Τα "αόρατα" θύματα πίσω από τη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα: Τι αναφέρει η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου στο parapolitika.gr για τα παιδιά που βιώνουν την ενδοοικογενειακή βία
"Σύνθετο τραύμα εξαιρετικά υψηλής έντασης"
Η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Ιδρύτρια του Μη Κερδοσκοπικού Φορέα "Γίνε Άνθρωπος" και Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, τονίζει πως τα παιδιά που μένουν πίσω μετά από μια γυναικοκτονία δεν είναι παράπλευρα θύματα, αλλά επιζώντες ενός βαθιά τραυματικού εγκλήματος
Κάθε γυναικοκτονία αφήνει πίσω της περισσότερα θύματα από εκείνα που καταγράφονται στη δικογραφία. Πίσω από τους αριθμούς και τις λεπτομέρειες ενός ακόμη εγκλήματος ενδοοικογενειακής βίας βρίσκονται συχνά παιδιά που χάνουν όχι μόνο τον έναν γονέα τους, αλλά ολόκληρο τον κόσμο όπως τον γνώριζαν. Είναι τα «αόρατα» θύματα της βίας, εκείνα που μένουν πίσω για να διαχειριστούν το τραύμα, την απώλεια και την αβεβαιότητα.
Διαβάστε: Καλαμάτα: Είχε φτιάξει ψεύτικο προφίλ στα social media για να ξεκινήσει μια νέα ζωή η Βασιλική - Έψαχνε απεγνωσμένα εργασία (Βίντεο)
Στην περίπτωση της γυναικοκτονίας που συγκλόνισε την Καλαμάτα, με θύμα την 39χρονη Βασιλική, τα δύο ανήλικα κορίτσια της οικογένειας, ηλικίας 10 και 6 ετών, παραμένουν φιλοξενούμενα σε νοσοκομείο, ενώ εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο ποιος θα αναλάβει να τα μεγαλώσει. Σύμφωνα με πληροφορίες, η αδελφή του θύματος, η οποία φέρεται να ζήτησε την επιμέλειά τους, δήλωσε ότι δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει τη φροντίδα τους, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον ανησυχία για το μέλλον τους.
Υπενθυμίζεται πως τα δύο παιδιά κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο, τη νύχτα που ο πατέρας τους δολοφόνησε τη μητέρα τους καταφέροντάς της 45 μαχαιριές. Ωστόσο, σύμφωνα με μαρτυρίες φίλων και γειτόνων, δεν ήταν η πρώτη φορά που έρχονταν αντιμέτωπα με τη βία μέσα στο σπίτι. Οι φωνές και οι έντονοι καβγάδες του ζευγαριού φέρονται να ήταν συχνοί, γεγονός που σημαίνει ότι τα παιδιά μεγάλωναν σε ένα περιβάλλον φόβου και έντασης πολύ πριν από την τραγική κατάληξη.
Με αφορμή την υπόθεση, η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Ιδρύτρια του Μη Κερδοσκοπικού Φορέα «Γίνε Άνθρωπος» και Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, επισημαίνει ότι η έκθεση ενός παιδιού στην ενδοοικογενειακή βία δεν αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη εμπειρία, αλλά ένα σοβαρό τραυματικό γεγονός με βαθιές επιπτώσεις στην ψυχική, συναισθηματική και νευροβιολογική του ανάπτυξη.
«Η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχει πλέον εγκαταλείψει τον όρο “μάρτυρας βίας”, καθώς τα παιδιά αυτά δεν είναι απλοί παρατηρητές. Είναι θύματα της βίας, ακόμη και όταν δεν δέχονται άμεσα σωματική κακοποίηση. Ένα παιδί που βλέπει, ακούει ή ζει μέσα σε βίαιο περιβάλλον δεν είναι απλός μάρτυρας· είναι παιδί που μεγαλώνει μέσα σε διαρκή απειλή. Και όταν η βία κορυφώνεται στη δολοφονία του ενός γονέα από τον άλλον, τότε μιλάμε για ένα από τα πιο ακραία τραυματικά γεγονότα που μπορεί να βιώσει ένας ανήλικος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την κ. Ιωάννου, «όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν ο φόβος, οι απειλές, η ανασφάλεια και η βία, ο εγκέφαλός του προσαρμόζεται σε μια διαρκή κατάσταση επιφυλακής. Συχνά εμφανίζει άγχος, διαταραχές ύπνου, εφιάλτες, δυσκολίες συγκέντρωσης, προβλήματα στο σχολείο, έντονα συναισθήματα ενοχής ή ντροπής, αλλά και δυσκολία στη δημιουργία ασφαλών σχέσεων εμπιστοσύνης. Η διεθνής βιβλιογραφία για τα Adverse Childhood Experiences (ACEs) έχει δείξει ότι η παιδική έκθεση στη βία, στην κακοποίηση, στην παραμέληση ή στη σοβαρή δυσλειτουργία του οικογενειακού περιβάλλοντος συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ψυχικών διαταραχών, εξαρτήσεων, αυτοκτονικότητας, αλλά και χρόνιων σωματικών νοσημάτων στην ενήλικη ζωή».
