Ο Νίκος Πλακιάς, που έχασε στο δυστύχημα των Τεμπών τις δίδυμες κόρες του και την ανιψιά του, μίλησε για εκείνη τη νύχτα και έδωσε λόγια που μένουν, γιατί δεν είναι απλώς μια αφήγηση γεγονότων, είναι μια ωμή αποτύπωση του πώς ένας γονιός παγώνει, πώς περιμένει, πώς προσπαθεί να πιαστεί από μια πληροφορία για να μην γκρεμιστεί και πώς αργότερα έρχεται η οργή όταν συνειδητοποιεί ότι η δικαίωση δεν είναι μια υπόθεση ημερών. Μιλώντας στο OPEN, περιέγραψε πως όταν άκουσε για εκτροχιασμό τρένου, δεν έκανε ούτε το αυτονόητο, να πάρει αμέσως τηλέφωνο τα παιδιά, όπως είπε, πάγωσε και περίμενε τις εξελίξεις. Αρχικά καθησυχάστηκε από την πρώτη εικόνα ότι δεν υπάρχουν νεκροί ή τραυματίες, όμως μετά άρχισε να τον τρώει ένα μόνο ερώτημα, αν τα παιδιά του ήταν ζωντανά στη σύγκρουση ή μετά και αν χρειάστηκαν κάτι, αν φώναξαν «μπαμπά ή μαμά». Αυτή η σκέψη, όπως την περιγράφει, ήταν το πρώτο και πιο βασανιστικό φορτίο, πριν ακόμη μπει στη θέση του το «γιατί» και το «πώς». 

Διαβάστε: Τέμπη: "Η κυβέρνηση και τα φερέφωνά της διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και παραπληροφορούν" - Τι είπε ο Μαντζουράνης για τις εκταφές των σορών στα Παραπολιτικά 90,1 (Ηχητικό)

Τέμπη: Η πρώτη νύχτα, το Α.Τ. και το συναίσθημα ότι "χάθηκαν"

Ο κ. Πλακιάς περιγράφει στη συνέντευξή του στο OPEN πως θυμάται ότι όταν έμαθε πως κάτι είχε συμβεί, δεν το είπε ούτε στους δικούς του, περίμενε, παρακολουθούσε τις εξελίξεις και στη συνέχεια είπε στη σύζυγό του πως κάτι έχει γίνει, γιατί δεν μπορούσε να βρει τα παιδιά. Έτσι, πήραν το αυτοκίνητο και πήγαν στο Αστυνομικό Τμήμα Τεμπών. Από την αρχή, όπως λέει, ένιωθε ότι τα τρία κορίτσια χάθηκαν. Είδε τη λίστα με τους επιβαίνοντες που θα μεταφέρονταν στα λεωφορεία, τα ονόματά τους δεν ήταν μέσα και τότε τους καθοδήγησαν να πάνε στα νοσοκομεία, όπου μεταφέρονταν οι τραυματίες. Περιγράφει μια σκηνή αναμονής που δεν αφήνει περιθώριο παρηγοριάς. Στην αίθουσα, ένας γιατρός κατέβηκε και είπε ότι στη ΜΕΘ νοσηλεύεται ένα κορίτσι με ύψος 1,75, ξανθό, με γαλάζια μάτια. Όπως λέει, πετάχτηκαν τρεις οικογένειες και μία από το κέντρο και όταν εκείνος από το κέντρο είδε τη φωτογραφία, αγκάλιασε την οικογένειά του. Τότε, όπως αφηγείται ο ίδιος, κατάλαβε ότι δεν ήταν το δικό του παιδί. Σε εκείνη τη στιγμή η αγωνία δεν είναι πια θεωρία, γίνεται αναμέτρηση με την πραγματικότητα, με το ποιον «παίρνει» η ελπίδα και ποιον αφήνει πίσω.

Τέμπη: Το σπίτι, το δωμάτιο και η οργή για τη δικαιοσύνη

Ο κ. Πλακιάς μιλά για το πρώτο διάστημα που, όπως σημειώνει, ο ίδιος και οι περισσότεροι συγγενείς είχαν το μυαλό τους στο γεγονός και όχι στα αίτια. Θυμάται ότι στις 40 ημέρες, όταν πήγαν να κάνουν το μνημόσυνο, ήταν όλοι μαζί, με όλους όσοι ανακάλυψαν στην πορεία ότι είχαν μερίδιο ευθύνης. Όμως το βάρος δεν έμενε μόνο έξω, γυρνούσε σπίτι και γινόταν καθημερινότητα. Περιγράφει ότι περίμενε να ανοίξει η πόρτα και να μπει το παιδί του και λέει πως το χειρότερο ήταν όταν περνούσε από το δωμάτιο, δεν τολμούσε να γυρίσει να κοιτάξει, δεν έμπαινε. Στο σπίτι υπάρχει μόνο μία φωτογραφία των κοριτσιών, στο δωμάτιό τους, όπως τονίζει, όχι φωτογραφίες στους τοίχους, όχι «οι καλύτερες στιγμές τους» απλωμένες στο σπίτι. Στο δικαστικό σκέλος, ο τόνος του είναι καθαρός και θυμωμένος. Αναφέρει ότι μια σύγκρουση τρένων αντιμετωπίστηκε στην αρχή σαν απλό τροχαίο και ότι και οι οικογένειες στην αρχή δεν πίεσαν πολύ, όπως λέει, λίγες στάθηκαν στο νομικό κομμάτι. Επισημαίνει πως η πρώτη ενημέρωση ήταν ελλιπής και ότι το μπάζωμα δεν ήταν καν στη δικογραφία. Στο δικό του συμπέρασμα, πρέπει να πληρώσουν όλοι οι υπεύθυνοι, από τον σταθμάρχη μέχρι τον υπουργό, γιατί, όπως υπογραμμίζει, οι συγγενείς δεν μπορούν να δείξουν έναν μόνο υπεύθυνο, η υπόθεση δεν είναι «ένα πρόσωπο», αλλά μια αλυσίδα.

Τρία χρόνια μετά, λέει πως δεν υπάρχει δικαίωση, εκφράζοντας δυσαρέσκεια γιατί κανείς δεν είναι στη φυλακή, ενώ σημειώνει ότι η δίκη αναμένεται να κρατήσει πολλά χρόνια. Και κλείνει με μια φράση που κουβαλά ολόκληρο το βάρος του, ότι η οργή, το μίσος, ο θυμός δεν του έχουν περάσει και ότι «τα κορίτσια δεν τα κάναμε Ιφιγένειες» για να δοθεί ένας καλύτερος σιδηρόδρομος στη χώρα.