Θέουτα: Η μεταναστευτική κρίση στην Ισπανία νέα δοκιμασία για την ευρωπαϊκή πολιτική συνόρων
Σε συναγερμό η ΕΕ
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά και ευρύτερα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως ζήτημα προστασίας των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης, αλλά και ως δοκιμασία για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών
Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ βρέθηκε την Παρασκευή ολοένα και πιο απομονωμένος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς οι ηγέτες χωρών μετέτρεψαν την κρίση στη Θέουτα σε δοκιμή της αξιοπιστίας της Ισπανίας όσον αφορά τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θέουτα: Το χρονικό της μεταναστευτικής κρίσης και τα «πυρά» στον Σάντσεθ
Ύστερα από ημέρες κλιμακούμενης έντασης, χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν στη Θέουτα διά θαλάσσης αλλά και από τα χερσαία σύνορα, γεγονός που οδήγησε τη Μαδρίτη στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων και στο κλείσιμο των συνόρων της Μελίγια – της δεύτερης ισπανικής περιοχής εκτός ηπειρωτικής Ευρώπης που συνορεύει με το Μαρόκο – προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μαζική είσοδος παράτυπων μεταναστών.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη σημαντική μετατόπιση του ευρωπαϊκού πολιτικού κλίματος προς πιο αυστηρές θέσεις στο μεταναστευτικό. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίστηκαν περισσότερο επικεντρωμένοι στην ανάγκη να απαντήσουν στις ανησυχίες των δικών τους κοινωνιών παρά στην οικοδόμηση μιας κοινής ευρωπαϊκής γραμμής.
Η Ιταλία ανακοίνωσε επίσημα την Παρασκευή την αναστολή της συνεργασίας Σένγκεν με την Ισπανία και το κλείσιμο των θαλάσσιων και αεροπορικών συνόρων της προς τη χώρα. Παράλληλα, Ρώμη και Παρίσι συμφώνησαν να ενισχύσουν τους ελέγχους στα κοινά χερσαία σύνορά τους. Σε άλλες χώρες, η Φινλανδία και η Δανία απείλησαν επίσης με απομάκρυνση της Ισπανίας από τον χώρο ελεύθερης μετακίνησης, ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η Ισπανία «πρέπει να ανακτήσει τον έλεγχο» της περιοχής.
Οι εκκλήσεις από ηγέτες κρατών-μελών για αναστολή της συμμετοχής της Ισπανίας στη ζώνη Σένγκεν αυξήθηκαν, με πρώτη τη μακροχρόνια πολιτική αντίπαλο του Σάντσεθ, Τζόρτζια Μελόνι, η οποία στηρίζει ανοιχτά το ισπανικό κόμμα Vox, και στη συνέχεια τη Δανή πρωθυπουργό Μέτε Φρεντέρικσεν, η οποία ανήκει τυπικά στον ίδιο σοσιαλιστικό πολιτικό χώρο με τον Ισπανό πρωθυπουργό.
Ανώτατος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτίμησε ότι το ενδεχόμενο μετακίνησης των μεταναστών προς την ηπειρωτική Ευρώπη ήταν περιορισμένο. «Μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει μετακινήσεις από τη Θέουτα προς την ηπειρωτική Ισπανία ή άλλα κράτη-μέλη», ανέφερε χαρακτηριστικά σε ενημέρωση δημοσιογράφων την Παρασκευή.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί το Μαρόκο «ασφαλή χώρα προέλευσης», γεγονός που σημαίνει ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο να εγκρίνεται αίτημα ασύλου για άτομα που εισέρχονται στην ΕΕ από τη συγκεκριμένη χώρα.
Παρά τα δεδομένα αυτά, ο Σάντσεθ αναγκάστηκε να απευθύνει έκκληση για ευρωπαϊκή ενότητα. «Δεν είναι η στιγμή για διχασμό», έγραψε στην πλατφόρμα Χ. «Είναι η στιγμή να συνεχίσουμε να οικοδομούμε μια ισχυρή και ενωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση».