«Οι επιπτώσεις γίνονται ακόμη πιο σοβαρές όταν το παιδί είναι μάρτυρας της δολοφονίας του ενός γονέα από τον άλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για ένα σύνθετο τραύμα εξαιρετικά υψηλής έντασης. Το παιδί χάνει ταυτόχρονα και τους δύο γονείς: τον έναν λόγω θανάτου και τον άλλον λόγω της εγκληματικής πράξης και των συνεπειών της. Βιώνει μια βαθιά υπαρξιακή κατάρρευση της αίσθησης ασφάλειας, καθώς το πρόσωπο που όφειλε να το προστατεύει μετατρέπεται σε πηγή ακραίου κινδύνου.
Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μετατραυματικού στρες (PTSD), κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών, αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών, δυσκολιών στη διαχείριση συναισθημάτων και προβλημάτων στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Παράλληλα, συχνά αναπτύσσουν έντονες συγκρούσεις ταυτότητας και αφοσίωσης, καθώς καλούνται να διαχειριστούν το γεγονός ότι αγαπούν έναν γονέα που διέπραξε μια αποτρόπαια πράξη.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι συνέπειες αυτές δεν εμφανίζονται πάντα άμεσα. Πολλά παιδιά φαίνονται λειτουργικά τους πρώτους μήνες ή και χρόνια μετά το γεγονός, ενώ το τραύμα εκδηλώνεται αργότερα, κατά την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή», διευκρινίζει, με φόντο τη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα.
Η κ. Ιωάννου υπογραμμίζει ότι η προστασία των παιδιών αυτών δεν μπορεί να σταματά στη σύλληψη και την τιμωρία του δράστη. Όπως αναφέρει, η διαχείριση πρέπει να ξεκινά από τη διασφάλιση της ασφάλειάς τους και να βασίζεται σε μια τραυματο-ενημερωμένη προσέγγιση, ώστε να αποφεύγεται ο επανατραυματισμός τους από τις ίδιες τις διαδικασίες του συστήματος.
«Κανένα θεραπευτικό ή υποστηρικτικό μέτρο δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό, εάν το παιδί συνεχίζει να ζει σε συνθήκες φόβου ή αβεβαιότητας. Η διαχείριση πρέπει να βασίζεται σε μια προσέγγιση που είναι τραυματο-ενημερωμένη (trauma-informed). Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με το παιδί - κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, αστυνομικοί, δικαστικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί - οφείλουν να κατανοούν πώς λειτουργεί το τραύμα και να αποφεύγουν πρακτικές που μπορεί να οδηγήσουν σε επανατραυματισμό», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας πως «δυστυχώς, στην Ελλάδα εξακολουθούμε συχνά να εστιάζουμε στο τι συνέβη, αντί στο πώς το βίωσε το παιδί».
«Ένα παιδί που έχει υποστεί τραύμα δεν χρειάζεται να αφηγείται επανειλημμένα το γεγονός σε διαφορετικές υπηρεσίες και επαγγελματίες. Χρειάζεται σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ένα συντονισμένο πλαίσιο υποστήριξης.
Σε περιπτώσεις γυναικοκτονίας ή ακραίας ενδοοικογενειακής βίας, η ψυχολογική φροντίδα πρέπει να είναι μακροχρόνια και εξειδικευμένη. Δεν αρκεί η παροχή λίγων συνεδριών ψυχολογικής υποστήριξης. Απαιτείται συνεχής παρακολούθηση της πορείας του παιδιού, ιδιαίτερα κατά τις μεταβατικές περιόδους της ζωής του, όπως η είσοδος στην εφηβεία», εξηγεί.
«Σε θεσμικό επίπεδο, είναι αναγκαία η ανάπτυξη εξειδικευμένων πρωτοκόλλων για τα παιδιά που μένουν πίσω μετά από γυναικοκτονίες και σοβαρά περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Σήμερα, συχνά αντιμετωπίζονται μέσα από αποσπασματικές διαδικασίες, χωρίς ένα ενιαίο πλαίσιο προστασίας και αποκατάστασης», προσθέτει.
«Η βία μέσα στο σπίτι δεν τελειώνει όταν συλλαμβάνεται ο δράστης. Για τα παιδιά, πολλές φορές τότε αρχίζει η πιο δύσκολη διαδρομή», καταλήγει η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, υπενθυμίζοντας ότι τα παιδιά που μένουν πίσω μετά από μια γυναικοκτονία δεν είναι παράπλευρα θύματα, αλλά επιζώντες ενός βαθιά τραυματικού εγκλήματος.
Διαβάστε: Καλαμάτα: Είχε φτιάξει ψεύτικο προφίλ στα social media για να ξεκινήσει μια νέα ζωή η Βασιλική - Έψαχνε απεγνωσμένα εργασία (Βίντεο)
Γυναικοκτονία στην Καλαμάτα: Παραμένουν φιλοξενούμενα στο νοσοκομεία τα παιδιά της οικογένειας
Στην περίπτωση της γυναικοκτονίας που συγκλόνισε την Καλαμάτα, με θύμα την 39χρονη Βασιλική, τα δύο ανήλικα κορίτσια της οικογένειας, ηλικίας 10 και 6 ετών, παραμένουν φιλοξενούμενα σε νοσοκομείο, ενώ εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο ποιος θα αναλάβει να τα μεγαλώσει. Σύμφωνα με πληροφορίες, η αδελφή του θύματος, η οποία φέρεται να ζήτησε την επιμέλειά τους, δήλωσε ότι δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει τη φροντίδα τους, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον ανησυχία για το μέλλον τους.Υπενθυμίζεται πως τα δύο παιδιά κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο, τη νύχτα που ο πατέρας τους δολοφόνησε τη μητέρα τους καταφέροντάς της 45 μαχαιριές. Ωστόσο, σύμφωνα με μαρτυρίες φίλων και γειτόνων, δεν ήταν η πρώτη φορά που έρχονταν αντιμέτωπα με τη βία μέσα στο σπίτι. Οι φωνές και οι έντονοι καβγάδες του ζευγαριού φέρονται να ήταν συχνοί, γεγονός που σημαίνει ότι τα παιδιά μεγάλωναν σε ένα περιβάλλον φόβου και έντασης πολύ πριν από την τραγική κατάληξη.
Κέλλυ Ιωάννου: Η έκθεση ενός παιδιού στην ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα σοβαρό τραυματικό γεγονός
Με αφορμή την υπόθεση, η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Ιδρύτρια του Μη Κερδοσκοπικού Φορέα «Γίνε Άνθρωπος» και Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, επισημαίνει ότι η έκθεση ενός παιδιού στην ενδοοικογενειακή βία δεν αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη εμπειρία, αλλά ένα σοβαρό τραυματικό γεγονός με βαθιές επιπτώσεις στην ψυχική, συναισθηματική και νευροβιολογική του ανάπτυξη.«Η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχει πλέον εγκαταλείψει τον όρο “μάρτυρας βίας”, καθώς τα παιδιά αυτά δεν είναι απλοί παρατηρητές. Είναι θύματα της βίας, ακόμη και όταν δεν δέχονται άμεσα σωματική κακοποίηση. Ένα παιδί που βλέπει, ακούει ή ζει μέσα σε βίαιο περιβάλλον δεν είναι απλός μάρτυρας· είναι παιδί που μεγαλώνει μέσα σε διαρκή απειλή. Και όταν η βία κορυφώνεται στη δολοφονία του ενός γονέα από τον άλλον, τότε μιλάμε για ένα από τα πιο ακραία τραυματικά γεγονότα που μπορεί να βιώσει ένας ανήλικος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι ψυχολογικές επιπτώσεις
Σύμφωνα με την κ. Ιωάννου, «όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν ο φόβος, οι απειλές, η ανασφάλεια και η βία, ο εγκέφαλός του προσαρμόζεται σε μια διαρκή κατάσταση επιφυλακής. Συχνά εμφανίζει άγχος, διαταραχές ύπνου, εφιάλτες, δυσκολίες συγκέντρωσης, προβλήματα στο σχολείο, έντονα συναισθήματα ενοχής ή ντροπής, αλλά και δυσκολία στη δημιουργία ασφαλών σχέσεων εμπιστοσύνης. Η διεθνής βιβλιογραφία για τα Adverse Childhood Experiences (ACEs) έχει δείξει ότι η παιδική έκθεση στη βία, στην κακοποίηση, στην παραμέληση ή στη σοβαρή δυσλειτουργία του οικογενειακού περιβάλλοντος συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ψυχικών διαταραχών, εξαρτήσεων, αυτοκτονικότητας, αλλά και χρόνιων σωματικών νοσημάτων στην ενήλικη ζωή».
