Ένα από τα πιο επίκαιρα ζητήματα που αφορούν τους νέους εστιάζει στους δρόμους που ανοίγονται στους μαθητές μετά την αποφοίτησή τους από το Λύκειο, στην αναζήτηση της επιτυχίας στη ζωή τους και της επαγγελματικής ασφάλειας. Από τη μία τα πτυχία και οι ακαδημαϊκοί τίτλοι γενικότερα και από την άλλη η απόκτηση των απαραίτητων δεξιοτήτων για την άσκηση ενός τεχνικού επαγγέλματος. Είναι ένα κρίσιμο ερώτημα, που ξεπερνά τα όρια της οικονομίας και αφορά τις επιλογές που πρέπει να κάνουν οι νέοι και το πώς η κοινωνία διαμορφώνει το πλαίσιο.

Διαβάστε: Σοκ στη Χαλκίδα: 15χρονη εκμυστηρεύτηκε σε καθηγήτριά της ότι θέλει να αυτοκτονήσει λόγω bullying

Ενόψει των Πανελλαδικών Εξετάσεων, που αρχίζουν στις 29 Μαΐου, της πρώτης κρίσιμης «μάχης» για τους περίπου 90.000 υποψηφίους, είναι αντιληπτό ότι το πιο δύσκολο βήμα για όσους αποτύχουν να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο είναι να ξεπεράσουν την κοινωνική νοοτροπία που θεωρεί τα τεχνικά επαγγέλματα ως «δεύτερη επιλογή», τα οποία, όμως, στην πράξη οδηγούν σε μια διαδρομή με πραγματική αξία, υψηλή ζήτηση στην αγορά εργασίας και επαγγελματικό μέλλον.


Γιώργος Δουκίδης: Το 90% των αποφοίτων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης επιδιώκει να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής Γιώργος Δουκίδης, καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το 90% των αποφοίτων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης επιδιώκει να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο και το 82% τα καταφέρνει - ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Ωστόσο, περίπου το 30% των αποφοίτων καταλήγει σε θέσεις για τις οποίες είναι υπερπροσοντούχοι (overqualified), ενώ το 24% παραμένει άνεργο. Σήμερα η Ευρώπη παράγει περισσότερους πτυχιούχους από ποτέ, αλλά όχι επαγγελματίες με τις τεχνικές δεξιότητες που ζητά η αγορά. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ενδεικτικά, στη Γερμανία το έλλειμμα σε τεχνικά επαγγέλματα ξεπερνά τις 400.000 θέσεις (DIHK, 2024 / Statista).

Αντίστοιχα, στο Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερες από 8 στις 10 επιχειρήσεις αναφέρουν ελλείψεις δεξιοτήτων, ιδιαίτερα σε τεχνικούς και εξειδικευμένα επαγγέλματα (UK Employer Skills Survey, 2022), ενώ στη Γαλλία πάνω από το 50% των εργοδοτών δηλώνει δυσκολία στην κάλυψη θέσεων σε τεχνικούς και βιομηχανικούς κλάδους (Pôle emploi / France Travail, 2023). Παράλληλα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι ελλείψεις εντοπίζονται κυρίως σε τεχνικούς, μηχανικούς και κατασκευαστικά επαγγέλματα και αναμένεται να ενταθούν τα επόμενα χρόνια (European Commission, 2023). Την ίδια στιγμή, τα παραδοσιακά «white collar» (γραφείου) επαγγέλματα πιέζονται. Ο κορεσμός, σε συνδυασμό με τον ταχύ μετασχηματισμό λόγω Τεχνητής Νοημοσύνης, μειώνει τη σταθερότητα που κάποτε προσέφεραν. Αντίθετα, τα τεχνικά και engineering επαγγέλµατα εµφανίζουν αυξανόµενη ζήτηση και υψηλότερες απολαβές, ενδεικτικά από 3.000 έως 5.000+ ευρώ µηνιαίως, µε σηµαντικές δυνατότητες εξέλιξης και επιχειρηµατικότητας (Stepstone Analysis, 2023).


"Δάσκαλος ή δικηγόρος"

Τα στοιχεία αυτά παρουσιάστηκαν στο Οικονοµικό Φόρουµ των ∆ελφών, όπου το θέµα τέθηκε στο τραπέζι µιας συζήτησης που προσέλκυσε το ενδιαφέρον, την οποία οργάνωσε ο πρόεδρος και CEO του Οµίλου PeopleCert, Βύρων Νικολαΐδης. Ο ίδιος αποτύπωσε σε αδρές γραµµές την αντίληψη που επικρατεί ακόµα και σήµερα: «Τα τεχνικά επαγγέλµατα εξακολουθούν να υποτιµώνται κοινωνικά. Στην Ελλάδα η επιτυχία παραµένει ταυτισµένη µε τον ακαδηµαϊκό τίτλο, ακόµα κι όταν η αγορά δείχνει ότι συγκεκριµένα πεδία είναι ήδη κορεσµένα. ∆εν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι οικογένειες προτιµούν το παιδί τους να γίνει δικηγόρος ή δάσκαλος, ακόµα κι αν οι προοπτικές είναι περιορισµένες, παρά να στραφεί σε ένα τεχνικό επάγγελµα µε σαφώς µεγαλύτερη ζήτηση και προοπτική».

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει µε σαφήνεια τη βαθιά αντίφαση της ελληνικής πραγµατικότητας: επαγγέλµατα µε υψηλή κοινωνική αναγνώριση, αλλά περιορισµένη απορρόφηση από την αγορά, και την ίδια στιγµή τεχνικά επαγγέλµατα τα οποία η αγορά ζητά απεγνωσµένα, αλλά η κοινωνία εξακολουθεί να υποτιµά. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ανέδειξε τη διάσταση του προβλήµατος από τη σκοπιά της παραγωγής: «Την ώρα που η Ευρώπη µιλά για επιστροφή της παραγωγής που τα προηγούµενα χρόνια µεταφέρθηκε στην Ασία, το ερώτηµα είναι κρίσιµο: Εχουµε τους ανθρώπους για να τη στηρίξουµε;». Η παρέµβασή του έφερε στο προσκήνιο µια στρατηγική πρόκληση: Η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης δεν µπορεί να γίνει χωρίς το κατάλληλο ανθρώπινο δυναµικό. Επίσης, ανέδειξε τη µεγάλη δοµική πρόκληση της ελληνικής οικονοµίας, επισηµαίνοντας ότι «είµαστε µια χώρα που έχει αποβιοµηχανοποιηθεί. ∆εν παράγουµε όσο θα έπρεπε και αυτό πρέπει να αλλάξει».

Ο κ. Θεοδωρόπουλος είπε, ακόµα, ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν είναι θεωρητική, αλλά συνδέεται άµεσα µε το παραγωγικό µοντέλο της χώρας: «Σήµερα τα τεχνικά επαγγέλµατα έχουν ελλείψεις, χωρίς όµως να έχουµε φτάσει ακόµη στο σηµείο να µη βρίσκουµε καθόλου ανθρώπους. Υπάρχουν, όµως, σηµαντικά κενά σε ειδικότητες όπως εφαρµοσµένοι µηχανικοί, ηλεκτρολόγοι κίνησης και οξυγονοσυγκολλητές». Αναφερόµενος στις αποδοχές και την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά, σηµείωσε ότι «ο µέσος µισθός ενός ηλεκτρολόγου µε περίπου δέκα χρόνια εµπειρίας κυµαίνεται σήµερα µεταξύ 2.500 και 2.800 ευρώ, κάτι που δείχνει ξεκάθαρα τη ζήτηση και την αξία αυτών των επαγγελµάτων». Ανέφερε ότι οι επιχειρήσεις λαµβάνουν πλέον διαφορετικά κριτήρια στις αποφάσεις τους: «Οι βιοµηχανίες δεν εξετάζουν µόνο γεωγραφικά κριτήρια για το πού θα εγκατασταθούν, αλλά και πού υπάρχει διαθέσιµο εργατικό δυναµικό - ακόµα και πού υπάρχει µεγαλύτερη ανεργία». «Η επιτυχία σήµερα δεν καθορίζεται µόνο από τα πτυχία. Την καθορίζουν η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και η ενσυναίσθηση. Υπάρχουν παιδιά µε έµφυτες κλίσεις που δεν µπορούµε να αγνοούµε. Πρέπει να ξεπεράσουµε τα στερεότυπα - γιατί υπάρχει και άλλος δρόµος που οδηγεί στην επιτυχία», είπε χαρακτηριστικά.


Η ανάγκη για ευελιξία

Η CEO της CrediaBank, Ελένη Βρεττού, εστίασε στα «white collar» επαγγέλµατα και ειδικά στον τραπεζικό κλάδο, επισηµαίνοντας ότι η µειωµένη ελκυστικότητά τους δεν συνδέεται απαραίτητα µε την ανασφάλεια: «Το γεγονός ότι σήµερα δεν βλέπουµε ουρές νέων να θέλουν να εργαστούν στις τράπεζες δεν οφείλεται µόνο -ή κυρίως- στην έλλειψη ασφάλειας. Ο τραπεζικός ρόλος έχει αποκτήσει µια κοινωνικά αρνητική χροιά και συχνά αντιµετωπίζεται µε καχυποψία ή ακόµα και αντιπάθεια».

Αναφερόµενη στον µετασχηµατισµό των επαγγελµάτων, υπογράµµισε τον ρόλο της τεχνολογίας: «Οι δεξιότητες αλλάζουν γρήγορα. Η Τεχνητή Νοηµοσύνη αναδιαµορφώνει ρόλους και η έννοια της επαγγελµατικής ασφάλειας δεν είναι πια δεδοµένη. Η “ασφάλεια” που συνδέαµε µε τα τραπεζικά επαγγέλµατα πριν από δέκα χρόνια δεν ισχύει µε τον ίδιο τρόπο σήµερα». Οπως είπε η κ. Βρεττού, «το κρίσιµο ζητούµενο δεν είναι η επιλογή κλάδου, αλλά η ικανότητα προσαρµογής. Αυτό που µετράει σήµερα είναι η προσαρµοστικότητα και η συνεχής εξέλιξη». Και τόνισε: «Οι νέοι δεν πρέπει να επιλέγουν επαγγέλµατα που δεν τους εκφράζουν ή δεν µπορούν να τα κάνουν καλά. Η γνώση -και άρα οι σπουδές- παραµένει σηµαντική, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από δεξιότητες και ευελιξία».


Άρθρο του Γεωργίου Δουκίδη: Το μέλλον της εργασίας

Τα επαγγέλµατα που θα επηρεαστούν λόγω της Τεχνητής Νοηµοσύνης (Τ.Ν.) είναι τα white collar, δηλαδή του γραφείου, που συνήθως δηµιουργούν ψηφιακό περιεχόµενο και δεν περιλαµβάνουν χειρωνακτική εµπλοκή. Η αγορά εργασίας έχει γίνει πιο ανταγωνιστική και επιλεκτική, οι εταιρείες προσλαµβάνουν λιγότερο και πιο στοχευµένα, ενώ πολλές entry-level θέσεις µειώνονται λόγω της Τ.Ν. Ιδιαίτερα ευάλωτα επαγγέλµατα είναι οι διοικητικές θέσεις, τα στελέχη λογιστηρίου και µάρκετινγκ, που ασχολούνται όµως µε διαδικασίες ρουτίνας, και οι entry-level προγραµµατιστές.

Οι διαδικασίες στις οποίες εµπλέκονται είναι εύκολα αυτοµατοποιήσιµες και το αποτέλεσµα της εργασίας τους είναι ψηφιακό και αναπαράγεται εύκολα. Παρά τη µείωση, κάποιες άλλες ειδικότητες white collar ανεβαίνουν σε ζήτηση, όπως ανάλυση δεδοµένων, κυβερνοασφάλεια, διαχείριση ρίσκου και χρηµατο-οικονοµική ανάλυση, ανάπτυξη cloud εφαρµογών κ.λπ. ∆ηλαδή επαγγέλµατα που δεν είναι απλά γραφείου, αλλά συνδυάζουν υψηλή εξειδίκευση, σε συνδυασµό µε τεχνολογικές εξελίξεις. Αρα, τα white collar επαγγέλµατα δεν εξαφανίζονται, αλλά µειώνονται οι πιο «εύκολες» ειδικότητες λόγω της Τ.Ν., ενώ παράλληλα αυξάνεται η απαίτηση δεξιοτήτων, λόγω της πολυπλοκότητας.

∆ηλαδή, οδηγούµαστε σε ένα περιβάλλον µε λιγότερους, αλλά πιο εξειδικευµένους white collar εργαζοµένους. Στα blue collar επαγγέλµατα (τεχνικά/χειρωνακτικά) παρατηρούµε άνοδο της ζήτησης. Στις αιτίες περιλαµβάνονται η αναβάθµιση των δεξιοτήτων λόγω τεχνολογικών εξελίξεων, το ότι η Τ.Ν. δεν µπορεί εύκολα να αντικαταστήσει τη φυσική εργασία, η γήρανση των εργαζοµένων, ενώ παράλληλα υπάρχει ουσιαστική ανάπτυξη σχετικών κλάδων, όπως οι κατασκευές, η ενέργεια, οι υποδοµές και η παραγωγή. Παραδείγµατα τέτοιων επαγγελµάτων περιλαµβάνουν τους ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς, τεχνικούς δικτύων και αυτοµατισµών, ενεργειακούς µηχανικούς, τεχνολόγους πρωτογενούς παραγωγής και τροφίµων κ.λπ. Παράλληλα, σε αυτά τα blue collar επαγγέλµατα παρατηρούµε αύξηση µισθών και επαγγελµατική σταθερότητα λόγω αναβάθµισης της εργασίας τους µε την τεχνολογική αναβάθµιση του εργασιακού αντικειµένου, όπως οι προχωρηµένες τεχνολογίες IoT στα σπίτια.

Η αναβάθµιση του επιστηµονικού πεδίου απαιτεί νέες, αναβαθµισµένες µορφές εκπαίδευσης και όχι απαραίτητα 4ετές πτυχίο. ∆ηλαδή, αναπτύσσονται νέα εκπαιδευτικά µοντέλα, όπως οι πολλαπλές επαγγελµατικές πιστοποιήσεις (micro-credentials), πανεπιστηµιακές σπουδές που «χτίζονται» σταδιακά (stackable degrees) κατά τη διάρκεια όλης της εργασιακής τους ζωής. Έτσι, κάποιος εργαζόµενος µπορεί να δουλεύει και να σπουδάζει ταυτόχρονα, καθώς και να επιστρέφει στην Εκπαίδευση όταν χρειάζεται και µπορεί. Σε αυτό το νέο µοντέλο Εκπαίδευσης ο ρόλος της Τ.Ν. είναι καθοριστικός, γιατί κάνει την εκπαίδευση πιο πρακτική, προσαρµόζει τη µάθηση σε ανθρώπους χωρίς σοβαρό ακαδηµαϊκό υπόβαθρο και επιταχύνει την εκµάθηση τεχνικών δεξιοτήτων.

Εν κατακλείδι, αναφερόµαστε σε σηµαντικές κοινωνικές αλλαγές, όπου θα µειωθεί το χάσµα µεταξύ χειρωνακτικής και πνευµατικής εργασίας, κάποια τεχνικά επαγγέλµατα θα αποκτήσουν υψηλότερο κύρος και εισόδηµα, ενώ τα πανεπιστήµια θα δέχονται διαφορετικά προφίλ φοιτητών. Συµπερασµατικά, η αγορά εργασίας δεν κατευθύνεται προς το «white vs blue collar», αλλά προς µια οικονοµία δεξιοτήτων. ∆ηλαδή, δεν θα µετράει τόσο πολύ το πτυχίο όσο το τι µπορεί να κάνει πρακτικά ο εργαζόµενος µε τις αναγκαίες δεξιότητες.

*Γεώργιος Δουκίδης - καθηγητής του ΟΠΑ, συµβούλου επιχειρήσεων