Ιστορική δικαίωση για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ανοίγει τον δρόμο για να μπουν κληρικοί στις διοικήσεις των ελληνορθόδοξων βακουφίων
Τι αλλάζει
Η απόφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς αποτελεί την πρώτη φορά που το ΕΔΔΑ διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 9 της Σύμβασης από την Τουρκία εις βάρος μελών της ελληνορθόδοξης κοινότητας και, με βάση αυτή τη διαπίστωση, αναγνωρίζει παράλληλα και παραβίαση του άρθρου 11
Μία απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Τουρκίας εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κρίνοντας ότι ο αποκλεισμός ιερέων του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τη διοίκηση ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων συνιστά παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Διαβάστε: Οικουμενικό Πατριαρχείο: Υπεγράφη η συμφωνία για την αξιοποίηση του κτιρίου του ελληνικού Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου ως ξενοδοχείο
Το δικαστήριο συνεκδίκασε τρεις προσφυγές που είχαν υποβάλει οι ιερείς Γεννάδιος (κατά κόσμον Νικόλαος) Μαυράκης και Γεώργιος Κασάπογλου, μετά την ακύρωση της εκλογής τους στα διοικητικά συμβούλια τριών ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων της Τουρκίας λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στην απόφασή του, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η πρακτική αυτή παραβίασε τόσο το άρθρο 9 της Σύμβασης, που κατοχυρώνει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας όσο και το άρθρο 11, που αφορά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
Η συγκεκριμένη κρίση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αγγίζει ένα ζήτημα που απασχολεί επί δεκαετίες την ομογένεια της Κωνσταντινούπολης και ευρύτερα τα ιδρύματα της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην Τουρκία. Με τη δραματική συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμού στην Πόλη, η εξεύρεση λαϊκών για τη στελέχωση των συμβουλίων είχε γίνει σχεδόν αδύνατη, οδηγώντας πολλά βακούφια σε διοικητική παράλυση. Αυτό έδινε το πρόσχημα στο τουρκικό κράτος (μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων) να διορίζει δικούς του επιτρόπους και να κατάσχει μειονοτικές περιουσίες. Το δικαστήριο ουσιαστικά αποσαφηνίζει ότι η ιδιότητα του κληρικού δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποκλεισμού από τη συμμετοχή στη διοίκηση των κοινοτικών ιδρυμάτων, όταν μάλιστα δεν υπάρχει σαφές νομικό έρεισμα που να δικαιολογεί έναν τέτοιο περιορισμό.
Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε επίσης τον καθοριστικό ρόλο του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι για κοινότητες που επιδιώκουν τη διατήρηση της πολιτιστικής, θρησκευτικής και μειονοτικής τους ταυτότητας. Στο πλαίσιο αυτό έκρινε ότι για την ολοένα συρρικνούμενη ελληνορθόδοξη κοινότητα της Τουρκίας είναι ζωτικής σημασίας να μπορούν όλα τα μέλη της, συμπεριλαμβανομένων των κληρικών, να συμμετέχουν στη διοίκηση των ευαγών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων.
Παράλληλα, η απόφαση αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζουν τα ιδρύματα αυτά στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης, της θρησκευτικής παράδοσης και της ιστορικής συνέχειας της κοινότητας. Για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή όλων των μελών της στις διαδικασίες διοίκησης και εκπροσώπησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη βιωσιμότητα και τη λειτουργία τους.
Το δικαστήριο απέρριψε ακόμη τον ισχυρισμό της τουρκικής κυβέρνησης ότι δύο από τις τρεις υποθέσεις είχαν ήδη κριθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας. Σύμφωνα με την κρίση του ΕΔΔΑ, το ανώτατο τουρκικό δικαστήριο είχε διαπιστώσει παραβίαση δικαιωμάτων μόνο λόγω της υπερβολικής διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, χωρίς όμως να εξετάσει την ουσία της διαφοράς, δηλαδή αν οι ιερείς δικαιούνται να εκλέγονται στις διοικήσεις των ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων.
Δημοσιεύτηκε στην «Απογευματινή»
Διαβάστε: Οικουμενικό Πατριαρχείο: Υπεγράφη η συμφωνία για την αξιοποίηση του κτιρίου του ελληνικού Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου ως ξενοδοχείο
Το δικαστήριο συνεκδίκασε τρεις προσφυγές που είχαν υποβάλει οι ιερείς Γεννάδιος (κατά κόσμον Νικόλαος) Μαυράκης και Γεώργιος Κασάπογλου, μετά την ακύρωση της εκλογής τους στα διοικητικά συμβούλια τριών ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων της Τουρκίας λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στην απόφασή του, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η πρακτική αυτή παραβίασε τόσο το άρθρο 9 της Σύμβασης, που κατοχυρώνει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας όσο και το άρθρο 11, που αφορά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
Απόρριψη
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την πάγια θέση της τουρκικής διοίκησης, σύμφωνα με την οποία η Συνθήκη της Λωζάννης και τα παραρτήματά της απαγόρευαν στα μέλη του ελληνορθόδοξου κλήρου να αναλαμβάνουν διοικητικά καθήκοντα στα ομογενειακά βακούφια. Όπως επισημαίνεται στο σκεπτικό της απόφασης, η ερμηνεία αυτή δεν στηρίζεται σε καμία διάταξη νόμου, διατάγματος, εγκυκλίου ή άλλης κανονιστικής πράξης, ούτε είχε υιοθετηθεί από τα τουρκικά δικαστήρια που είχαν επιληφθεί των σχετικών υποθέσεων.Η συγκεκριμένη κρίση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αγγίζει ένα ζήτημα που απασχολεί επί δεκαετίες την ομογένεια της Κωνσταντινούπολης και ευρύτερα τα ιδρύματα της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην Τουρκία. Με τη δραματική συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμού στην Πόλη, η εξεύρεση λαϊκών για τη στελέχωση των συμβουλίων είχε γίνει σχεδόν αδύνατη, οδηγώντας πολλά βακούφια σε διοικητική παράλυση. Αυτό έδινε το πρόσχημα στο τουρκικό κράτος (μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων) να διορίζει δικούς του επιτρόπους και να κατάσχει μειονοτικές περιουσίες. Το δικαστήριο ουσιαστικά αποσαφηνίζει ότι η ιδιότητα του κληρικού δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποκλεισμού από τη συμμετοχή στη διοίκηση των κοινοτικών ιδρυμάτων, όταν μάλιστα δεν υπάρχει σαφές νομικό έρεισμα που να δικαιολογεί έναν τέτοιο περιορισμό.
Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε επίσης τον καθοριστικό ρόλο του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι για κοινότητες που επιδιώκουν τη διατήρηση της πολιτιστικής, θρησκευτικής και μειονοτικής τους ταυτότητας. Στο πλαίσιο αυτό έκρινε ότι για την ολοένα συρρικνούμενη ελληνορθόδοξη κοινότητα της Τουρκίας είναι ζωτικής σημασίας να μπορούν όλα τα μέλη της, συμπεριλαμβανομένων των κληρικών, να συμμετέχουν στη διοίκηση των ευαγών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων.
Παράλληλα, η απόφαση αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζουν τα ιδρύματα αυτά στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης, της θρησκευτικής παράδοσης και της ιστορικής συνέχειας της κοινότητας. Για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή όλων των μελών της στις διαδικασίες διοίκησης και εκπροσώπησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη βιωσιμότητα και τη λειτουργία τους.
Το δικαστήριο απέρριψε ακόμη τον ισχυρισμό της τουρκικής κυβέρνησης ότι δύο από τις τρεις υποθέσεις είχαν ήδη κριθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας. Σύμφωνα με την κρίση του ΕΔΔΑ, το ανώτατο τουρκικό δικαστήριο είχε διαπιστώσει παραβίαση δικαιωμάτων μόνο λόγω της υπερβολικής διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, χωρίς όμως να εξετάσει την ουσία της διαφοράς, δηλαδή αν οι ιερείς δικαιούνται να εκλέγονται στις διοικήσεις των ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων.
Η εξέταση
Η θέση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ξεκαθαρίζει ότι η διαπίστωση δικονομικών παραβιάσεων δεν αρκεί όταν παραμένει αναπάντητο το βασικό νομικό ερώτημα που βρίσκεται στον πυρήνα μιας υπόθεσης. Έτσι, το ΕΔΔΑ προχώρησε στην ουσιαστική εξέταση του ζητήματος και κατέληξε σε σαφή κρίση υπέρ των προσφευγόντων. Η απόφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς αποτελεί την πρώτη φορά που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 9 της Σύμβασης από την Τουρκία εις βάρος μελών της ελληνορθόδοξης κοινότητας και, με βάση αυτή τη διαπίστωση, αναγνωρίζει παράλληλα και παραβίαση του άρθρου 11.Δημοσιεύτηκε στην «Απογευματινή»
En