Η άνοδος της ακροδεξιάς και η πολιτική εκμετάλλευση της κρίσης
Η κρίση στη Θέουτα αποτέλεσε με έναν τρόπο ανοιχτό πεδίο πολιτικής δράσης για τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Οι δραματικές εικόνες που διαδόθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πυροδότησαν μία άτυπη μάχη μεταξύ της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς και της ακροδεξιάς, στην κατεύθυνση άσκησης σημαντικής πολιτικής πίεσης στον Σάντσεθ και στην αριστερή κυβερνητική συμμαχία του.
Στελέχη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, με το βλέμμα στις ισπανικές εκλογές του 2027, επιτέθηκαν στους Σοσιαλιστές για την πολιτική νομιμοποίησης της παραμονής περίπου 500.000 μεταναστών, μια επιλογή που εδώ και καιρό επικρίνουν.
Ωστόσο, η ακροδεξιά κινήθηκε ταχύτερα. Ο Ματέο Σαλβίνι, ηγέτης της ιταλικής Λέγκας, ήταν ο πρώτος που ζήτησε μέσω κοινωνικών δικτύων την αναστολή της συνεργασίας Σένγκεν με την Ισπανία. Η εκστρατεία αυτή εξαπλώθηκε γρήγορα, με τους Γάλλους συμμάχους του από τον Εθνικό Συναγερμό, μεταξύ των οποίων και ο Ζορντάν Μπαρντελά, να κατηγορούν τον Σάντσεθ ότι ενθαρρύνει μια «άνευ προηγουμένου εισροή».
Στη συνέχεια, κορυφαία στελέχη της ιταλικής κυβέρνησης, μεταξύ αυτών και ο υπουργός Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι, επανέλαβαν δημόσια τις εκκλήσεις για αναστολή της συμμετοχής της Ισπανίας στη Σένγκεν, προκαλώντας αντιδράσεις από άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων και η Αυστρία.
Η πίεση προς τη Μαδρίτη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν η κριτική πέρασε και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με συντηρητικές πολιτικές φωνές στις Ηνωμένες Πολιτείες και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών να παρουσιάζουν τις εικόνες από τη Θέουτα ως απόδειξη αποτυχίας των πολιτικών του Σάντσεθ υπέρ μιας πιο ανοικτής μεταναστευτικής πολιτικής.
Αξιωματούχοι της ΕΕ ανέφεραν ότι περίπου 30 συνοριοφύλακες της Frontex βρίσκονται ήδη στα εσωτερικά σύνορα της Ισπανίας με τη Θέουτα, ενώ η Μαδρίτη δεν έχει ζητήσει επιπλέον ευρωπαϊκή βοήθεια.
Αντί να στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα πολιτικής στήριξης προς τον Σάντσεθ, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επέλεξε να αναδείξει τη «στενή εταιρική σχέση της ΕΕ με το Μαρόκο». Χαρακτήρισε τις εικόνες από τη Θέουτα «απαράδεκτες», ζητώντας την εξάρθρωση των δικτύων διακινητών και την ταχύτερη εφαρμογή των διαδικασιών επιστροφής που προβλέπονται από τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Αντίθετα, ο σοσιαλιστής πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα φάνηκε αποφασισμένος να μην αφήσει μόνο τον Σάντσεθ. Σε διαφορετικό μήνυμα που έστειλε αργά την Παρασκευή, εξήρε την «σταθερή» αντίδραση της Ισπανίας και εξέφρασε ρητά την «αλληλεγγύη» του προς τον Ισπανό πρωθυπουργό.
Η κρίση στη Θέουτα αποτυπώνει έτσι το βασικό δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση: πώς μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα χωρίς να υπονομεύσει την αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και τη θεσμική συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.
En