Το φερμουάρ είναι από εκείνα τα αντικείμενα που χρησιμοποιούμε καθημερινά, χωρίς να σκεφτόμαστε καν πώς ονομάζεται στην πραγματικότητα στη γλώσσα μας. Κι όμως, έχει κανονική ελληνική ονομασία — απλώς είναι σχεδόν άγνωστη στους περισσότερους.

Διαβάστε: Τι σημαίνει η σπάνια λέξη "κεκαρμένος" και σε ποιες περιπτώσεις τη χρησιμοποιούμε


Στα ελληνικά, το φερμουάρ λέγεται τορμοσυνάπτης. Πρόκειται για έναν όρο που δύσκολα συναντά κανείς στην καθημερινή ομιλία, παρότι περιγράφει με ακρίβεια τη λειτουργία του μηχανισμού που «κλειδώνει» ρούχα, τσάντες και βαλίτσες.


Φερμουάρ: Από πού προέρχεται η λέξη «τορμοσυνάπτης»

Η λέξη προκύπτει από τη σύνθεση δύο αρχαίων ελληνικών ρημάτων:
  • τόρμος, που σημαίνει μικρή προεξοχή ή δόντι από ξύλο ή μέταλλο
  • συνάπτω, που σημαίνει ενώνω, συνδέω
Με απλά λόγια, ο «τορμοσυνάπτης» είναι ο μηχανισμός που ενώνει διαδοχικά μικρά «δόντια» ώστε να κλείνει δύο επιφάνειες μεταξύ τους — ακριβώς δηλαδή ό,τι κάνει και το φερμουάρ.


Ποιος επινόησε το φερμουάρ

Η ιστορία του ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1893, ο Αμερικανός εφευρέτης Γουίκομπ Τζάντσον παρουσίασε τον πρώτο πρόδρομο του φερμουάρ, έναν μηχανισμό που βασιζόταν σε κρίκους και άγκιστρα και προοριζόταν κυρίως για υποδήματα.

Αν και η αρχική κατασκευή δεν είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, άνοιξε τον δρόμο για τη μετέπειτα εξέλιξη του μηχανισμού, ο οποίος σήμερα θεωρείται αυτονόητο στοιχείο σε ρούχα και αξεσουάρ.