Κάποιος μπορεί να φύγει από μια συνάντηση που έμοιαζε απολύτως φυσιολογική. Ή από ένα δείπνο που κύλησε ευχάριστα. Ακόμη και από μια τυχαία συζήτηση που, επιφανειακά, δεν φαίνεται να χρειάζεται περαιτέρω σκέψη. Δεν υπήρξε καβγάς ούτε εμφανής ένταση. Κι όμως, αργότερα το ίδιο βράδυ, η συζήτηση επιστρέφει αθόρυβα στο μυαλό.

Ξανακούει τον τόνο της φωνής του. Θυμάται τις εκφράσεις του συνομιλητή του. Επανεξετάζει μια φράση που τότε φάνηκε ουδέτερη. Ερωτήματα αρχίζουν να εμφανίζονται: «Τι σήμαινε εκείνη η παύση;». «Μήπως το αστείο μου ακούστηκε εκβιασμένο;». «Θα έπρεπε να το είχα πει διαφορετικά;»

Αυτό που συνήθως αποκαλείται «υπερβολική σκέψη» (overthinking) μπορεί στην πραγματικότητα να είναι κάτι πιο σύνθετο.


Δεν είναι απλώς overthinking – Είναι επεξεργασία κοινωνικού ρίσκου

Αυτό το μοτίβο σκέψης δεν είναι τυχαίο και δεν προκύπτει πάντα από ανασφάλεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αφορά καν τις λέξεις που ειπώθηκαν, αλλά το κοινωνικό ρίσκο. Ο εγκέφαλος είναι προγραμματισμένος να παρακολουθεί την αποδοχή και τη θέση ενός ατόμου μέσα σε μια ομάδα, επειδή ιστορικά η κοινωνική θέση επηρέαζε την ασφάλεια και την επιβίωση.

Έρευνα της νευροεπιστήμονα Naomi Eisenberger (Science, 2003) έδειξε ότι η κοινωνική απόρριψη ενεργοποιεί τον πρόσθιο προσαγώγιο φλοιό, την ίδια περιοχή του εγκεφάλου που επεξεργάζεται τον σωματικό πόνο. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος δεν αντιμετωπίζει τις κοινωνικές απειλές ως κάτι ασήμαντο. Τις καταγράφει ως ιδιαίτερα σημαντικές.


Τι συμβαίνει στο μυαλό κατά την «επανάληψη» μιας συζήτησης

Όταν κάποιος αναρωτιέται «γιατί αναλύω όσα είπα μετά τη συζήτηση;», η απάντηση βρίσκεται σε έναν πρακτικό μηχανισμό: ο εγκέφαλος εκτελεί μια προσομοίωση πρόβλεψης.

Στη διαδικασία αυτή:
  • σαρώνει για πιθανά κοινωνικά λάθη
  • ελέγχει ασαφή μηνύματα
  • δοκιμάζει εναλλακτικές απαντήσεις
  • προσπαθεί να προβλέψει πιθανές συνέπειες

Από γνωστική άποψη, πρόκειται για έναν «βρόχο διόρθωσης σφαλμάτων». Η δυσφορία που νιώθει κάποιος δεν προέρχεται από την ίδια τη μνήμη της συζήτησης, αλλά από την αβεβαιότητα που περιέχει. Αυτή η ανεπίλυτη ένταση μπορεί να αφήσει κάποιον εξαντλημένο μετά από ορισμένες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.


Γιατί κάποιες συζητήσεις «κολλάνε» για μέρες

Δεν επαναλαμβάνονται στο μυαλό όλες οι συζητήσεις. Η διαφορά συχνά δεν σχετίζεται με την προσωπικότητα αλλά με το διακύβευμα που αντιλαμβάνεται κάποιος.

Η ένταση αυξάνεται όταν:
  • το άλλο άτομο έχει εξουσία (π.χ. προϊστάμενος ή πελάτης)
  • αποκαλύφθηκε κάτι προσωπικό ή ευάλωτο
  • η αντίδραση που δόθηκε ήταν ασαφής ή διφορούμενη
Λόγω της αρνητικής προκατάληψης (negativity bias), ο εγκέφαλος τείνει να ερμηνεύει ουδέτερα σήματα με καχυποψία. Επιπλέον, το φαινόμενο Zeigarnik δείχνει ότι οι ημιτελείς καταστάσεις παραμένουν πιο ενεργές στη μνήμη. Μια συζήτηση χωρίς σαφές τέλος μπορεί να καταγραφεί ως μια «εκκρεμότητα» που χρειάζεται επίλυση.


Πότε το overthinking παύει να είναι χρήσιμο

Η υγιής επανεξέταση μιας συζήτησης έχει ένα τέλος. Οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα και στη συνέχεια σταματά. Μπορεί να βοηθήσει κάποιον να βελτιώσει την επικοινωνία του στο μέλλον.

Αντίθετα, η ανθυγιεινή επανεξέταση – ο λεγόμενος μηρυκασμός – επαναλαμβάνεται χωρίς να προσφέρει νέα κατανόηση. Όταν κάποιος σκέφτεται ξανά και ξανά το ίδιο σημείο χωρίς να προκύπτουν νέες πληροφορίες, τότε ο μηχανισμός παύει να είναι χρήσιμος και μετατρέπεται σε παγίδα.


Πώς μπορεί να περιοριστεί το overthinking

Η προσπάθεια να επιβάλει κάποιος στον εαυτό του να σκέφτεται θετικά σπάνια λειτουργεί, καθώς ο εγκέφαλος μπορεί να ερμηνεύσει αυτή την πίεση ως «ανεπίλυτο ρίσκο». Μια πιο δομημένη προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει.

Μερικά βήματα που προτείνονται είναι:

Προσδιορισμός του πραγματικού ρίσκου
Να αναγνωρίσει κάποιος τι ακριβώς φοβάται ότι μπορεί να συμβεί.

Διαχωρισμός γεγονότων και ερμηνείας
Να ξεχωρίσει τι ειπώθηκε αντικειμενικά από το τι αποτελεί προσωπική ερμηνεία.

Χρονικό όριο στην ανάλυση
Να δοθεί συγκεκριμένος χρόνος για επανεξέταση της συζήτησης.

Μετατόπιση από το «γιατί» στο «τι»
Αντί για «γιατί το είπα αυτό;», να σκεφτεί «τι θα πω την επόμενη φορά;».


Είναι σημάδι άγχους;

Το να αναπαράγει κάποιος συζητήσεις στο μυαλό του δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι ανασφαλής ή υπερβολικά αγχώδης. Πρόκειται συχνά για μια φυσιολογική διαδικασία κοινωνικής μάθησης. Γίνεται προβληματικό μόνο όταν είναι επίμονο, εξαντλητικό ή δεν σχετίζεται με πραγματικές συνέπειες.

Σε πολλές περιπτώσεις, η αποδοχή ότι «η στιγμή πέρασε και δεν υπάρχουν όλα τα δεδομένα» βοηθά τον εγκέφαλο να καταγράψει τη συζήτηση ως ολοκληρωμένη. Το να ξαναπαίζει κάποιος συζητήσεις στο μυαλό του δεν σημαίνει ότι είναι «εύθραυστος». Σημαίνει ότι ο εγκέφαλος εντόπισε κάτι ασαφές και προσπαθεί να το ελέγξει για λόγους προστασίας.

Ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστεί αυτή η λειτουργία, καθώς αποτελεί έναν μηχανισμό που βοηθά στη βελτίωση της κοινωνικής συμπεριφοράς. Το ζητούμενο είναι η αναλογικότητα, ώστε η σκέψη να λειτουργεί ως εργαλείο κατανόησης και όχι ως παγίδα που εγκλωβίζει το άτομο.