Για ακόµη µία φορά οι εξετάσεις Programme for International Student Assessment (PISA), που έγιναν το 2022, προκάλεσαν µπαράζ σχολίων. Από τα σφόδρα επικριτικά, του τύπου «Πάτωσαν οι Ελληνες µαθητές στις εξετάσεις PISA» ή «Οι εξετάσεις PISA µόνο αθώες δεν είναι», µέχρι τα -κατά πολύ λιγότερα- υπερασπιστικά του θεσµού, που εµφανίζει µια εικόνα για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστηµα. Ή του ύψους ή του βάθους οι εκτιµήσεις για τα αποτελέσµατα ενός διαγωνισµού στον οποίο πήραν µέρος περίπου 6.000 µαθητές της Στ' ∆ηµοτικού και της Γ' Γυµνασίου, το 2022.

Οι εξετάσεις θεσπίστηκαν επί υπουργίας της κ. Κεραµέως, στην πρώτη τετραετία της κυβέρνησης της Ν.∆., αλλά δέχτηκαν τα οµαδικά πυρά τόσο της ΟΛΜΕ όσο και της ∆ΟΕ, που θεώρησαν ότι οι εξετάσεις PISA «αποτελούν εργαλεία των αντιεκπαιδευτικών σχεδίων του ΟΟΣΑ για τη δηµόσια Εκπαίδευση». Τι συµβαίνει λοιπόν; Είναι οι εξετάσεις αυτές προϊόν διεθνούς συνωµοσίας, για να χαντακωθεί η δηµόσια Εκπαίδευση στην Ελλάδα; Και τι συµπέρασµα µπορεί κανείς να συναγάγει από τη διαπίστωση ότι, σε σχέση µε την εξέταση του 2018, η βαθµολογία της Ελλάδας ήταν χαµηλότερη και στις τρεις υπό εξέταση δεξιότητες, Κατανόηση Κειµένου, Μαθηµατικά και Φυσικές Επιστήµες; Πριν οδηγηθούµε σε βιαστικά συµπεράσµατα, ας δούµε ορισµένες ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το διεθνές αυτό τεστ γνώσεων.

Διαβάστε ακόμη: PISA και… πούπουλα για τους Έλληνες μαθητές – Η θέση της Ελλάδας ανάμεσα σε 80 χώρες του ΟΟΣΑ


Το "σαμποτάζ" των εξετάσεων PISA και πόσο σχέση έχουν με την ύλη που διδάσκεται στα σχολεία


Η εξέταση γίνεται εντελώς χαλαρά, χωρίς προεργασία ή προετοιµασία. ∆ύσκολα οι µαθητές αποκτούν κίνητρο ενδιαφέροντος, αφού το τεστ το συµπληρώνουν ανώνυµα και δεν έχει καµία συνέπεια στις επιδόσεις τους. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές δεν καίγονται για να διεξαχθεί στα σοβαρά η εν λόγω εξέταση - το αντίθετο. Οι περισσότεροι αδιαφορούν ή -ακόµα χειρότερα- τη σαµποτάρουν, µε τις «ευλογίες» µάλιστα των συνδικαλιστικών τους φορέων. Η νοοτροπία της µη αριστείας -που καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα τα προηγούµενα χρόνια, της διακυβέρνησης από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ.- διαποτίζει έτσι κι αλλιώς το εκπαιδευτικό µας σύστηµα, επηρεάζοντας τόσο το διδακτικό προσωπικό και τους µαθητές όσο και τους γονείς προς τον εθισµό της ήσσονος προσπάθειας. Ωστόσο, το ανάθεµα του στιλ «πατώσαµε» δεν αποδίδει την πραγµατικότητα, που είναι ότι τα θέµατα των εξετάσεων PISA δεν έχουν συνάφεια µε τη διδακτέα ύλη στα σχολεία µας - αν και θα έπρεπε. Ακόµα περισσότερο, στις εξετάσεις αυτές τίθενται προβλήµατα κρίσεως σε µια βαθµίδα Εκπαίδευσης όπου οι µαθητές των ελληνικών σχολείων διδάσκονται θεωρητικές ενότητες και κάνουν τα πρώτα τους βήµατα στη µέθοδο της «παπαγαλίας».

Όντως πάτωσαν οι Έλληνες μαθητές;


Υπάρχουν όµως και αντικειµενικές δυσκολίες, καθώς το επίπεδο και ο προσανατολισµός των εκπαιδευτικών προγραµµάτων διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Ολα αυτά σηµαίνουν πως δεν θα πρέπει να παίρνουµε στα σοβαρά την αξία της εξέτασης PISA; Κάθε άλλο. Μάλλον αυτό που χρειάζεται για να βελτιωθούν οι επιδόσεις των µαθητών είναι µια καλύτερη προετοιµασία, περισσότερη σοβαρότητα και καλύτερη στόχευση στη θεµατολογία. Αλλωστε, οι χώρες που πρώτευσαν στον διαγωνισµό -στα Μαθηµατικά ξεχώρισαν η Σιγκαπούρη, η Ταϊπέι, το Χονγκ Κονγκ, η Ιαπωνία και η Κορέα- φαίνεται πως δίνουν µεγάλο βάρος στην προετοιµασία, εκτιµώντας τη σηµασία των εξετάσεων αυτών. Είναι επίσης απαράδεκτοι οι χαρακτηρισµοί πως οι Ελληνες µαθητές πάτωσαν, δίνοντας την εντύπωση µιας γενικής κατάρρευσης του συστήµατος. Υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο - όπως, για παράδειγµα, οι διακρίσεις των µαθητών στις Ολυµπιάδες των Μαθηµατικών και της Φυσικής.

Τι θέλουμε τελικά; Να μετρηθούμε με τα διεθνή πρότυπα ή να μηρυκάζουμε για διεθνείς συνωμοσίες;


Εκεί όπου η Ελληνική Μαθηµατική Εταιρεία και η Ενωση Ελλήνων Φυσικών µε την κατάλληλη προγύµναση δίνουν τα εφόδια στους µαθητές να ξεχωρίσουν. Συνεπώς, η διαπίστωση ότι οι επιδόσεις στις εξετάσεις PISA δεν ήταν καλές δεν αναιρεί το βασικό ερώτηµα, που είναι τι πρέπει να γίνει ώστε να υπάρξει µια σοβαρή αντιµετώπιση αυτού του θεσµού από όλους τους εµπλεκόµενους φορείς - πριν απ’ όλα από το υπουργείο Παιδείας και τις συνδικαλιστικές ενώσεις. Γιατί το πραγµατικό δίληµµα είναι το εξής: Θέλουµε η Ελλάδα να αποκτήσει τρόπους αποτίµησης και διασφάλισης της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήµατος; Είναι δυνατόν µε αφορισµούς κάποιοι να αποδοµούν τις εξετάσεις αυτές, αντί να επιχειρούν στα σοβαρά να αξιοποιούν τη µαθητική συµµετοχή, τσεκάροντας τις πραγµατικές δυνατότητες, αλλά και προοπτικές στις ευαίσθητες αυτές βαθµίδες της Εκπαίδευσης; Είµαστε διατεθειµένοι να αποκτήσουµε ένα θεσµικά κατοχυρωµένο πλαίσιο αξιολόγησης, όπως έχουν κάνει εδώ και χρόνια οι περισσότερες ευρωπαϊκές, αλλά και ασιατικές χώρες;

Θέλουµε να µετρηθούµε στις σχολικές αίθουσες µε βάση τα διεθνή εκπαιδευτικά standards ή θα µηρυκάζουµε τα περί διεθνούς συνωµοσίας κ.λπ., καλύπτοντας τις δικές µας δοµικές αδυναµίες στη διδασκαλία; Τελικά, θέλουµε να έχουµε επιτέλους σοβαρά και αξιόπιστα εργαλεία µέτρησης της παρεχόµενης παιδείας στα σχολεία µας ή θα εξακολουθούµε να θεωρούµε «προπατορικό αµάρτηµα» κάθε προσπάθεια ουσιαστικής αξιολόγησης;.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή της Κυριακής 10 Δεκεμβρίου