Το success story των Εργατικών και του Κιρ Στάρμερ, τον Ιούλιο του 2024, με τα ποσοστά του κόμματός του να αποδεικνύουν εκτόνωση οργής απέναντι σε πολιτικές βραχύβιων κυβερνήσεων των Συντηρητικών, οδηγείται 22 μήνες μετά σε ένα πλέον γνώρισμο - για τη Βρετανία - σκηνικό, σε βαθιά πολιτική κρίση. Όπως φαίνεται τα τελευταία χρόνια, οι Βρετανοί είναι στο ίδιο έργο θεατές με ασταθείς κυβέρνησεις, ημιτελή έργα, ανεφάρμοστα προγράμματα και μία οικονομία που δοκιμάζεται. Σταδιακά από το Brexit κι ύστερα, όπως παρατηρούν οι αναλυτές, οι κυβερνήσεις στη Βρετανία δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής με την πολιτική αστάθεια να συνδέεται με τις διακυμάνσεις στην οικονομία και μέσα σε δέκα χρόνια η Γηραιά Αλβιώνα να αλλάζει πέντε πρωθυπουργούς.

Ο ρους της ιστορίας φάνηκε κάπως να αλλάζει το 2024, οπότε και εξελέγη πανηγυρικά ο Κιρ Στάρμερ, με τους Εργατικούς να γνωρίζουν εκτόξευση των ποσοστών τους ύστερα από σειρά κυβερνήσεων των Συντηρητικών που έπεσαν με το «καλημέρα» της διακυβένησης. Διαδεχόμενος το "golden-boy", Ρίσι Σούνακ, ο Στάρμερ υποσχέθηκε σταθερότητα σε μία Βρετανία που δοκιμάζοταν από το κύμα της ακρίβειας και τις πληθωριστικές πιέσεις, με τους ψηφοφόρους να ζητούν επίμονα διεύρυνση της κοινωνικής ατζέντας. Ούτε δύο χρόνια μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας και οι παραιτήσεις στην παράταξη του Στάρμερ, και μάλιστα βασικών στελεχών όπως του υπουργού Υγείας και της αναπληρώτριας πρωθυπουργού, καταδεικνύουν ένα μεγάλο κενό συνεννόησης και συνοχής, τη στιγμή που πάνω από 100 βουλευτές ζητούν να εγκαταλείψει τον θώκο του ο Βρετανός πρωθυπουργός. Κανείς, ωστόσο, δεν αναλαμβάνει να βγει επισήμως μπροστά κι αυτό έχει μία εξήγηση που γυρίζει τον χρόνο πίσω κι αποδεικνύεται πως κάθε φορά από το 1990 και την προσπάθεια διαδοχής του Μάικλ Χέζελταϊν, υπουργού Άμυνας της Σιδηράς Κυρίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, κάθε προσπάθεια ανάληψης της πρωθυπουργίας με κίνηση εκ των έσω πέφτει στο κενό. Τι συμβαίνει πραγματικά όμως στους Εργατικούς, γιατί ο Στάρμερ βρίσκεται αντιμέτωπος με τόσο έντονη αμφισβήτηση;

Κιρ Στάρμερ: Γιατί οδηγείται στην πτώση 

Το γεγονός ότι στους κόλπους των Εργατικών διαπιστώνεται έλλειμμα συναίνεσης είναι φανερό, με τις συνιστώσες εντός τους κόμματος, τις λεγόμενες δύο κρυφές παρατάξεις μέσα στους Εργατικούς, εκείνη των πιο κεντρώων κι εκείνη των πιο αριστερών να δημιουργούν μία τοξική δυναμική. Η δυναμική όμως αυτή δεν στέκεται από μόνη της ως η βασική αιτία που ο Στάρμερ δέχεται συσσωρευμένη αγανάκτηση από τον κύριο κορμό των ψηφοφόρων του. 

Οι βασικές πολιτικές που τράβηξαν την προσοχή ήταν οι αντιδημοφιλείς: περικοπές στο επίδομα θέρμανσης για τους συνταξιούχους, μειώσεις στις κοινωνικές παροχές και σκληρές μεταρρυθμίσεις στο μεταναστευτικό. Ωστόσο ο Στάρμερ δεν αξιοποίησε ποτέ πραγματικά τη δύναμη της πειθούς. Δημοφιλείς πολιτικές, όπως η σθεναρή στάση απέναντι στον Τραμπ και η πολιτική για το κλίμα, πέρασαν απαρατήρητες.

Ο Στάρμερ άρχισε να θεωρείται πολιτικός χωρίς όραμα ή ιδανικά, ενώ δημοσιογράφοι έγραψαν πως φαινόταν να υπηρετεί μόνο έναν «βολικό πραγματισμό» και μια λανθασμένη στρατηγική επανάκτησης ψήφων από το δεξιό Reform UK. Οι ίδιες οι επικοινωνιακές του προσπάθειες ήταν αδύναμες: στην «πιο προσωπική του συνέντευξη μέχρι σήμερα» το 2024 ξεκίνησε λέγοντας ότι δεν ονειρεύεται, δεν έχει αγαπημένο βιβλίο και δεν είναι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος.

Και δεν ήταν μόνο το κοινό. Ο Στάρμερ δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει μια άλλη κρίσιμη ομάδα: τους ίδιους τους βουλευτές του. Οι Εργατικοί βουλευτές δεν ήταν εξαρχής ιδιαίτερα πιστοί σε αυτόν και γρήγορα εξοργίστηκαν από ορισμένες πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί σκόπιμα ώστε να συγκρούονται με τις αρχές τους.

Σε όλα αυτά προστέθηκε και η επιμονή του να διορίσει τον Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ, καθώς και το σκάνδαλο που προέκυψε όταν ήρθαν στο φως οι στενές σχέσεις του Μάντελσον με τον Τζέφρι Έπσταϊν. Παράλληλα, η αυξανόμενη αρνητική στάση των Βρετανών ψηφοφόρων άφηνε τους Εργατικούς όλο και πιο καταποντισμένους. Οι τοπικές εκλογές, αλλά και οι εκλογές στην Ουαλία και τη Σκωτία, έδειξαν στο κόμμα ότι «το μήνυμα ήταν πλέον ξεκάθαρο».

Η βαριά κληρονομιά

Εκτός των άλλων ο Στάρμερ κληρονόμησε βαθιά προβλήματα από τους Συντηρητικούς, το Brexit και την πανδημία COVID. Στη συνέχεια χρειάστηκε να διαχειριστεί τον πόλεμο στη Γάζα, έναν απρόβλεπτο Αμερικανό πρόεδρο όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και πλέον έναν πόλεμο στο Ιράν. Όμως οι δυσκολίες του Στάρμερ καταλήγουν τελικά σε μια αποτυχία ηγεσίας.

Το κρίσιμο είναι ότι ο Στάρμερ δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει πραγματικά το κοινό. Η νίκη των Εργατικών το 2024 ήταν κυρίως ψήφος κατά των Συντηρητικών και όχι υπέρ των Εργατικών, ενώ ο Στάρμερ ανέβηκε στην εξουσία πάνω σε ένα κύμα δυσαρέσκειας ενός ανήσυχου και ευμετάβλητου εκλογικού σώματος. Ακόμη και στο απόγειο της δημοτικότητάς του το 2024, οι πολίτες τον θεωρούσαν σχετικά ικανό, αλλά - ένα σημαντικό ποσοστό - το 49% πίστευε επίσης ότι ίσως είναι αναποφάσιστος.

Μόλις 100 ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, το προβάδισμα του Στάρμερ στις δημοσκοπήσεις είχε καταρρεύσει, και έως τον Ιούλιο του 2025 είχε παγιωθεί η αίσθηση ότι οι Εργατικοί δεν είχαν τηρήσει τις υποσχέσεις τους. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα εξαφανιστούν αν ο Στάρμερ αποχωρήσει. Η αποτυχία του λοιπόν γεννά το ερώτημα ποιος - αν υπάρχει κάποιος - μπορεί να πετύχει εκεί όπου εκείνος απέτυχε.

Η περίπτωση Στρίτινγκ, ο πιο πιθανός διάδοχος του Στάρμερ

Ο πρώην υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ εμφανίστηκε ως ο πρώτος πιθανός διεκδικητής της ηγεσίας. Όμως έχει πράγματι κάτι διαφορετικό να προσφέρει; Πολλά έχουν ειπωθεί για το ότι ο Στρίτινγκ θεωρείται ο καλύτερος επικοινωνιακά και ένας πιθανος ηγέτης με αυθεντική εργατική καταγωγή. Διαθέτει ιστορικό εφαρμογής πολιτικών, ενώ το NHS βελτιώθηκε υπό την εποπτεία του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντως ότι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στο NHS είναι πολύ λιγότερο πεπεισμένοι για το έργο του Στρίτινγκ, καθώς η πλειονότητα θεωρεί ότι το σύστημα υγείας εξακολουθεί να λειτουργεί άσχημα.

Υπάρχουν επιπλέον ανησυχίες. Ο Στρίτινγκ έδειχνε να απολαμβάνει τη σύγκρουση με τους απεργούς γιατρούς και παρότι αρνήθηκε ότι είχε στενή σχέση με τον Μάντελσον, οι συνεχιζόμενες έρευνες ενδέχεται να δείξουν το αντίθετο. Σε πρακτικό επίπεδο, ο Στρίτινγκ διαθέτει ελάχιστη υποστήριξη μέσα στο κόμμα του — πολύ μικρότερη ακόμη κι από αυτή που είχε ποτέ ο Στάρμερ.

Η Άντζελα Ρέινερ θα αποτελούσε μια πιο αριστερή εναλλακτική. Η Ρέινερ έχει επίσης ένα κλασικό «εργατικό» βιογραφικό, ως πρώην κοινωνική λειτουργός και συνδικαλιστική εκπρόσωπος της Unison στον δημόσιο τομέα. Διαθέτει απτό έργο και φήμη ανθρώπου που «κάνει τη δουλειά», έχοντας προωθήσει αυτό που θεωρείται ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα της κυβέρνησης: τον Νόμο για τα Εργασιακά Δικαιώματα.

Παρά την παραίτηση του Στρίτινγκ, όλα παραμένουν ρευστά. Ο Στάρμερ έχει αποτύχει, αλλά δεν έχει ακόμη τελειώσει πολιτικά. Μένει να φανεί αν ο επόμενος πρωθυπουργός των Εργατικών - εφόσον υπάρξει αλλαγή ηγεσίας -  θα καταφέρει να πείσει περισσότερους και να απογοητεύσει λιγότερους στο διάστημα που απομένει.