιγώς ιδιώτες για τον πληθυσμό που ήταν εγγεγραμμένος σε αυτούς για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της σύμβασής τους με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Ομοίως, δεν δύνανται να μεταφέρουν εγγεγραμμένο σε αυτούς πληθυσμό υπό την ιδιότητά τους ως συμβεβλημένων προσωπικών ιατρών με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σε εγγεγραμμένο σε αυτούς πληθυσμό ως αμιγώς ιδιωτών προσωπικών ιατρών για χρονικό διάστημα ενός έτους, οι συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατροί της περ. δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 5157/2024, οι οποίοι διαθέτουν ενεργές συμβάσεις».
Ξεσηκώθηκε ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (ΙΣΘ), ο οποίος εξηγεί τη στάση του σε σχετική ανακοίνωσή του, η οποία στον πρόλογό τους τοποθετεί το θέμα: «Η Κοινή Υπουργική Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2026, με την οποία επιβάλλεται σε προσωπικούς ιατρούς συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ η απαγόρευση παρακολούθησης των ασθενών τους για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασής τους, μας βρίσκει κάθετα αντίθετους».
Επαφή γιατρού-ασθενή μετά τη λήξη σύμβασης με τον ΕΟΠΥΥ: Τι προβλέπει η ΚΥΑ και οι αντιδράσεις
Οφείλουμε να αναρωτηθούμε εάν ο ΙΣΘ επιθυμεί να έχει την ευκαιρία, ανά πάσα στιγμή, ο ιδιώτης προσωπικός γιατρός να λύει τη σύμβασή του με τον ΕΟΠΥΥ και, ταυτόχρονα, να παρακρατεί, στο όνομα της συνέχειας της θεραπευτικής σχέσης γιατρού – ασθενή, τους ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ, τους οποίους παρακολουθούσε, έως εκείνη την στιγμή της λύσης της σύμβασης, ως συμβεβλημένος με τον ΕΟΠΥΥ ιδιώτης προσωπικός γιατρός. Δηλαδή, σύμφωνα με τον ΙΣΘ, εάν καταλαβαίνουμε καλά, θα μπορεί ο οποιοσδήποτε ιδιώτης προσωπικός γιατρός – συμβεβλημένος με τον ΕΟΠΥΥ να χρησιμοποιήσει τον Οργανισμό ως «βαρέλι» με πελατεία, στη συνέχεια να λύνει την σύμβασή του με τον ΕΟΠΥΥ και, στη συνέχεια, να έχει τη δυνατότητα για να αξιοποιεί τους ασφαλισμένους εκείνους τους οποίους, στην πραγματικότητα, του είχε παραχωρήσει ο ίδιος ο ΕΟΠΥΥ...Έτσι, συνεχίζει η σχετική ανακοίνωση του ΙΣΘ: «Η συγκεκριμένη ρύθμιση (η ΚΥΑ, δηλαδή) προσβάλλει ευθέως το θεμελιώδες και αναφαίρετο δικαίωμα του Έλληνα πολίτη να επιλέγει ελεύθερα τον ιατρό του. Η σχέση ιατρού–ασθενούς αποτελεί σχέση εμπιστοσύνης, επιστημονικής συνέχειας και προσωπικής γνώσης του ιατρικού ιστορικού, στοιχεία τα οποία περιγράφονται σαφώς στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και δεν μπορούν να υποκατασταθούν με διοικητικές απαγορεύσεις. Ταυτόχρονα, η εν λόγω απόφαση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, καθώς διακόπτει τη συνέχεια της ιατρικής παρακολούθησης, ιδίως σε ασθενείς με χρόνια νοσήματα ή αυξημένες ανάγκες φροντίδας. Η υποχρεωτική διακοπή της παρακολούθησης από τον θεράποντα ιατρό, παρά τη βούληση του ίδιου του πολίτη, αντιβαίνει στις βασικές αρχές της ιατρικής δεοντολογίας και της ορθής κλινικής πρακτικής. Η Πολιτεία οφείλει να ενισχύει – και όχι να υπονομεύει – τη συνέχεια της φροντίδας και την ελευθερία επιλογής, που αποτελούν πυλώνες ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού συστήματος υγείας. Καλούμε το Υπουργείο Υγείας να επανεξετάσει άμεσα τη συγκεκριμένη διάταξη και να προχωρήσει στην απόσυρσή της, προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η προστασία της δημόσιας υγείας όσο και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πολιτών και των ιατρών. Ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης θα εξαντλήσει κάθε θεσμικό και νομικό μέσο για την ανατροπή μιας ρύθμισης που θίγει τον πυρήνα της ιατρικής πράξης».
Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι όλα αυτά τα δεοντολογικά δεδομένα, τα οποία προβάλλει η ανακοίνωση του ΙΣΘ, πρέπει πάντα να διαφυλάσσονται από τυχόν καταχρηστικές και νομότυπες πρακτικές εκ μέρους μερίδας των ιδίων των προσωπικών γιατρών του ΕΟΠΥΥ, οι οποίοι θα ήθελαν προσωπική πελατεία «αρμέγοντας» τους ασφαλισμένους του Οργανισμού.
Τι αναφέρει η επίμαχη ΚΥΑ
Για να ολοκληρώσουμε την ως άνω επιχειρηματολογία μας, καθώς και για να αποδείξουμε το ορθόν των ενστάσεών μας, δεν έχουμε παρά να παραθέσουμε αυτούσια την ρύθμιση της εν λόγω ΚΥΑ, η οποία «αναστάτωσε» τόσο πολύ τον ΙΣΘ – και κανέναν άλλον ιατρικό σύλλογο της χώρας μας, να σημειώσουμε εν προκειμένω. Η επίμαχη ρύθμιση της εν λόγω ΚΥΑ αναφέρει τα εξής, λέξη προς λέξη:«Τροποποιείται η υπό στοιχεία Γ1,ΕΑΛΕ/Γ.Π.οικ.65958/20.12.2024 κοινή υπουργική απόφαση ως εξής:
Στο άρθρο 2 παράγραφος 2 προστίθενται, μετά από τον πίνακα, εδάφια ως εξής: Σε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης των συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προσωπικών ιατρών για οποιονδήποτε λόγο, οι τελευταίοι δεν δύνανται να παρέχουν, για χρονικό διάστημα ενός έτους από τη λήξη ή τη λύση, υπηρεσίες προσωπικού ιατρού ως αμιγώς ιδιώτες για τον πληθυσμό που ήταν εγγεγραμμένος σε αυτούς για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της σύμβασής τους με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Ομοίως, δεν δύνανται να μεταφέρουν εγγεγραμμένο σε αυτούς πληθυσμό υπό την ιδιότητά τους ως συμβεβλημένων προσωπικών ιατρών με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σε εγγεγραμμένο σε αυτούς πληθυσμό ως αμιγώς ιδιωτών προσωπικών ιατρών για χρονικό διάστημα ενός έτους, οι συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατροί της περ. δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 5157/2024, οι οποίοι διαθέτουν ενεργές συμβάσεις».
En