Δύο ηγέτες, δύο διαφορετικές ιστορίες διπλωματίας, στον ίδιο όμως μήνα. Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντιμίρ Πούτιν, οι δύο ισχυροί πρόεδροι, που αναδιαμορφώνουν τον γεωπολιτικό χάρτη, επισκέφτηκαν τον Μάιο τη σινική πρωτεύουσα, ανεβάζοντας ο καθένας τη θερμοκρασία στις σχέσεις με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ. Ο πιο κερδισμένος; Οι απόψεις των αναλυτών διιστανται. Άλλοι διατείνονται πως είναι ο Τραμπ αφού σε διπλωματικό επίπεδο τα οφέλη είναι πολλά και εκτείνονται από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Ασία κι άλλοι μιλούν για τον Πούτιν εστιάζοντας αποκλειστικά σε θέματα αριθμών αφού γίνεται λόγος για 40 συμφωνίες ενίσχυσης των στρατηγικών σχέσεων.

Ανεξαρτήτα από τον μεγαλύτερο νικητή, η αλήθεια είναι μία και αδιαμφισβήτητη: Ήταν μια ιδιαίτερα πυκνή εβδομάδα για το Πεκίνο, με διαδοχικές επισκέψεις. Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ είχε αναλάβει έναν απαιτητικό ρόλο οικοδεσπότη, με τιμητικές κανονιοβολές, φωτογραφικές εμφανίσεις και συνομιλίες υψηλού επιπέδου. Η υποδοχή των ηγετών ΗΠΑ και Ρωσίας, αν μη τι άλλο, λαμπερή, θερμή κι εντυπωσιακή, όμως σε επίπεδο περιεχομένου οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν σε διαφορετικά σημεία.

Τραμπ και Πούτιν στο Πεκίνο: Tι συζήτησαν και τι συμφώνησαν με τον Σι

Κάθε επίσκεψη είχε τη δική της ξεχωριστή σημασία. Η επίσημη επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ήταν η πρώτη του στο Πεκίνο από το 2017. Πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο τεταμένων σινοαμερικανικών σχέσεων, ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο στη Μέση Ανατολή και η αμερικανική εξωτερική πολιτική υφίσταται βαθύ μετασχηματισμό.

Για τον Πούτιν, επρόκειτο για την 25η επίσημη επίσκεψή του στην Κίνα. Στόχος του ταξιδιού ήταν η περαιτέρω εδραίωση της στρατηγικής σύμπλευσης Κίνας–Ρωσίας μέσα σε ένα κλίμα παγκόσμιας αβεβαιότητας. Ο Πούτιν επιδίωκε επίσης να διασφαλίσει τη συνεχιζόμενη οικονομική στήριξη και τη διπλωματική κάλυψη της Κίνας, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται

Από την άλλη, το Πεκίνο αξιοποίησε την επίσκεψη Τραμπ για να προβάλει μία δική του αίσ.θηση ισχύος. Πριν από μία βδομάδα, η Κίνα επιβεβαίωσε ότι θα προχωρήσει στην αγορά 200 αεροσκαφών της Boeing, μετά τη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέχουν στην Κίνα εγγυήσεις εφοδιασμού για εξαρτήματα και ανταλλακτικά κινητήρων αεροσκαφών, όπως ανακοίνωσε την Τετάρτη το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου.

Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης να εργαστούν για την παράταση της εκεχειρίας στους δασμούς που είχαν συμφωνήσει τον Οκτώβριο, καθώς και να επιδιώξουν μειώσεις δασμών σε αγαθά αξίας άνω των 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η ανακοίνωση έγινε ενώ ο Σι πραγματοποιούσε συνομιλίες με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, λίγες μόλις ημέρες μετά την επίσκεψη Τραμπ.

Η συμφωνία για τα Boeing

Το ταξίδι του Τραμπ στην Κίνα οδήγησε σε μια σειρά δεσμεύσεων για το εμπόριο μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς αεροσκαφών Boeing και της διεύρυνσης της πρόσβασης των Αμερικανών αγροτών στην κινεζική αγορά.

«Πετύχαμε πολλές εξαιρετικές εμπορικές συμφωνίες, μεταξύ των οποίων περισσότερα από 200 αεροσκάφη για την Boeing, με δέσμευση για συνολικά 750 αεροσκάφη, κάτι που θα αποτελούσε μακράν τη μεγαλύτερη παραγγελία στην ιστορία», υπενθυμίζεται ότι δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους μέσα στο Air Force One, μετά την αναχώρησή του από την Κίνα την Παρασκευή.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Boeing, Κέλι Όρτμπεργκ, συμμετείχε στην αμερικανική αποστολή που συνόδευσε τον Τραμπ στην Κίνα. Στην αποστολή συμμετείχαν επίσης ο επικεφαλής της Tesla, Ίλον Μασκ, και ο Τζένσεν Χουάνγκ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης και κατασκευής μικροτσίπ Nvidia.

Όταν ο σχολιασμός φτάνει στη συνάντηση Πούτιν και Σι, οι δύο ηγέτες δεν κατάφεραν να πετύχουν κάποια σημαντική πρόοδο σχετικά με τον αγωγό Power of Siberia 2, για τον οποίο η Μόσχα είχε προαναγγείλει ότι θα συζητηθεί «με κάθε λεπτομέρεια», καθώς οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη έχουν συρρικνωθεί σημαντικά μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.

Μετά τη σύνοδο κορυφής, ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι Πεκίνο και Μόσχα κατέληξαν σε συμφωνία επί των βασικών παραμέτρων του έργου, ωστόσο «ορισμένες λεπτομέρειες απομένουν να διευθετηθούν», χωρίς να δοθεί σαφές χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση του αγωγού.

Η ενεργειακή συνεργασία Ρωσίας και Κίνας

Παρότι ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ δήλωσε ότι η ενεργειακή συνεργασία πρέπει να αποτελεί τη «βαριά άγκυρα» των σινορωσικών σχέσεων, απέφυγε να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στον συγκεκριμένο αγωγό.

Η Μόσχα θεωρεί το έργο στρατηγικής σημασίας για την ανακατεύθυνση των εξαγωγών φυσικού αερίου από την Ευρώπη προς την Κίνα, ενώ το Πεκίνο εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι στο ενδεχόμενο υπερβολικής εξάρτησης από έναν και μόνο προμηθευτή φυσικού αερίου. Η Ρωσία συγκαταλέγεται ήδη στους μεγαλύτερους ενεργειακούς προμηθευτές της Κίνας και αύξησε τις αποστολές πετρελαίου προς το Πεκίνο μετά τη σοβαρή διατάραξη των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Παρά την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας για το φυσικό αέριο, Πεκίνο και Μόσχα υπέγραψαν ένα ευρύ πακέτο άνω των 40 συμφωνιών στους τομείς του εμπορίου, της εκπαίδευσης, της τεχνολογίας, της πυρηνικής ασφάλειας και άλλων πεδίων, στέλνοντας μήνυμα περαιτέρω εμβάθυνσης των μακροχρόνιων διμερών σχέσεων.

Οι ηγέτες των δύο χωρών εξήραν τους «αδιάρρηκτους» δεσμούς τους και δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν περαιτέρω τη «σχέση καλής γειτονίας και φιλικής συνεργασίας», με τον Σι να δηλώνει ότι οι διμερείς σχέσεις βρίσκονται πλέον «στο υψηλότερο επίπεδο της ιστορίας τους».

Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ρωσίας, αν και η Μόσχα αντιπροσωπεύει μόλις περίπου το 4% του συνολικού εμπορίου της Κίνας, στοιχείο που καθιστά τη σχέση σαφώς πιο ευνοϊκή για το Πεκίνο.

Κίνα και Ρωσία συμφώνησαν επίσης να ενισχύσουν την αμοιβαία στρατιωτική εμπιστοσύνη και συνεργασία, επεκτείνοντας τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, τις αεροπορικές περιπολίες και τις ναυτικές επιχειρήσεις.

Το επόμενο διάστημα θα φανεί πόσο μεγάλη σημασία έχουν οι συνομιλίες του τριγώνου ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας για ολόκληρη την παγκόσμια κοινότητα μετά και τις επισκέψεις των δύο ηγετών στο Πεκινο.

*Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά»