Τις διασυνδέσεις του Παλαιστινίου της «Χαμάς» με Ελληνες και αλλοδαπούς τρομοκράτες που τριγυρίζουν στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο χαρτογραφούν η Αντιτρομοκρατική και η ΕΥΠ σε συνεργασία με τις διεθνείς υπηρεσίες. Ο 37χρονος που συνελήφθη τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου στον Αγ. Νικόλαο Κρήτης και προφυλακίστηκε την Πέμπτη το απόγευμα παρακολουθούνταν αρκετό διάστημα, από το 2020, όταν πρωτοήρθε στην Αθήνα και έλαβε πολιτικό άσυλο.

Διαβάστε: Στη φυλακή ο 37χρονος Παλαιστίνιος που κατηγορείται ότι σχεδίαζε τρομοκρατικό χτύπημα - "Ήθελαν να με εκπαιδεύσουν παρά τη θέλησή μου, με παγίδευσαν"

Συνομιλούσε με αρκετά πρόσωπα στην Ελλάδα και στην Κύπρο, εργαζόταν εποχικά ως ηλεκτρολόγος σε ξενοδοχεία στην Κρήτη και μετά το 2024 -εν μέσω πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας- ταξίδεψε σε Ζυρίχη, Βερολίνο, άλλες γερμανικές πόλεις, Βιέννη, Λεμεσό και Κουάλα Λουμπούρ, στη Μαλαισία, το καλοκαίρι του 2025, όπου εκπαιδεύτηκε στη χρήση όπλων και την κατασκευή βομβών. Εντάχθηκε σε ομάδα με ακόμα πέντε άτομα και λειτουργούσαν υπό την καθοδήγηση 38χρονου ομοεθνούς του, γνωστού με το παρατσούκλι «Μάγειρας», που συνελήφθη, όπως και οι υπόλοιποι, στην Κύπρο, σταδιακά τον Μάιο, και θα δικαστούν τον Αύγουστο στη Λάρνακα. Στόχος τους ήταν το ισραηλινών συμφερόντων «Crown Iris», το οποίο θα κατέπλεε στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης την Τρίτη με εκατοντάδες Ισραλινούς, Αμερικανούς και Ευρωπαίους παραθεριστές.

Δύο στοιχεία κινητοποίησαν την Αστυνομία: Πρώτον, ότι η «Χαμάς» δεν επιτίθεται εκτός της εμπόλεμης ζώνης της Μέσης Ανατολής, ούτε, κατά τις ισραηλινές υπηρεσίες, έχει λάβει τέτοια κεντρική απόφαση. Δεύτερον, το νηολόγιο του «Crown Iris», το οποίο για λόγους ασφαλείας μεταβάλλεται συχνά, όπως όλων των κρουαζιερόπλοιων αυτά τα χρόνια, δόθηκε από Ελληνες στους αλλοδαπούς τρομοκράτες. Λέγεται, δε, ότι προέκυψαν στοιχεία και για άλλες σχεδιαζόμενες ενέργειες.


Διχασμένοι

Βασικό πρόβλημα των τρομοκρατών, εξαιτίας του αποδεκατισμού τους στην κορυφή και σε όλη τη διοικητική πυραμίδα, είναι ο διχασμός μεταξύ τους. Η εξόντωση όλων των στρατηγικών στελεχών από τις δυνάμεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ προκαλεί σύγχυση, με συνέπεια τις συχνές διαφωνίες τους στην επιλογή των στόχων, την ένταση των χτυπημάτων και την εξάπλωσή τους σε κράτη της Ε.Ε. Σε αυτό το πλαίσιο της αλληλοεξουδετέρωσης εντάσσεται και η σύλληψη του 37χρονου Παλαιστινίου. Πηγές επιμένουν ότι έγιναν πολλές προσαγωγές υπόπτων στην Αθήνα, στην Πλατεία Βικτωρίας, την Αχαρνών και στα Κάτω Πατήσια.

Το τρομερό έλλειμμα ηγεσίας επιχειρούν να καλύψουν όσοι εκ των ηλικιωμένων τρομοκρατών βρίσκονται εν ζωή - και είναι αρκετοί και διάσπαρτοι. Εχουν καταγραφεί, δε, από τη δεκαετία του 1980 σε απόρρητη επιχείρηση της CIA στην Αθήνα, έπειτα από τις δολοφονίες του Αμερικανού αξιΓλυφάδα ο Παλαιστίνιος Καμίλ Αμπού Ραμπ. Και, επειδή οι έρευνες δεν προχωρούσαν και οι δράστες παρέμεναν ασύλληπτοι (αν όχι στο απυρόβλητο), ο διεθνής παράγων ανέλαβε πρωτοβουλίες.


Το δημοσίευμα

Στο τεύχος Ιουλίου του 1984 η αγγλόφωνη επιθεώρηση «The Strategist», που εκδιδόταν στην Ισπανία και χρηματοδοτούνταν από τη CIA, ανέφερε ότι «επί μία εβδομάδα οι ειδικές δυνάμεις επιχειρήσεων των ΗΠΑ πέρασαν αθόρυβα από την Αθήνα, διαλύοντας μια νέα πανίσχυρη τρομοκρατική ομάδα Παλαιστινίων και άλλων Αράβων της τέχνης της τρομοκρατίας...». Ο υποστράτηγος Wesley Rice του αμερικαΤα λιμάνια της Ηγουμενίτσας, της Πάτρας, του Πειραιά και των κρητικών πόλεων αποτέλεσαν συναπάντημα των διεθνών εγκληματιών, που ενίοτε πυροβολούσαν ο ένας τον άλλον. Τέτοια περιστατικά συνέβησαν τον Ιούλιο του 1980, με τη δολοφονία στο Παγκράτι του Τούρκου διπλωμάτη Οζμέν Γκαλίπ από την οργάνωση «Αζάλα», τον Ιούλιο του 1983, στις Τζιτζιφιές, σε βάρος του 25χρονου Σύρου σπουδαστή Ρουντουάν Γιούαρ, αλλά και λίγο αργότερα, όταν σκότωσαν, τον Αύγουστο του ίδιου έτους τον υπαρχηγό του Αραφάτ, Μααμούν Μρες, στον Αλιμο, και τον Οκτώβριο τον Ιορδανό Μοχάμεντ Ρασίντ, στο Μοναστηράκι.

Εναν μήνα μετά τη δολοφονία Τσάντες, έπεφτε νεκρός στην Ανω ωματούχου Τζορτζ Τσάντες, τον Νοέμβριο του 1983, στο Ψυχικό, από τη «17Ν» και του Βρετανού διπλωμάτη Κένεθ Γούιντι, τον Μάρτιο του 1984, στο Κολωνάκι, από μέλος της οργάνωσης «Ισλαμιστές Μουσουλμάνοι». Εκείνη την περίοδο το διεθνές ενδιαφέρον είχε επικεντρωθεί στην Ελλάδα, ως κύρια πύλη εισόδου εξτρεμιστών από τη Λιβύη, την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, λόγω των ένθερμων σχέσεων του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Μουαμάρ Καντάφι και τον Γιάσερ Αραφάτ. Η δράση των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» στη γειτονική Ιταλία είχε ατονήσει, όπως και στη Γερμανία η «RAF», με συνέπεια να αναζητούν διέξοδο μέσω Ελλάδας προς τη Μέση Ανατολή καταζητούμενοι Ευρωπαίοι τρομοκράτες.

Τα λιμάνια της Ηγουμενίτσας, της Πάτρας, του Πειραιά και των κρητικών πόλεων αποτέλεσαν συναπάντημα των διεθνών εγκληματιών, που ενίοτε πυροβολούσαν ο ένας τον άλλον. Τέτοια περιστατικά συνέβησαν τον Ιούλιο του 1980, με τη δολοφονία στο Παγκράτι του Τούρκου διπλωμάτη Οζμέν Γκαλίπ από την οργάνωση «Αζάλα», τον Ιούλιο του 1983, στις Τζιτζιφιές, σε βάρος του 25χρονου Σύρου σπουδαστή Ρουντουάν Γιούαρ, αλλά και λίγο αργότερα, όταν σκότωσαν, τον Αύγουστο του ίδιου έτους τον υπαρχηγό του Αραφάτ, Μααμούν Μρες, στον Αλιμο, και τον Οκτώβριο τον Ιορδανό Μοχάμεντ Ρασίντ, στο Μοναστηράκι. Εναν μήνα μετά τη δολοφονία Τσάντες, έπεφτε νεκρός στην Ανω Γλυφάδα ο Παλαιστίνιος Καμίλ Αμπού Ραμπ. Και, επειδή οι έρευνες δεν προχωρούσαν και οι δράστες παρέμεναν ασύλληπτοι (αν όχι στο απυρόβλητο), ο διεθνής παράγων ανέλαβε πρωτοβουλίες.

Στο τεύχος Ιουλίου του 1984 η αγγλόφωνη επιθεώρηση «The Strategist», που εκδιδόταν στην Ισπανία και χρηματοδοτούνταν από τη CIA, ανέφερε ότι «επί μία εβδομάδα οι ειδικές δυνάμεις επιχειρήσεων των ΗΠΑ πέρασαν αθόρυβα από την Αθήνα, διαλύοντας μια νέα πανίσχυρη τρομοκρατική ομάδα Παλαιστινίων και άλλων Αράβων της τέχνης της τρομοκρατίας...». Ο υποστράτηγος Wesley Rice του αμερικανικού Πενταγώνου συντόνισε την επιχείρηση, που έλαβε χώρα στις 4.30 το πρωί της 10ης Μαΐου «σε διαµέρισµα στο κέντρο της Αθήνας», σκοτώνοντας δύο Σύρους τροµοκράτες, ενώ Παλαιστίνιος µε διαβατήριο Ιορδανίας, ονόµατι Φουάντ Κουράντ, παραδόθηκε, όπως και ακόµα δέκα άτοµα σε βίλα πλησίον του τότε αεροδροµίου του Ελληνικού. «Με βάση κατάλογο που βρέθηκε εκεί», συνέχιζε το δηµοσίευµα, «ένα ευρύ δίκτυο από παλαιστινιακούς - αραβικούς πυρήνες που περίµεναν οδηγίες σε ΗΠΑ, Ελβετία, ∆υτ. Γερµανία και Βρετανία ισοπεδώθηκε και 27 ακόµα τροµοκράτες που κοιµούνταν συνελήφθησαν αθόρυβα». Βάσει του αποδεικτικού υλικού, «ο Μουχαµάντ Ρασίντ και η Καντίτζια Ρασίντ, ένα ζευγάρι Παλαιστινίων που παρουσιάζονται ως σύζυγοι, ήταν η πρώτη οµάδα που ανέλαβε την τοποθέτηση βαλίτσας-βόµβας, αφού πέταξαν στη Ζυρίχη, όπου έπρεπε να έρθουν σε επαφή για την τοποθέτηση βοµβών σε αεροπλάνα».

Ο Ρασίντ ή κάποιος σαν αυτόν

Το 1998 ο Ρασίντ φυλακίστηκε στις ΗΠΑ και το 2002 αφέθηκε ελεύθερος. Είναι 78 ετών και το όνοµά του ακούγεται έντονα - ή τουλάχιστον οποιουδήποτε φέρει το συνηθισµένο αυτό ονοµατεπώνυµο. Η δράση του χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970, πολύ πριν από την ίδρυση της «Χαµάς» (1987), ωστόσο τα ταξίδια στο εξωτερικό, οι διευθύνσεις διαµονής του ίδιου ή συνεργών του, όπως βέβαια και τα σχέδια των στόχων του είναι ίδια -όχι µόνο πανοµοιότυπα- µε τα τωρινά της οργάνωσης του 37χρονου Παλαιστινίου. Εχει κατηγορηθεί για βοµβιστική ενέργεια σε αεροσκάφος της Pan American, για δολιοφθορές σε επιβατηγά πλοία, για εκρήξεις στο Ισραήλ και στον Λίβανο και για στρατολογήσεις. Πολλές φορές δρούσε ερήµην των άλλων τροµοκρατών (Κάρλος, Αµπού Νιντάλ) και των θρησκευτικών ηγετών. ∆ιατηρούσε ακλόνητες σχέσεις µε µέλη των εγχώριων τροµοκρατικών οργανώσεων, µπαινοβγαίνοντας επί οκτώ έτη, έως το 1996, στις ελληνικές φυλακές.

Τo "Aκίλε Λάουρο"

Οι πρώτες τροµοκρατικές επιθέσεις στη θάλασσα έγιναν τη δεκαετία του 1980, και µάλιστα και στις δύο ενεπλάκη η Ελλάδα. Σύµφωνα µε τα δηµοσιεύµατα της εποχής, στις 3 Οκτωβρίου 1985, το «Ακίλε Λάουρο», µε 748 επιβάτες και εκατοντάδες µέλη του πληρώµατος, απέπλευσε από τη Γένοβα για µια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο, µε ενδιάµεσες στάσεις στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και στο λιµάνι Ασντόντ του Ισραήλ. Στη διαδροµή (7/10/1985) µεταξύ Αλεξάνδρειας και Πορτ Σάιντ, τέσσερα µέλη της οργάνωσης Απελευθερωτικό Μέτωπο της Παλαιστίνης κατέλαβαν το πλοίο. Οι ένοπλοι απείλησαν να το ανατινάξουν και να σκοτώσουν τους επιβάτες, πολλοί εκ των οποίων ήταν Αµερικανοί υπήκοοι. Αίτηµά τους, η απελευθέρωση 50 Παλαιστινίων κρατουµένων στις φυλακές του Ισραήλ.

Ενας από τους επιβάτες, ο Αµερικανοεβραίος Λεόν Κλινγκχόφερ, ανάπηρος σε καροτσάκι, υπήρξε θύµα των ενόπλων, οι οποίοι ενοχλήθηκαν από τις φωνές του, τον σκότωσαν και τον πέταξαν στη θάλασσα. Στην υπόθεση ενεπλάκη και ο Ελληνας πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου λόγω των καλών σχέσεων που διατηρούσε µε τον Αραφάτ. Οι διαπραγµατεύσεις µεταξύ Ιταλίας, Ελλάδας, Παλαιστινίων και Αιγύπτου έφεραν αποτελέσµατα και η πειρατεία έληξε. Οι ένοπλοι και ο επικεφαλής τους, Αµπού Αµπάς, συνελήφθησαν και κατέληξαν στις φυλακές.


Το "City of Poros"

To απόγευµα της 11ης Ιουλίου 1988 το πλοίο «City of Poros», που πραγµατοποιούσε ηµερήσιες κρουαζιέρες από τη Μαρίνα Φλοίσβου προς την Αίγινα, την Υδρα και τον Πόρο, επέστρεφε στη µαρίνα µε 471 επιβάτες (Αµερικανούς, Γάλλους, Ισραηλινούς και Βρετανούς) και 25 άτοµα πλήρωµα. Και ενώ βρισκόταν τρία µίλια ανοιχτά της Αίγινας, ο Αραβας Μοχάµεντ Σοζάντ Αντνάν, κρατώντας ηµιαυτόµατο όπλο, άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως, σκοτώνοντας τον υποπλοίαρχο Αντώνη ∆εϊµέζη και ρίχνοντας χειροβοµβίδες προς τη γέφυρα. Πανικόβλητοι οι επιβάτες, πηδούσαν στη θάλασσα για να γλυτώσουν.

Μια ισχυρή έκρηξη στη βάση του υπερστεγάσµατος της γέφυρας, κοντά στην καµπίνα του υπάρχου, ολοκλήρωσε το µακελειό, σκοτώνοντας τον ύπαρχο και διαµελίζοντας τον δράστη. Το αποτέλεσµα: εννέα νεκροί, συµπεριλαµβανοµένου του τροµοκράτη, και 60 τραυµατίες. Τέσσερις ώρες πριν, στις 2.30 το µεσηµέρι, ισχυρή έκρηξη σε αυτοκίνητο στο λιµάνι του Τροκαντερό, στην Αµφιθέα, σκότωσε τέσσερις άνδρες. Οι Αρχές, ερευνώντας τα δύο περιστατικά, επιβεβαίωσαν τη σύνδεσή τους. Η οργάνωση Fatah-Revolutionary Council (Fatah-RG), υπό την ηγεσία του Αµπού Νιντάλ, αναγνωρίστηκε ως υπεύθυνη.

Ο 38χρονος Χατζάµπ Τζαµπάλα, που είχε εισέλθει στην Αθήνα από την Κοπεγχάγη, ήταν ο ενορχηστρωτής. Στο διαµέρισµά του στη Γλυφάδα εντοπίστηκαν στοιχεία για τους συνεργούς του, Αµούντ Αµπούλ Χαµίντ, Μεχρί Μεγεντίν και τον Σοζάντ Αντνάν, ο οποίος είχε επιβιβαστεί στο πλοίο µε κανονικό εισιτήριο. Τα δύο εγκλήµατα δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ επαρκώς, καθώς οι τροµοκράτες αντάλλαξαν πυρά µεταξύ τους πάνω στο πλοίο και ένας άλλος τροµοκράτης ήταν εκείνος που τίναξε το αυτοκίνητο. Οι Αµερικανοί πίεσαν, χωρίς αποτέλεσµα, το υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης για να πάρουν τον Μαχµούντ Ρασίντ, ο οποίος είχε εισέλθει στη χώρα τον Μάιο µε πλαστό διαβατήριο και εξέτιε ποινή επτά µηνών στις Φυλακές Κορυδαλλού.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά