Η Ευρώπη µεγαλώνει ηλικιακά πιο γρήγορα από όσο ανανεώνεται πληθυσµιακά και η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην καρδιά αυτής της δηµογραφικής µεταβολής. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν µε σαφήνεια µια κοινωνία που γερνά και γεννά λιγότερο. Η χώρα µας καταγράφει σήµερα διάµεση ηλικία 47,2 ετών –την τέταρτη υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση–, πίσω µόνο από την Ιταλία (49,1), τη Βουλγαρία (47,3) και την Πορτογαλία (47,3). Είναι χαρακτηριστικό πως µέσα σε µόλις δύο δεκαετίες η διάµεση ηλικία των Ελλήνων αυξήθηκε κατά οκτώ χρόνια. Παράλληλα, το 7% του πληθυσµού είναι πλέον άνω των 80 ετών, ποσοστό που φέρνει τη χώρα στις πρώτες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης.

Διαβάστε: Μιχαηλίδου για δημογραφικό: "Μαραθώνιος, που πρέπει να τρέξουμε με ρυθμό σπριντ" - Προτεραιότητα για την κυβέρνηση


Την ίδια στιγµή, οι γεννήσεις παραµένουν σε ιστορικά χαµηλά επίπεδα. Με 6,6 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες µε τη χαµηλότερη γεννητικότητα στην Ε.Ε., ενώ ο δείκτης γονιµότητας παραµένει στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα, δηλαδή αρκετά χαµηλότερα από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσµού. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει τη συνεχιζόµενη φυσική µείωση του πληθυσµού, καθώς οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις. Παράλληλα, µεταβάλλεται και το µοντέλο οικογέ νειας. Το 11% των γεννήσεων στη χώρα προέρχεται από µητέρες άνω των 40 ετών, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη, γεγονός που δείχνει ότι η απόφαση για απόκτηση παιδιού µετατίθεται ολο ένα και αργότερα. Η µέση ηλικία πρώτης µητρότη τας αυξάνεται συνεχώς, καθώς πολλές γυναίκες δίνουν προτεραιότητα στις σπουδές, την εργασία και την οικονοµική σταθερότητα, πριν προχωρήσουν στη δηµιουργία οικογένειας. Αντίθετα, οι γεννήσεις εκτός γάµου παραµένουν µόλις στο 10%, το χαµηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., στοιχείο που αποτυπώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί πιο παραδοσιακά κοινωνικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση µε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το ∆ηµογραφικό δεν αποτελεί πλέον µελλοντική απειλή, αλλά µια κρίση που επηρεάζει ήδη την οικονοµία, την αγορά εργασίας και τη συνολική κοινωνική ισορροπία της χώρας.

«Μαραθώνιος... με σπρίντ»

Με φόντο τα ανησυχητικά στοιχεία της Eurostat για τη γήρανση του πληθυσµού και την υπογεννητικό τητα, η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογέ νειας, ∆όµνα Μιχαηλίδου, µιλώντας στο συνέδριο «∆ηµογραφικό 2026», χαρακτήρισε το ∆ηµογραφικό «έναν µαραθώνιο που πρέπει να τρέξουµε µε ρυθµό σπριντ», επισηµαίνοντας ότι πρόκειται για µια κρίση που απαιτεί ταυτόχρονα µακροπρόθεσµο σχεδιασµό και άµεσες παρεµβάσεις.

