Η αντίληψη για το τι θεωρείται ψηλό ανάστημα έχει μεταβληθεί ριζικά τον τελευταίο αιώνα στην Ελλάδα. Σήμερα, κάποιος με ύψος 1.85 χαρακτηρίζεται ψηλός, ενώ όσοι φτάνουν ή ξεπερνούν το 1.90 ακούν συχνά το γνωστό αστείο να τους ζητούν να φέρουν κάτι από το ψηλό ράφι. Το ύψος των 1.75 πλέον αντιμετωπίζεται ως μέσος όρος. Ωστόσο, αν επιστρέψουμε χρονικά έναν αιώνα πίσω, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική.

Το μέσο ύψος των Ελλήνων τη δεκαετία του 1930

Κατά τη δεκαετία του 1930, το μέσο ύψος των ανδρών στην Ελλάδα κυμαινόταν μεταξύ 1.66 και 1.68. Κάποιος που έφτανε το 1.75 θεωρούνταν πραγματικά ψηλός, ενώ όποιος άγγιζε το 1.80 ήταν σπάνιο φαινόμενο. Τα παιδιά με τέτοιο ανάστημα προκαλούσαν θαυμασμό, με τους γύρω τους να προβλέπουν μέλλον στρατηγού ή αθλητή, ακόμα κι αν το μπάσκετ δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί όπως στις μέρες μας.

Οι γυναίκες εκείνης της εποχής αντιλαμβάνονταν έναν άνδρα ύψους 1.75 ως επιβλητική φυσιογνωμία. Όσοι ξεπερνούσαν το 1.80 τραβούσαν αναπόφευκτα τα βλέμματα στους δρόμους, με παρόμοιο τρόπο που σήμερα προσελκύει την προσοχή κάποιος που πλησιάζει τα δύο μέτρα. Δεν επρόκειτο απλώς για αριθμητική διαφορά, αλλά για ολόκληρη παρουσία. Το ψηλό ανάστημα εκείνη την περίοδο δημιουργούσε εντύπωση ξενικότητας, σχεδόν υπερφυσικής ιδιότητας.

Πώς αλλάζει η αντίληψη του ύψους με τον χρόνο

Στις παλιές σχολικές φωτογραφίες διακρίνουμε πάντα έναν ή δύο μαθητές να ξεχωρίζουν στην πίσω σειρά. Σήμερα, αυτά τα άτομα θα ήταν απλώς μέσου αναστήματος. Η πάροδος του χρόνου μεταμόρφωσε τα πάντα: η βελτιωμένη διατροφή, η γενετική εξέλιξη, η προηγμένη ιατρική περίθαλψη, ακόμη και η ποιότητα των υποδημάτων συνέβαλαν στην αύξηση. Το μέσο ύψος στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σημαντικά, και μαζί του έχει ανέβει το όριο που ορίζει τον «ψηλό άνθρωπο».

Στη σύγχρονη εποχή, το ύψος των 1.85 αντιμετωπίζεται ως ψηλό χωρίς να προκαλεί ιδιαίτερο θαυμασμό. Για να χαρακτηριστεί κάποιος ως πολύ ψηλός, χρειάζεται να φτάσει ή να ξεπεράσει το 1.90. Η ίδια η έννοια του ψηλού αναστήματος έχει μετατοπιστεί προς τα πάνω. Δεν μεταβλήθηκε μόνο ο μέσος όρος ύψους, αλλά και το σημείο αναφοράς σύγκρισης. Αυτό που κάποτε προκαλούσε δέος και θαυμασμό, σήμερα αποτελεί κοινή πραγματικότητα.

Η ψυχολογία της αντίληψης του ύψους

Το ανθρώπινο μάτι δεν αξιολογεί με ακρίβεια εκατοστών. Κρίνει μέσα από εικόνες, συνήθειες και συγκρίσεις. Όταν ζεις σε κοινωνία όπου το μέσο ύψος πλησιάζει το 1.85, δεν αισθάνεσαι ιδιαίτερα ψηλός. Αντίθετα, αν μεταφερόσουν το ίδιο ανάστημα στην Ελλάδα του 1930, θα ήσουν το άτομο που όλοι θα κοίταζαν με θαυμασμό, εκείνος που θα πρωτοστατούσε σε κάθε παρέλαση και εκδήλωση.