Η γενιά που έμαθε την αυτάρκεια πριν γίνει... μόδα - Τι μπορούν να διδαχθούν οι νεότεροι
Η νέα τάση της αυτοβελτίωσης
Οι άνθρωποι που σήμερα είναι 70 και 80 ετών απέκτησαν στην παιδική τους ηλικία δεξιότητες που πλέον διδάσκονται μέσω σεμιναρίων αυτοβελτίωσης
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η βιομηχανία ευεξίας και αυτοβελτίωσης έχει αναπτύξει μια ολόκληρη αγορά γύρω από την εκπαίδευση των ενηλίκων στο πώς να διαχειρίζονται τη δυσφορία, να αντιμετωπίζουν δύσκολα συναισθήματα, να λύνουν μόνοι τους τα προβλήματά τους και να εμπιστεύονται την κρίση τους.
Σεμινάρια, βιβλία και προγράμματα προσωπικής ανάπτυξης υπόσχονται να καλλιεργήσουν δεξιότητες που, σύμφωνα με όλο και περισσότερες έρευνες, οι άνθρωποι που σήμερα βρίσκονται στην έβδομη και όγδοη δεκαετία της ζωής τους απέκτησαν σχεδόν φυσικά, ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο μεγάλωσαν. Η παρατήρηση αυτή δεν είναι καινούργια. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία έχει συγκεντρωθεί σημαντικός όγκος ερευνών που εξετάζουν πώς άλλαξε η παιδική ηλικία και πώς αυτή η αλλαγή επηρέασε τις ικανότητες των ενηλίκων.
Η μελέτη της μείωσης των ανεξάρτητων δραστηριοτήτων των παιδιών αποτελεί ένα από τα πιο τεκμηριωμένα πεδία της αναπτυξιακής ψυχολογίας. Ο ψυχολόγος του Boston College, Peter Gray, μελετά εδώ και χρόνια το συγκεκριμένο φαινόμενο. Σε δημοσίευσή του το 2011 στο American Journal of Play, συγκέντρωσε στοιχεία που δείχνουν ότι τα τελευταία 50 έως 70 χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες, το ελεύθερο παιχνίδι των παιδιών με συνομηλίκους έχει μειωθεί σημαντικά.
Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1970, η καθημερινότητα των παιδιών ήταν πολύ διαφορετική. Τα παιδιά έφευγαν από το σπίτι μετά το πρωινό και οι γονείς τα έβλεπαν ξανά το βράδυ. Πήγαιναν μόνα τους στο σχολείο, συχνά από την ηλικία των πέντε ή έξι ετών. Έλυναν μόνα τους τις διαφωνίες με τους φίλους τους, χωρίς την παρέμβαση ενηλίκων. Παράλληλα, περνούσαν μεγάλα διαστήματα βαρεμάρας, κάτι που θεωρούνταν φυσικό κομμάτι της παιδικής ηλικίας και όχι πρόβλημα που έπρεπε να λύσουν οι γονείς.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό δεν σημαίνει εξιδανίκευση της εποχής εκείνης, καθώς υπήρχαν πραγματικά προβλήματα και δυσκολίες που η σημερινή κοινωνία προσπαθεί να αποτρέψει. Ωστόσο, η σταδιακή εξαφάνιση του ελεύθερου χρόνου και των δραστηριοτήτων χωρίς επίβλεψη ενηλίκων είναι τόσο σημαντική ώστε να θεωρείται πλέον μία ξεκάθαρη γενεακή αλλαγή.
Σύμφωνα με τον Peter Gray και άλλους ερευνητές, ο ελεύθερος χρόνος της παιδικής ηλικίας καλλιεργούσε δεξιότητες που τότε περνούσαν απαρατήρητες. Τα παιδιά που έπρεπε να αντιμετωπίσουν τη βαρεμάρα τους μάθαιναν να ανακαλύπτουν μόνα τους ενδιαφέροντα και δραστηριότητες. Όσα έλυναν μόνα τους τις συγκρούσεις τους ανέπτυσσαν κοινωνικές δεξιότητες και μάθαιναν να διαπραγματεύονται.
Τα παιδιά που πήγαιναν μόνα τους στο σχολείο αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους και συνειδητοποιούσαν ότι μπορούν να κινούνται αυτόνομα στον κόσμο. Ακόμη και οι ώρες χωρίς δραστηριότητες είχαν τη δική τους αξία, καθώς τα παιδιά μάθαιναν ότι η δυσφορία ή η ανία είναι προσωρινές καταστάσεις και ότι κάτι δημιουργικό μπορεί να προκύψει μέσα από αυτές.
Σε σχόλιο που δημοσιεύτηκε το 2023 στο Journal of Pediatrics, ο Gray και οι συνεργάτες του σημείωσαν ότι η μείωση αυτών των εμπειριών συνοδεύεται από μετρήσιμη μείωση της αίσθησης των παιδιών ότι μπορούν να διαχειριστούν μόνα τους τα προβλήματά τους.
Οι δεξιότητες αυτές δεν είχαν τότε συγκεκριμένες ονομασίες ούτε διδάσκονταν συστηματικά. Αποτελούσαν αποτέλεσμα της καθημερινής ζωής και χτίζονταν μέσα από εκατοντάδες μικρές εμπειρίες. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι άνθρωποι που σήμερα βρίσκονται στα 70 και τα 80 τους χρόνια είναι πιθανότατα η τελευταία γενιά που απέκτησε αυτές τις ικανότητες σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την παιδική της ηλικία. Οι γενιές που ακολούθησαν, κυρίως από τη δεκαετία του 1980 και μετά, μεγάλωσαν σε περισσότερο οργανωμένα και επιτηρούμενα περιβάλλοντα, όπου υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για την αυθόρμητη ανάπτυξη αυτών των δεξιοτήτων.
Mεγάλο μέρος της σύγχρονης βιομηχανίας αυτοβελτίωσης επιχειρεί να διδάξει στους ενήλικες τις ίδιες δεξιότητες που οι προηγούμενες γενιές απέκτησαν αυθόρμητα. Σεμινάρια για τη διαχείριση της δυσφορίας, προγράμματα που διδάσκουν πώς να αντιμετωπίζει κανείς δύσκολα συναισθήματα, βιβλία για την αυτονομία και εφαρμογές που υπόσχονται μεγαλύτερη συγκέντρωση ή ηρεμία έχουν πλέον μεγάλη απήχηση. Πολλά από αυτά προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια σε ανθρώπους που δεν είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν αυτές τις ικανότητες κατά την παιδική τους ηλικία. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι πολλές από τις δεξιότητες που παρουσιάζονται σήμερα ως νέα γνώση ή σύγχρονη σοφία αποτελούσαν κάποτε ένα φυσικό μέρος της καθημερινότητας των παιδιών.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημαντικό όριο. Οι δεξιότητες που περιγράφει η αναπτυξιακή ψυχολογία χτίζονται μέσα από χιλιάδες ώρες εμπειριών και ανεξάρτητης δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Ένα σεμινάριο λίγων ημερών, όσο προσεγμένο και αν είναι, δεν μπορεί να αναπαράγει αυτή τη μακρόχρονη διαδικασία. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι ενήλικες μπορούν να αναπτύξουν ορισμένες από αυτές τις ικανότητες μέσω της προσωπικής προσπάθειας, όμως η διαδικασία δεν είναι εύκολη ούτε άμεση. Γι' αυτό αρκετοί άνθρωποι που παρακολουθούν προγράμματα αυτοβελτίωσης απογοητεύονται, καθώς οι προσδοκίες τους συχνά είναι μεγαλύτερες από όσα μπορεί να προσφέρει ένα σύντομο πρόγραμμα.
Αυτό που μπορούν να προσφέρουν τα σεμινάρια είναι μια εισαγωγή στην εμπειρία. Η πραγματική αλλαγή, εφόσον συμβεί, απαιτεί χρόνο και επαναλαμβανόμενη εξάσκηση. Οι συνθήκες της παιδικής ηλικίας που επέτρεπαν κάποτε την αυθόρμητη ανάπτυξη αυτών των δεξιοτήτων δεν υπάρχουν πλέον στον ίδιο βαθμό. Το κατά πόσο τα σύγχρονα εργαλεία αυτοβελτίωσης μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό είναι ένα ερώτημα που, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, θα απαντηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια τα επόμενα χρόνια.
Σεμινάρια, βιβλία και προγράμματα προσωπικής ανάπτυξης υπόσχονται να καλλιεργήσουν δεξιότητες που, σύμφωνα με όλο και περισσότερες έρευνες, οι άνθρωποι που σήμερα βρίσκονται στην έβδομη και όγδοη δεκαετία της ζωής τους απέκτησαν σχεδόν φυσικά, ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο μεγάλωσαν. Η παρατήρηση αυτή δεν είναι καινούργια. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία έχει συγκεντρωθεί σημαντικός όγκος ερευνών που εξετάζουν πώς άλλαξε η παιδική ηλικία και πώς αυτή η αλλαγή επηρέασε τις ικανότητες των ενηλίκων.
Πώς ήταν η παιδική ηλικία πριν από δεκαετίες
Η μελέτη της μείωσης των ανεξάρτητων δραστηριοτήτων των παιδιών αποτελεί ένα από τα πιο τεκμηριωμένα πεδία της αναπτυξιακής ψυχολογίας. Ο ψυχολόγος του Boston College, Peter Gray, μελετά εδώ και χρόνια το συγκεκριμένο φαινόμενο. Σε δημοσίευσή του το 2011 στο American Journal of Play, συγκέντρωσε στοιχεία που δείχνουν ότι τα τελευταία 50 έως 70 χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες, το ελεύθερο παιχνίδι των παιδιών με συνομηλίκους έχει μειωθεί σημαντικά. Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1970, η καθημερινότητα των παιδιών ήταν πολύ διαφορετική. Τα παιδιά έφευγαν από το σπίτι μετά το πρωινό και οι γονείς τα έβλεπαν ξανά το βράδυ. Πήγαιναν μόνα τους στο σχολείο, συχνά από την ηλικία των πέντε ή έξι ετών. Έλυναν μόνα τους τις διαφωνίες με τους φίλους τους, χωρίς την παρέμβαση ενηλίκων. Παράλληλα, περνούσαν μεγάλα διαστήματα βαρεμάρας, κάτι που θεωρούνταν φυσικό κομμάτι της παιδικής ηλικίας και όχι πρόβλημα που έπρεπε να λύσουν οι γονείς.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό δεν σημαίνει εξιδανίκευση της εποχής εκείνης, καθώς υπήρχαν πραγματικά προβλήματα και δυσκολίες που η σημερινή κοινωνία προσπαθεί να αποτρέψει. Ωστόσο, η σταδιακή εξαφάνιση του ελεύθερου χρόνου και των δραστηριοτήτων χωρίς επίβλεψη ενηλίκων είναι τόσο σημαντική ώστε να θεωρείται πλέον μία ξεκάθαρη γενεακή αλλαγή.
Οι δεξιότητες που χτίζονταν χωρίς να το καταλαβαίνουν
Σύμφωνα με τον Peter Gray και άλλους ερευνητές, ο ελεύθερος χρόνος της παιδικής ηλικίας καλλιεργούσε δεξιότητες που τότε περνούσαν απαρατήρητες. Τα παιδιά που έπρεπε να αντιμετωπίσουν τη βαρεμάρα τους μάθαιναν να ανακαλύπτουν μόνα τους ενδιαφέροντα και δραστηριότητες. Όσα έλυναν μόνα τους τις συγκρούσεις τους ανέπτυσσαν κοινωνικές δεξιότητες και μάθαιναν να διαπραγματεύονται.Τα παιδιά που πήγαιναν μόνα τους στο σχολείο αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους και συνειδητοποιούσαν ότι μπορούν να κινούνται αυτόνομα στον κόσμο. Ακόμη και οι ώρες χωρίς δραστηριότητες είχαν τη δική τους αξία, καθώς τα παιδιά μάθαιναν ότι η δυσφορία ή η ανία είναι προσωρινές καταστάσεις και ότι κάτι δημιουργικό μπορεί να προκύψει μέσα από αυτές.
Σε σχόλιο που δημοσιεύτηκε το 2023 στο Journal of Pediatrics, ο Gray και οι συνεργάτες του σημείωσαν ότι η μείωση αυτών των εμπειριών συνοδεύεται από μετρήσιμη μείωση της αίσθησης των παιδιών ότι μπορούν να διαχειριστούν μόνα τους τα προβλήματά τους.
Η τελευταία γενιά που τα έμαθε φυσικά
Οι δεξιότητες αυτές δεν είχαν τότε συγκεκριμένες ονομασίες ούτε διδάσκονταν συστηματικά. Αποτελούσαν αποτέλεσμα της καθημερινής ζωής και χτίζονταν μέσα από εκατοντάδες μικρές εμπειρίες. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι άνθρωποι που σήμερα βρίσκονται στα 70 και τα 80 τους χρόνια είναι πιθανότατα η τελευταία γενιά που απέκτησε αυτές τις ικανότητες σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την παιδική της ηλικία. Οι γενιές που ακολούθησαν, κυρίως από τη δεκαετία του 1980 και μετά, μεγάλωσαν σε περισσότερο οργανωμένα και επιτηρούμενα περιβάλλοντα, όπου υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για την αυθόρμητη ανάπτυξη αυτών των δεξιοτήτων.
Τι προσπαθούν να διδάξουν σήμερα τα σεμινάρια αυτοβελτίωσης
Mεγάλο μέρος της σύγχρονης βιομηχανίας αυτοβελτίωσης επιχειρεί να διδάξει στους ενήλικες τις ίδιες δεξιότητες που οι προηγούμενες γενιές απέκτησαν αυθόρμητα. Σεμινάρια για τη διαχείριση της δυσφορίας, προγράμματα που διδάσκουν πώς να αντιμετωπίζει κανείς δύσκολα συναισθήματα, βιβλία για την αυτονομία και εφαρμογές που υπόσχονται μεγαλύτερη συγκέντρωση ή ηρεμία έχουν πλέον μεγάλη απήχηση. Πολλά από αυτά προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια σε ανθρώπους που δεν είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν αυτές τις ικανότητες κατά την παιδική τους ηλικία. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι πολλές από τις δεξιότητες που παρουσιάζονται σήμερα ως νέα γνώση ή σύγχρονη σοφία αποτελούσαν κάποτε ένα φυσικό μέρος της καθημερινότητας των παιδιών.
Τι μπορούν και τι δεν μπορούν να πετύχουν τα σεμινάρια
Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημαντικό όριο. Οι δεξιότητες που περιγράφει η αναπτυξιακή ψυχολογία χτίζονται μέσα από χιλιάδες ώρες εμπειριών και ανεξάρτητης δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Ένα σεμινάριο λίγων ημερών, όσο προσεγμένο και αν είναι, δεν μπορεί να αναπαράγει αυτή τη μακρόχρονη διαδικασία. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι ενήλικες μπορούν να αναπτύξουν ορισμένες από αυτές τις ικανότητες μέσω της προσωπικής προσπάθειας, όμως η διαδικασία δεν είναι εύκολη ούτε άμεση. Γι' αυτό αρκετοί άνθρωποι που παρακολουθούν προγράμματα αυτοβελτίωσης απογοητεύονται, καθώς οι προσδοκίες τους συχνά είναι μεγαλύτερες από όσα μπορεί να προσφέρει ένα σύντομο πρόγραμμα.Αυτό που μπορούν να προσφέρουν τα σεμινάρια είναι μια εισαγωγή στην εμπειρία. Η πραγματική αλλαγή, εφόσον συμβεί, απαιτεί χρόνο και επαναλαμβανόμενη εξάσκηση. Οι συνθήκες της παιδικής ηλικίας που επέτρεπαν κάποτε την αυθόρμητη ανάπτυξη αυτών των δεξιοτήτων δεν υπάρχουν πλέον στον ίδιο βαθμό. Το κατά πόσο τα σύγχρονα εργαλεία αυτοβελτίωσης μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό είναι ένα ερώτημα που, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, θα απαντηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια τα επόμενα χρόνια.
En