Η υπουργός υποστήριξε ότι µέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε οργανωµένη και συστηµατική ενασχόληση µε το ∆ηµογραφικό, καθώς –όπως είπε– υφίστα το «χρονική ασυµµετρία» ανάµεσα στο πολιτικό κόστος και τα αποτελέσµατα των πολιτικών παρεµ βάσεων. Οπως σηµείωσε, πλέον υπάρχει αυτόνοµο υπουργείο και συγκεκριµένο εθνικό σχέδιο δράσης για τη δηµογραφική πολιτική, µε στόχο µια πιο συ ντονισµένη αντιµετώπιση του προβλήµατος. Η κ. Μιχαηλίδου τόνισε ότι η υπογεννητικότητα δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόµενο, αλλά κοινό πρόβληµα σχεδόν όλων των ανεπτυγµένων χωρών του ΟΟΣΑ. Ως παράδειγµα έφερε τη Νότια Κορέα, όπου ο δείκτης γονιµότητας έχει υποχωρήσει στο 0,6 παιδί ανά γυναίκα, ενώ υπογράµµισε ότι ακόµα και χώρες µε ισχυρά κοινωνικά κράτη, όπως η Νορβηγία και η Σουηδία, καταγράφουν δείκτες κοντά στο 1,4 και 1,5, αντίστοιχα. Η Ελλάδα, σύµφωνα µε τα τελευταία στοιχεία, βρίσκεται στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα, αρκετά κάτω από το όριο ανα πλήρωσης του πληθυσµού. Παράλληλα, η υπουργός επεσήµανε ότι το ζήτηµα δεν είναι µόνο οικονοµικό, αλλά βαθιά κοινωνικό και πολιτισµικό. Οπως ανέφερε, πολλές οικογένειες που αυξάνουν το εισόδηµά τους επιλέγουν να επενδύσουν περισσότερους πόρους στα ήδη υπάρχοντα παιδιά αντί να προχωρήσουν στην απόκτηση περισσότερων. Εποµένως, δεν αρκούν τα οικονοµικά µέτρα, αλλά είναι απαραίτητη η αλλαγή αντιλήψεων γύρω από τη γονεϊκότητα, την εργασία και την οικογένεια, σύµφωνα µε την υπουργό.

Στη χώρα µας, η υπογεννητικότητα δεν αποτελεί µια πρόσφατη εξέλιξη, αλλά µια µακρόχρονη δηµογραφική τάση, που επιταχύνεται χρόνο µε τον χρόνο. Σύµφωνα µε τον καθηγητή Βύρωνα Κοτζαµάνη, διευθυντή του Ινστιτούτου ∆ηµογραφικών Ερευνών και Μελετών (Ι∆ΕΜ), που µιλά στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», οι γεννήσεις στην Ελλάδα µειώνονται ταχύτατα τα τελευταία χρόνια: από 85,2 χι λιάδες το 2021, υποχώρησαν στις 71,2 χιλιάδες το 2023 και στις 65 χιλιάδες το 2025. Ωστόσο, σύµφωνα µε τον καθηγητή, «η συρρίκνωση των γεννήσεων ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, καθώς ενώ τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 είχαµε κατά µέσο όρο ετησίως 144 έως 154 χιλιάδες γεννήσεις, τη δεκαετία του ’80 είχαµε 118 χιλιάδες και τη δεκαετία του ’90 µόλις 101 χιλιάδες. Η πτώση ανακόπηκε τη δεκαετία 2001-2010 (109,5 χιλιάδες) και έπειτα συνεχίστηκε, αφού το 2011-2020 είχαµε κατά µέσο όρο 92 χιλιάδες. Όσον αφορά την τρέχουσα δεκαετία, δεν αναµένεται να καταγραφούν περισσότερες από 68 χιλιάδες».

Τα ζευγάρια που γεννήθηκαν µετά το 1960 και απέκτησαν τα παιδιά τους µετά το 1980 άρχισαν να κάνουν λιγότερα παιδιά σε σχέση µε τους γονείς τους και σε όλο και µεγαλύτερη ηλικία ΒΥΡΩΝ ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ, ∆ΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Ι∆ΕΜ

