Με την Τουρκία να δείχνει έτοιμη να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της από το πεδίο των προκλητικών δηλώσεων στο πεδίο της νομοθεσίας με τη «Γαλάζια Πατρίδα», η Αθήνα καλείται να διαχειριστεί μια νέα φάση έντασης στο Αιγαίο, με τις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου να επανέρχονται στα προ του 2023 επίπεδα. Η ελληνική διπλωματία πρέπει τώρα να εκτιμήσει τις επόμενες ενέργειες της Άγκυρας και κυρίως εάν θα κάνει βήματα πίσω ή είναι διατιθεμένη να οδηγήσει την κλιμάκωση στο πεδίο.

Διαβάστε: "Η εσωτερική αναταραχή στην Τουρκία φέρνει πιο επιθετική πολιτική": Το "καμπανάκι" Ιωακειμίδη για τη "Γαλάζια Πατρίδα" στο parapolitika.gr - Γιατί οι Δυτικοί σιωπούν


Πώς μπορεί να απαντήσει η Αθήνα στη "Γαλάζια Πατρίδα": Η ανάλυση του Σωτήρη Ρούσσου στο parapolitika.gr

Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Σωτήρης Ρούσσος εκτιμά στο parapolitika.gr πως η Άγκυρα δεν συνηθίζει να υπαναχωρεί από όσα ανακοινώνει και θεωρείται εξαιρετικά πιθανό να προχωρήσει στην ψήφιση νόμου που θα επιχειρεί να θέσει το μισό Αιγαίο υπό τουρκική επιρροή, συνεχίζοντας την τακτική του «γκριζαρίσματος». Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, «δεν πρόκειται η Τουρκία να αλλάξει ρότα και θα το δούμε αυτό μπροστά μας. Και ιδιαίτερα όσο η Τουρκία θεωρεί ότι απελευθερώνεται κάπως από άλλα μέτωπα, δηλαδή τη Συρία, τον Καύκασο κ.τ.λ., τόσο θα δημιουργεί μαζί μας προβλήματα. Επίσης, όσο η Τουρκία συνεχίζει να έχει νευρικότητα με το Ιράν, το Ισραήλ ή την ίδια την κυβέρνηση Τραμπ, που δεν είναι δεδομένη για κανέναν, θα αισθάνεται ανασφάλεια και θα τη μεταφέρει στο Αιγαίο και στην Κύπρο, γιατί θεωρεί ότι εκεί είναι πιο μαλακό το πεδίο, πιο ευεπίφορο σε πιέσεις από ό,τι είναι η Μέση Ανατολή, η οποία είναι μια πιο εκρηκτική περιοχή και μπορεί να δημιουργήσει συγκεκριμένο πρόβλημα ασφάλειας. Κατά την άποψή μου, από τη στιγμή που οι Τούρκοι έχουν δηλώσει ότι θα ψηφίσουν αυτό που έχουν πει, δεν βλέπω τον λόγο να μην το κάνουν. Όπως έχω πει πολλές φορές, πρέπει να παρακολουθούμε τι λένε οι Τούρκοι, γιατί συνήθως εννοούν αυτό που λένε».

Ποια είναι όμως τα περιθώρια αντίδρασης της Ελλάδας σε έναν εσωτερικό νόμο; Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον κ. Ρούσσο, διαθέτει έναν συγκεκριμένο χώρο όπου μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά και αυτός είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η στρατηγική της Αθήνας θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ενεργοποίηση του συστήματος κυρώσεων που είχε αποφασιστεί παλαιότερα (την περίοδο 2018-2020) και το οποίο βρίσκεται επί του παρόντος σε αναστολή λόγω της πρόσκαιρης επαναπροσέγγισης με τη Διακήρυξη των Αθηνών (Δεκέμβριος του 2023) και τη συνακόλουθη πολιτική των «ήρεμων νερών». Επιπλέον, όπως υποστηρίζει ο κ. Ρούσσος «η Τουρκία προβαίνει σε μια ξεκάθαρα επιθετική ενέργεια και η Ελλάδα, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να ξαναθέσει το ζήτημα των τουρκικών απειλών. Κυρίως σε μια περίοδο που η Τουρκία προσπαθεί να βρει άκρη για να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να θέσει όρους ή ακόμα και να ασκήσει βέτο. Είναι παράλογο να ενταχθεί σε αμυντικούς οργανισμούς μια χώρα που επιβουλεύεται τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους-μέλους».

Όπως εξηγεί ο κ. Ρούσσος, σε αντίθεση με το ΝΑΤΟ, το οποίο λειτουργεί περισσότερο ως δύναμη ισχύος και προσπαθεί να κρατά ισορροπίες μεταξύ των μελών του για να μη διαλυθεί, η ΕΕ αποτελεί έναν χώρο δικαίου με συγκεκριμένους κανόνες που η Αθήνα μπορεί να επικαλεστεί πιο εύκολα. Όπως τονίζει «πρέπει να ξαναδούμε αυτό το ευρωπαϊκό χαρτί, το οποίο το έχουμε αφήσει να κοιμάται για μεγάλο χρονικό διάστημα».

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο της Αμερικής ως ενός κατευναστικού διπλωματικού χαρτιού, όπως υποστηρίζει ο κ. Ρούσσος, στη δεδομένη συγκυρία θεωρείται ασθενές και αυτό διότι, παρά την παραδοσιακή στήριξη στην Αθήνα, η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί αυτή τη στιγμή να ανοίξει ένα νέο μέτωπο με την Τουρκία. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι προσηλωμένη σε τεράστια ζητήματα στη Μέση Ανατολή, όπως το Ιράν, και δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση στις τουρκικές θέσεις για να διατηρήσει τις ισορροπίες.
Επομένως, μπροστά στην επαπειλούμενη νομοθετική κίνηση της Άγκυρας, η Αθήνα καλείται να σταθμίσει τα διπλωματικά της εργαλεία και να υπενθυμίσει στους εταίρους της ότι οι τουρκικές απειλές δεν είναι απλώς διμερείς διαφορές, αλλά ζητήματα που αφορούν τη συνολική ασφάλεια της Ευρώπης.