"Όταν το παιδί είναι μάρτυρας της δολοφονίας του ενός γονέα από τον άλλον, μιλάμε για ένα σύνθετο τραύμα εξαιρετικά υψηλής έντασης"
«Οι επιπτώσεις γίνονται ακόμη πιο σοβαρές όταν το παιδί είναι μάρτυρας της δολοφονίας του ενός γονέα από τον άλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για ένα σύνθετο τραύμα εξαιρετικά υψηλής έντασης. Το παιδί χάνει ταυτόχρονα και τους δύο γονείς: τον έναν λόγω θανάτου και τον άλλον λόγω της εγκληματικής πράξης και των συνεπειών της. Βιώνει μια βαθιά υπαρξιακή κατάρρευση της αίσθησης ασφάλειας, καθώς το πρόσωπο που όφειλε να το προστατεύει μετατρέπεται σε πηγή ακραίου κινδύνου.Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μετατραυματικού στρες (PTSD), κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών, αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών, δυσκολιών στη διαχείριση συναισθημάτων και προβλημάτων στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Παράλληλα, συχνά αναπτύσσουν έντονες συγκρούσεις ταυτότητας και αφοσίωσης, καθώς καλούνται να διαχειριστούν το γεγονός ότι αγαπούν έναν γονέα που διέπραξε μια αποτρόπαια πράξη.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι συνέπειες αυτές δεν εμφανίζονται πάντα άμεσα. Πολλά παιδιά φαίνονται λειτουργικά τους πρώτους μήνες ή και χρόνια μετά το γεγονός, ενώ το τραύμα εκδηλώνεται αργότερα, κατά την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή», διευκρινίζει, με φόντο τη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα.
"Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι η άμεση διασφάλιση της ασφάλειας του παιδιού"
Η κ. Ιωάννου υπογραμμίζει ότι η προστασία των παιδιών αυτών δεν μπορεί να σταματά στη σύλληψη και την τιμωρία του δράστη. Όπως αναφέρει, η διαχείριση πρέπει να ξεκινά από τη διασφάλιση της ασφάλειάς τους και να βασίζεται σε μια τραυματο-ενημερωμένη προσέγγιση, ώστε να αποφεύγεται ο επανατραυματισμός τους από τις ίδιες τις διαδικασίες του συστήματος.«Κανένα θεραπευτικό ή υποστηρικτικό μέτρο δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό, εάν το παιδί συνεχίζει να ζει σε συνθήκες φόβου ή αβεβαιότητας. Η διαχείριση πρέπει να βασίζεται σε μια προσέγγιση που είναι τραυματο-ενημερωμένη (trauma-informed). Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με το παιδί - κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, αστυνομικοί, δικαστικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί - οφείλουν να κατανοούν πώς λειτουργεί το τραύμα και να αποφεύγουν πρακτικές που μπορεί να οδηγήσουν σε επανατραυματισμό», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας πως «δυστυχώς, στην Ελλάδα εξακολουθούμε συχνά να εστιάζουμε στο τι συνέβη, αντί στο πώς το βίωσε το παιδί».
«Ένα παιδί που έχει υποστεί τραύμα δεν χρειάζεται να αφηγείται επανειλημμένα το γεγονός σε διαφορετικές υπηρεσίες και επαγγελματίες. Χρειάζεται σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ένα συντονισμένο πλαίσιο υποστήριξης.
Σε περιπτώσεις γυναικοκτονίας ή ακραίας ενδοοικογενειακής βίας, η ψυχολογική φροντίδα πρέπει να είναι μακροχρόνια και εξειδικευμένη. Δεν αρκεί η παροχή λίγων συνεδριών ψυχολογικής υποστήριξης. Απαιτείται συνεχής παρακολούθηση της πορείας του παιδιού, ιδιαίτερα κατά τις μεταβατικές περιόδους της ζωής του, όπως η είσοδος στην εφηβεία», εξηγεί.
«Σε θεσμικό επίπεδο, είναι αναγκαία η ανάπτυξη εξειδικευμένων πρωτοκόλλων για τα παιδιά που μένουν πίσω μετά από γυναικοκτονίες και σοβαρά περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Σήμερα, συχνά αντιμετωπίζονται μέσα από αποσπασματικές διαδικασίες, χωρίς ένα ενιαίο πλαίσιο προστασίας και αποκατάστασης», προσθέτει.
«Η βία μέσα στο σπίτι δεν τελειώνει όταν συλλαμβάνεται ο δράστης. Για τα παιδιά, πολλές φορές τότε αρχίζει η πιο δύσκολη διαδρομή», καταλήγει η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, υπενθυμίζοντας ότι τα παιδιά που μένουν πίσω μετά από μια γυναικοκτονία δεν είναι παράπλευρα θύματα, αλλά επιζώντες ενός βαθιά τραυματικού εγκλήματος.
En