Δύσκολη ανάκαμψη

«Η µείωση των γεννήσεων των τελευταίων δεκαετιών οφείλεται στο ότι τα ζευγάρια που γεννήθηκαν µετά το 1960 και απέκτησαν τα παιδιά τους µετά το 1980 άρχισαν να κάνουν λιγότερα παιδιά σε σχέση µε τους γονείς τους και σε όλο και µεγαλύτερη ηλικία: οι γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω από το 1960 έκαναν δύο παιδιά, αυτές που γεννήθηκαν δέκα χρόνια αργότερα, 1,6, ενώ όσες έχουν γεννηθεί γύρω από το 1985 θα αποκτήσουν ακόµα λιγότερα (1,45). Αρα, η επιτάχυνση της µείωσης των γεννήσεων τα τελευταία χρόνια οφείλεται στο ότι οι νέοι που τεκνοποιούν τη δεκαετία αυτή µειώνονται συνεχώς, καθώς αφενός µεν προέρχονται από τις µειούµενες µετά το 1980 γεννήσεις, αφετέρου δε ένα τµήµα τους εγκατέλειψε τη χώρα µας µετά το 2010. Αυτό αποτυπώνεται και στον αριθµό των γυναικών 25-44 ετών, από τις οποίες προέρχονται σχεδόν οι 9 από τις 10 γεννήσεις σήµερα, αφού το πλήθος τους µειώθηκε κατά 475 χιλιάδες (-29%) σε σχέση µε το 2010. Η µείωση δε αυτή, αν δεν καταγραφεί ένα θετικότατο µεταναστευτικό ισοζύγιο στις ηλικίες αυτές, θα συνεχισθεί και τις επόµενες δεκαε τίες. Ετσι, ακόµα και αν δηµιουργήσουµε στη χώρα µας ένα εξαιρετικά ευνοϊκό για την οικογένεια και το παιδί περιβάλλον, που θα επιτρέψει στις νεότερες γενιές να αποκτήσουν τον αριθµό των παιδιών που επιθυµούν –και εποµένως να αρχίσουν να κά νουν όλο και περισσότερα παιδιά–, οι γεννήσεις δεν πρόκειται ποτέ να επανέλθουν στο επίπεδο της δεκαετίας 2011-2020 (92 χιλιάδες κατά µέσο όρο). Το περιβάλλον αυτό, σε συνδυασµό µε ένα θετικό µε ταναστευτικό ισοζύγιο, απλώς θα επιβραδύνει την πτώση τους και θα επιτρέψει κάποια στιγµή και την ανάκαµψή τους από το χαµηλότερο επίπεδο όπου θα φτάσουν», εξηγεί ο κ. Κοτζαµάνης.

Τα μέτρα που μπορούν να συμβάλουν στην άμβλυνση της τάσης

Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, «οι νεότερες γενιές δεν επιθυμούν να αποκτήσουν πολύ περισσότερα παιδιά από δύο, τα όποια μέτρα ληφθούν θα πρέπει να έχουν ως βασικό στόχο τη σύγκλιση ανάμεσα στον αριθμό των παιδιών που επιθυμούμε και σε αυτόν που θα αποκτήσουμε», σημειώνει ο καθηγητής και διευθυντής του ΙΔΕΜ, Βύρων Κοτζαμάνης, υπογραμμίζοντας πως στην Ελλάδα το χάσμα αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο από πολλές άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε.

Συγκεκριμένα, ο κ. Κοτζαμάνης θεωρεί πως «τα μέτρα αυτά θα πρέπει να στοχεύουν:

1) Στη μείωση του εξαιρετικά υψηλού (άμεσου ή έμμεσου) κόστους που προκύπτει από τη γέννηση και το μεγάλωμα ενός παιδιού στη χώρα μας (κόστη κυρίως εκπαίδευσης και υγείας).

2) Στην εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή.

3) Στην άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο.

4) Στη στήριξη των νέων γενεών κατά την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή και στην αύξηση του διαθέσιμου πραγματικού εισοδήματός τους (της αγοραστικής δύναμής τους δηλαδή).

5) Στη μερική προστασία από κινδύνους που ενδεχομένως αυτές θα αντιμετωπίσουν, μέσω μιας διευρυμένης και στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής.

