Ελαιόλαδο κάθε μέρα; Οι επιστήμονες εξετάζουν τη σύνδεση με το λίπος στην κάτω κοιλιά
Τι δείχνει μελέτη
Νέα ιταλική μελέτη σε 16.273 άτομα δείχνει ότι η συχνή κατανάλωση ελαιολάδου συνδέεται με χαμηλότερο ΔΜΣ και μικρότερη περίμετρο μέσης, μειώνοντας τον κίνδυνο κοιλιακού λίπους
Η τακτική κατανάλωση εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, βασικού στοιχείου της μεσογειακής διατροφής, φαίνεται να σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο συσσώρευσης σπλαχνικού λίπους στην περιοχή της κοιλιάς — τύπος λίπους που έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και ορισμένες μορφές καρκίνου.
Ιταλική επιστημονική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 16.273 ενήλικες, οι οποίοι συμπλήρωσαν ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο σχετικά με τη διατροφή τους, τις συνήθειες ζωής, το σωματικό βάρος, την ηλικία, την περίμετρο μέσης και τον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ).
Οι συμμετέχοντες κατατάχθηκαν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη συχνότητα κατανάλωσης ελαιολάδου: λιγότερο από τρεις ημέρες την εβδομάδα, τρεις έως πέντε ημέρες και έξι ή περισσότερες ημέρες εβδομαδιαίως.
Η ανάλυση κατέδειξε ότι όσοι χρησιμοποιούσαν ελαιόλαδο σχεδόν καθημερινά εμφάνιζαν χαμηλότερο ΔΜΣ και μικρότερη περίμετρο μέσης σε σύγκριση με άτομα που το κατανάλωναν πιο σπάνια.
Ακόμη και μετά από στατιστική προσαρμογή για παράγοντες όπως ηλικία, φύλο και τρόπος ζωής, διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με σπάνια κατανάλωση ελαιολάδου είχαν έως και πέντε φορές μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης κοιλιακής παχυσαρκίας σε σχέση με εκείνους που το κατανάλωναν συστηματικά.
Σημαντικό είναι επίσης ότι η συσχέτιση μεταξύ ελαιολάδου και μικρότερης περιφέρειας μέσης παρέμεινε ισχυρή ακόμη και όταν ελήφθη υπόψη η συνολική προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή — ένα διατροφικό μοντέλο που βασίζεται σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ψάρια και το ελαιόλαδο ως βασική πηγή λιπαρών. Στη στατιστική επεξεργασία, το ελαιόλαδο φάνηκε να λειτουργεί όχι μόνο ως στοιχείο ενός υγιεινού προτύπου, αλλά και ως ανεξάρτητος προστατευτικός παράγοντας.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι περίπου το 62% της προστατευτικής επίδρασης της μεσογειακής διατροφής απέναντι στο κοιλιακό λίπος μπορεί να αποδοθεί ειδικά στο ελαιόλαδο. Στις πιθανές εξηγήσεις περιλαμβάνονται η υψηλή περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξύ — λιπαρό οξύ που συνδέεται με καλύτερη ρύθμιση της ινσουλίνης — καθώς και οι φαινολικές ενώσεις όπως η υδροξυτυροσόλη και η ολεοκανθάλη, οι οποίες έχουν αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η μελέτη είναι διατομεακή, γεγονός που σημαίνει πως καταγράφει συσχετίσεις σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν επιτρέπει συμπεράσματα αιτιότητας. Με άλλα λόγια, τα δεδομένα δεν αποδεικνύουν ότι το ελαιόλαδο από μόνο του μειώνει το κοιλιακό λίπος, αλλά ότι η συστηματική κατανάλωσή του συνδέεται με ευνοϊκότερους μεταβολικούς δείκτες.
Επιπλέον, τα στοιχεία βασίστηκαν σε αυτοαναφορές των συμμετεχόντων, κάτι που αφήνει περιθώρια σφαλμάτων στις μετρήσεις. Το ερωτηματολόγιο δεν περιλάμβανε κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά όπως εισόδημα, κάπνισμα ή οικογενειακή κατάσταση, ενώ το δείγμα αποτελούνταν κυρίως από Ευρωπαίους.
Παρά τους περιορισμούς, οι επιστήμονες σημειώνουν ότι το μεγάλο μέγεθος του δείγματος και η σταθερότητα των αποτελεσμάτων ενισχύουν τη βαρύτητα των ευρημάτων, αν και υπογραμμίζουν την ανάγκη για μακροχρόνιες μελέτες ώστε να επιβεβαιωθεί ο ρόλος του ελαιολάδου στη μείωση του σπλαχνικού λίπους.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Nutrition.
Ιταλική επιστημονική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 16.273 ενήλικες, οι οποίοι συμπλήρωσαν ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο σχετικά με τη διατροφή τους, τις συνήθειες ζωής, το σωματικό βάρος, την ηλικία, την περίμετρο μέσης και τον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ).
Οι συμμετέχοντες κατατάχθηκαν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη συχνότητα κατανάλωσης ελαιολάδου: λιγότερο από τρεις ημέρες την εβδομάδα, τρεις έως πέντε ημέρες και έξι ή περισσότερες ημέρες εβδομαδιαίως.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα για την κατανάλωση ελαιολάδου
Η ανάλυση κατέδειξε ότι όσοι χρησιμοποιούσαν ελαιόλαδο σχεδόν καθημερινά εμφάνιζαν χαμηλότερο ΔΜΣ και μικρότερη περίμετρο μέσης σε σύγκριση με άτομα που το κατανάλωναν πιο σπάνια.Ακόμη και μετά από στατιστική προσαρμογή για παράγοντες όπως ηλικία, φύλο και τρόπος ζωής, διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με σπάνια κατανάλωση ελαιολάδου είχαν έως και πέντε φορές μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης κοιλιακής παχυσαρκίας σε σχέση με εκείνους που το κατανάλωναν συστηματικά.
Σημαντικό είναι επίσης ότι η συσχέτιση μεταξύ ελαιολάδου και μικρότερης περιφέρειας μέσης παρέμεινε ισχυρή ακόμη και όταν ελήφθη υπόψη η συνολική προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή — ένα διατροφικό μοντέλο που βασίζεται σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ψάρια και το ελαιόλαδο ως βασική πηγή λιπαρών. Στη στατιστική επεξεργασία, το ελαιόλαδο φάνηκε να λειτουργεί όχι μόνο ως στοιχείο ενός υγιεινού προτύπου, αλλά και ως ανεξάρτητος προστατευτικός παράγοντας.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι περίπου το 62% της προστατευτικής επίδρασης της μεσογειακής διατροφής απέναντι στο κοιλιακό λίπος μπορεί να αποδοθεί ειδικά στο ελαιόλαδο. Στις πιθανές εξηγήσεις περιλαμβάνονται η υψηλή περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξύ — λιπαρό οξύ που συνδέεται με καλύτερη ρύθμιση της ινσουλίνης — καθώς και οι φαινολικές ενώσεις όπως η υδροξυτυροσόλη και η ολεοκανθάλη, οι οποίες έχουν αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση.
Οι περιορισμοί της έρευνας
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η μελέτη είναι διατομεακή, γεγονός που σημαίνει πως καταγράφει συσχετίσεις σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν επιτρέπει συμπεράσματα αιτιότητας. Με άλλα λόγια, τα δεδομένα δεν αποδεικνύουν ότι το ελαιόλαδο από μόνο του μειώνει το κοιλιακό λίπος, αλλά ότι η συστηματική κατανάλωσή του συνδέεται με ευνοϊκότερους μεταβολικούς δείκτες.Επιπλέον, τα στοιχεία βασίστηκαν σε αυτοαναφορές των συμμετεχόντων, κάτι που αφήνει περιθώρια σφαλμάτων στις μετρήσεις. Το ερωτηματολόγιο δεν περιλάμβανε κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά όπως εισόδημα, κάπνισμα ή οικογενειακή κατάσταση, ενώ το δείγμα αποτελούνταν κυρίως από Ευρωπαίους.
Παρά τους περιορισμούς, οι επιστήμονες σημειώνουν ότι το μεγάλο μέγεθος του δείγματος και η σταθερότητα των αποτελεσμάτων ενισχύουν τη βαρύτητα των ευρημάτων, αν και υπογραμμίζουν την ανάγκη για μακροχρόνιες μελέτες ώστε να επιβεβαιωθεί ο ρόλος του ελαιολάδου στη μείωση του σπλαχνικού λίπους.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Nutrition.
En