Στην προσπάθεια που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση που επικρατεί όσον αφορά την πανδημία, καθώς και στην ήπια μείωση των κρουσμάτων που εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα, αναφέρθηκε η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας Μίνα Γκάγκα, μιλώντας στην ΕΡΤ.

«Γίνεται μια τεράστια προσπάθεια για να ενισχυθεί το σύστημα, να υπάρχει περισσότερο προσωπικό. Φτάσαμε μέχρι και σε επίταξη. Φυσικά υπάρχει κούραση στο ΕΣΥ αλλά δεν έφτασε ποτέ στο βαθμό να μην μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι νομίζω ότι είναι η ίδια η αντοχή και η προσπάθεια των ανθρώπων που δουλεύουν σε αυτό», σημείωσε.




Αναφερόμενη στη θεραπεία ασθενών που νοσούν με covid με μονοκλωνικά αντισώματα, αγωγή με χάπια κλπ, η υπουργός Υγείας επισήμανε: «Γι’ αυτούς που νοσούν έχουμε αντιικά, ενδοφλέβια που χορηγούνται σε όσους εισάγονται στο νοσοκομείο, εκτός αν φτάσουν πάρα πολύ αργά οπότε δεν υπάρχει νόημα για την χορήγησή τους – δεδομένου ότι πρέπει να δοθούν το πρώτο πενθήμερο ή το πολύ την πρώτη εβδομάδα. Το ένα θέμα λοιπόν είναι το πόσο γρήγορα έρχονται οι ασθενείς στο νοσοκομείο και είναι κάτι που παρατηρείται συχνά. Βλέπουμε ακόμα ότι αυτοί που καταλήγουν στο νοσοκομείο είναι συντριπτικά περισσότεροι οι ανεμβολίαστοι (…) Στην παραλλαγή Όμικρον του κοροναϊού δεν φαίνεται να δουλεύουν τα μονοκλωνικά. Έχουμε φέρει αντιικά που λειτουργούν. Υπάρχουν μονοκλωνικά περιορισμένης παραγωγής για πρόληψη και αφορούν συγκεκριμένους ασθενείς».

Σε ό,τι έχει να κάνει με τους ανεμβολίαστους υγεινομικούς, υπογράμμισε: «Είναι γύρω στους 5.000. Ακόμα δεν μπορώ που θα βρίσκονται την 1η Απριλίου, θα συζητηθεί ξανά στις 31 Μαρτίου. Αν αποφασίσουμε ότι ο εμβολιασμός είναι τυπικό προσόν για τους ανεμβολίαστους που είναι στο σύστημα υγείας, τότε πρέπει να το ξανασκεφτούμε (…) Εγώ θα ήθελα να πειστούν οι συνάδελφοί μου. Φέρνουμε καινούργια εμβόλια για όσους φοβούνται την mRNA τεχνολογία, αν και δεν θα έπρεπε».