6) Στην άρση του κλίματος αβεβαιότητας-έλλειψης εμπιστοσύνης (trust) στο μέλλον». Γιατί η αβεβαιότητα που υπάρχει σήμερα στις νεότερες γενεές δημιουργεί ανασφάλεια και επηρεάζει αναπόφευκτα την απόφαση για μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, όπως αυτή της δημιουργίας οικογένειας και της απόκτησης παιδιών. Κι αυτό γιατί ο φόβος ενός ασταθούς μέλλοντος τις ωθεί στο να αναβάλλουν ή ακόμα και να αλλάζουν τα οικογενειακά τους σχέδια. Πώς θα αποκατασταθεί το έλλειμμα αυτό; Οπως λέει ο ειδικός, «απαιτείται συλλογική προσπάθεια και προφανώς δίκαιοι θεσμοί, διαφάνεια, λογοδοσία, Παιδεία που καλλιεργεί την εν συναίσθηση και την αλληλεγγύη, καθώς και ένα κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο λιγότερο άνισο και ανταγωνιστικό και περισσότερο συνεργατικό». Εκτός όμως των προαναφερθέντων στόχων, ο κ. Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι απαιτείται και:

α) Η άμβλυνση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενεές σε κάποια μεγάλα αστικά κέντρα. Απαιτείται, ειδικότερα, εκτός των άλλων, η δημιουργία και προσφορά με χαμηλό ενοίκιο ενός εκτεταμένου αποθέματος ενεργειακά αποδοτικών κατοικιών, που θα αντιστοιχούν στα στεγαστικά πρότυπα και τις μεταβαλλόμενες στεγαστικές ανάγκες των νεότερων γενεών.

β) Η άμβλυνση των έντονων υφιστάμενων δημογραφικών ανισοτήτων σε περιφερειακό και ενδοπεριφερειακό επίπεδο, που υποθηκεύουν, εκτός των άλλων, την ανάπτυξη και την εδαφική συνοχή της χώρας. Η εξαιρετικά άνιση δε κατανομή του πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο συνοδεύεται συχνά όχι μόνον από την άνιση κατανομή του εργατικού δυναμικού, των οικονομικών δραστηριοτήτων και του παραγόμενου πλούτου, αλλά και από εξαιρετικά διαφοροποιημένους δημογραφικούς δείκτες. Οι ανισότητες αυτές έχουν ήδη επηρεάσει σημαντικά τον δυναμισμό πλήθους περιοχών της ηπειρωτικής –και, σε μικρότερο βαθμό, της νησιωτικής– Ελλάδας, όπου ετησίως καταγράφονται σταθερά πλέον υψηλές αναλογίες θανάτων/γεννήσεων και υψηλοί ρυθμοί μείωσης και γήρανσης του πληθυσμού, οδηγώντας τις στη δημογραφική κατάρρευση. Για την άμβλυνσή τους απαιτείται αφενός οι ανισότητες αυτές να λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό των πολιτικών στήριξης της οικογένειας και του παιδιού , αφετέρου δε άμεση λήψη μέτρων, που θα στοχεύουν στην αποκέντρωση (και, προφανώς, ένα εθνικό σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης).

Τέλος, υπενθυμίζει ότι, όπως έχει δείξει και η διεθνής εμπειρία, «οι επιδοματικές πολιτικές έχουν άκρως περιορισμένη εμβέλεια και δεν έχουν ιδιαίτερα αποτελέσματα, εάν δεν έχει ήδη αρχίσει να δημιουργείται ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την ανακοπή και την αναστροφή των όποιων ανεπιθύμητων δημογραφικών εξελίξεων» Συμπερασματικά, το αν η Ελλάδα θα καταφέρει να ανακόψει την πορεία της δημογραφικής συρρίκνωσης θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις πολιτικές αποφάσεις των επόμενων ετών, αλλά και από το αν μπορεί να επαναδιαπραγματευτεί τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές αντιλαμβάνονται το μέλλον τους στη χώρα. Γιατί, τελικά, το Δημογραφικό δεν είναι μόνο αριθμοί, αλλά κυρίως εμπιστοσύνη στο αύριο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά