Κι όμως, η "κάλτσα" δεν είναι ελληνική λέξη - Πώς λέγεται στα ελληνικά
Η άγνωστη ιστορία της
Από το «πίλημα» του Ησιόδου και τους συκκούς των αρχαίων Ελλήνων μέχρι τις σύγχρονες κάλτσες. Η συναρπαστική ιστορία ενός από τα πιο καθημερινά ενδύματα
Η ιστορία της κάλτσας έχει τις ρίζες της στην Αρχαία Ελλάδα και εκτείνεται σε βάθος χιλιάδων ετών. Από το «πίλημα» που αναφέρει ο Ησίοδος τον 8ο αιώνα π.Χ. μέχρι τις σύγχρονες κάλτσες, το συγκεκριμένο ένδυμα ακολούθησε μια μακρά πορεία εξέλιξης.
Η πρώτη γνωστή αναφορά στις κάλτσες εντοπίζεται τον 8ο αιώνα π.Χ., όταν ο αρχαίος Έλληνας ποιητής Ησίοδος κάνει λόγο για το «πίλημα», ένα είδος κάλτσας κατασκευασμένο από τρίχες ζώων. Ο Ησίοδος, που έζησε περίπου το 750-700 π.Χ. στην Άσκρα της Βοιωτίας, στους πρόποδες του Ελικώνα, περιγράφει στο έργο του «Έργα και Ημέραι» τρόπους προστασίας από το κρύο. Συμβουλεύει τον αδελφό του Πέρση για τα κατάλληλα ενδύματα που πρέπει να φορά στο κεφάλι, στο σώμα και στα πόδια. Για τα πόδια συγκεκριμένα, προτείνει τη χρήση πεδίλων και την περιτύλιξή τους με πίλημα, δηλαδή ύφασμα από συμπιεσμένα μαλλιά ή τρίχες ζώων, γνωστό και ως κετσές.
Η σημερινή λέξη «κάλτσα» προέρχεται από τη λατινική λέξη soccus, η οποία περιέγραφε ένα χαμηλό και άνετο παπούτσι ή παντόφλα που χρησιμοποιούσαν τόσο οι αρχαίοι Έλληνες όσο και οι Ρωμαίοι κωμικοί. Στην πορεία των αιώνων, η λέξη εξελίχθηκε σε socc στα αρχαία αγγλικά και αργότερα σε socke στη μεσαιωνική αγγλική γλώσσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και η λατινική ονομασία προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «συκκός», που σήμαινε φρυγικό παπούτσι, δηλαδή υπόδημα προερχόμενο από τη Φρυγία.
Πολλοί αρχαίοι Έλληνες φορούσαν τους συκκούς κάτω από τα σανδάλια τους, μια πρακτική που θυμίζει αντίστοιχους συνδυασμούς υποδημάτων και καλτσών στη σύγχρονη εποχή. Όταν αφαιρούσαν τα σανδάλια τους, μπορούσαν να κινούνται μέσα στο σπίτι φορώντας μόνο τους συκκούς.
Οι Ρωμαίοι συνήθιζαν αρχικά να τυλίγουν τα πόδια τους με λωρίδες δέρματος ή μάλλινου υφάσματος. Αργότερα, περίπου τον 2ο αιώνα μ.Χ., εμφανίστηκαν οι λεγόμενες udones, οι οποίες κατασκευάζονταν από μάλλινα υφάσματα και χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη και προστασία των ποδιών.
Οι πρώτες πλεκτές κάλτσες που έχουν βρεθεί προέρχονται από αιγυπτιακούς τάφους και χρονολογούνται από τον 3ο έως τον 6ο αιώνα μ.Χ. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν σημαντική μαρτυρία για την εξέλιξη της τεχνικής κατασκευής των καλτσών κατά την ύστερη αρχαιότητα.
Στην Ευρώπη οι πρώτες κάλτσες είχαν τη μορφή λωρίδων υφάσματος τυλιγμένων γύρω από τις πατούσες και τις κνήμες και ήταν γνωστές ως περικνήμια ή γκέτες. Κατά τον Μεσαίωνα, καθώς τα παντελόνια άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερο μήκος, οι κάλτσες εξελίχθηκαν σε εφαρμοστά ενδύματα που κάλυπταν το κάτω μέρος του ποδιού και στερεώνονταν με καλτσοδέτες. Όταν αργότερα οι ανδρικές βράκες άρχισαν και πάλι να κονταίνουν, οι κάλτσες έγιναν ψηλότερες.
Περί τον 12ο αιώνα προστέθηκε στις κάλτσες και το τμήμα που κάλυπτε την πατούσα. Γύρω στο 1490, τα κοντά παντελόνια ενώθηκαν με τις κάλτσες δημιουργώντας ένα νέο είδος ενδύματος, το οποίο αποτέλεσε τον πρόδρομο του σημερινού καλσόν. Τα πρώτα αυτά καλσόν κατασκευάζονταν από πολύχρωμα υφάσματα, όπως μετάξι, μαλλί και βελούδο, ενώ συχνά κάθε πόδι είχε διαφορετικό χρώμα.
Κατά τον 15ο αιώνα, στη Σκωτία ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένες οι πλεκτές κάλτσες που έφταναν μέχρι το γόνατο. Η μόδα αυτή εξαπλώθηκε αργότερα και στη Γαλλία, συμβάλλοντας στην περαιτέρω ανάπτυξη της υφαντουργίας και της πλεκτικής τέχνης.
Η ευρωπαϊκή μόδα των δύο αυτών αιώνων επηρεάστηκε σημαντικά από την Ισπανία, η οποία εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλη οικονομική άνθηση χάρη στα πλούτη του Νέου Κόσμου. Τα ισπανικά ενδύματα ξεχώριζαν για τα πλούσια κεντήματα και τα εντυπωσιακά διακοσμητικά στοιχεία. Οι ανδρικές κάλτσες της περιόδου κατασκευάζονταν κυρίως από μετάξι και συχνά έφεραν περίτεχνα κεντημένα εμβλήματα, αποτελώντας σύμβολο κοινωνικής θέσης και πολυτέλειας.
En