Η επιστροφή του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στη φυλακή: Τα όρια του σωφρονισμού και το τραύμα της Μεταπολίτευσης
Η σύγχρονη ποινική θεωρία
Σήμερα, πάνω από είκοσι χρόνια αργότερα, η υπόθεση Γιωτόπουλου επαναφέρει ένα διαφορετικό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν η δημοκρατία καλείται να εφαρμόσει τις αρχές της απέναντι σε εκείνους που κάποτε τις αμφισβήτησαν έμπρακτα;
Η επιστροφή του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στη φυλακή, μετά την ανατροπή της απόφασης για την υπό όρους απόλυσή του, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη δικαστική εξέλιξη. Επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό σε κάθε δημοκρατική κοινωνία: ποια είναι τα όρια του σωφρονισμού και πότε μια ποινή θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τον σκοπό της; Η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον Γιωτόπουλο, αφορά τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με τη μνήμη της, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη και τη θέση που κατέχει η τρομοκρατία στην εποχή της Μεταπολίτευσης.
Διαβάστε: Αλέξανδρος Γιωτόπουλος: Στις φυλακές Κορυδαλλού 26 ημέρες μετά την αποφυλάκισή του (Βίντεο)
Για να κατανοήσει κανείς γιατί η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις, πρέπει να επιστρέψει στην ιστορική συγκυρία μέσα στην οποία γεννήθηκε η 17 Νοέμβρη. Η Μεταπολίτευση υπήρξε η μακροβιότερη περίοδος δημοκρατικής σταθερότητας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούσε τα τραύματα της δικτατορίας, της κυπριακής τραγωδίας, της ξένης εξάρτησης και ενός βαθύ κοινωνικού διχασμού που είχε τις ρίζες του ακόμη και στον Εμφύλιο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε μια πολιτική κουλτούρα έντονου αντιαμερικανισμού και δυσπιστίας απέναντι στους κρατικούς θεσμούς. Η 17 Νοέμβρη εμφανίστηκε ως έκφραση μιας ακραίας εκδοχής αυτής της κουλτούρας. Τα μέλη της δεν θεωρούσαν ότι στρέφονταν εναντίον της κοινωνίας. Αντίθετα, υποστήριζαν ότι στόχευαν πρόσωπα που θεωρούσαν υπεύθυνα για την πολιτική εξάρτηση της χώρας, την καταστολή δημοκρατικών δικαιωμάτων ή την οικονομική εκμετάλλευση. Στη δική τους αφήγηση, οι πράξεις τους αποτελούσαν μορφή επαναστατικής αντίστασης.
Η ιστορική αποτίμηση, ωστόσο, δεν μπορεί να περιορίζεται στην αυτοαντίληψη των δραστών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αξιολογούνται οι πράξεις τους στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων και των θεσμών αντιμετώπισε τη δράση της οργάνωσης ως τρομοκρατία, ακριβώς επειδή χρησιμοποίησε τη δολοφονία ως μέσο πολιτικής παρέμβασης. Ανεξάρτητα από τα κίνητρα ή τους συμβολισμούς των στόχων, η ένοπλη βία υποκατέστησε τη δημοκρατική διαδικασία και το δικαίωμα της κοινωνίας να αποφασίζει μέσω των θεσμών της.
Γι’ αυτό και η εξάρθρωση της οργάνωσης το 2002 θεωρήθηκε από πολλούς ως μια συμβολική νίκη της δημοκρατίας. Δεν έκλεισε μόνο ένας κύκλος εγκληματικής δράσης. Έκλεισε ένα κεφάλαιο της Μεταπολίτευσης που συντηρούσε την ψευδαίσθηση ότι η πολιτική βία μπορούσε να αποτελεί αποδεκτό εργαλείο πολιτικής δράσης.
Σήμερα, περισσότερο από είκοσι χρόνια αργότερα, η υπόθεση Γιωτόπουλου επαναφέρει ένα διαφορετικό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν η δημοκρατία καλείται να εφαρμόσει τις αρχές της απέναντι σε εκείνους που κάποτε τις αμφισβήτησαν έμπρακτα;
Η σύγχρονη ποινική θεωρία
Η σύγχρονη ποινική θεωρία είναι σαφής. Από τον Τσεζάρε Μπεκαρία μέχρι τη σύγχρονη εγκληματολογία, η ποινή δεν νοείται ως εκδίκηση αλλά ως μέσο προστασίας της κοινωνίας και, όπου είναι δυνατόν, επανένταξης του παραβάτη. Μελέτες έχουν δείξει ότι η αποτελεσματικότητα του σωφρονισμού δεν εξαρτάται μόνο από τη διάρκεια της κράτησης αλλά και από τη δυνατότητα κοινωνικής επανένταξης. Ωστόσο, η τρομοκρατία αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν είναι απλώς ένα βαρύ ποινικό αδίκημα. Είναι ένα έγκλημα με βαθύ πολιτικό και συμβολικό αποτύπωμα. Οι οικογένειες των θυμάτων δεν θυμούνται μόνο τις πράξεις αλλά και τις συνέπειές τους. Η συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας δεν λειτουργεί με τους όρους μιας δικαστικής απόφασης.
Αποφυλάκιση μελών της RAF και Ερυθρές Ταξιαρχίες
Παρόμοια διλήμματα αντιμετώπισαν και άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Στη Γερμανία, οι συζητήσεις για την αποφυλάκιση μελών της RAF συνοδεύονταν πάντοτε από αντιπαραθέσεις γύρω από τη μνήμη των θυμάτων και τα όρια της συγχώρεσης. Στην Ιταλία, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες άφησαν πίσω τους ένα ανάλογο ηθικό και πολιτικό αποτύπωμα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το ερώτημα δεν ήταν μόνο νομικό αλλά βαθιά κοινωνικό.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η ουσία της σημερινής συζήτησης. Η υπόθεση Γιωτόπουλου δεν αφορά μόνο το αν ένας κρατούμενος πληροί τις προϋποθέσεις αποφυλάκισης. Αφορά το πώς η ελληνική κοινωνία διαχειρίζεται το τραύμα της τρομοκρατίας και πώς αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στη μνήμη και τη δικαιοσύνη.
Μια ώριμη δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους εκδίκησης. Ούτε όμως μπορεί να απαιτεί από την κοινωνία να ξεχάσει. Η ισορροπία ανάμεσα στη νομιμότητα, τη μνήμη και τον σωφρονισμό είναι ίσως μία από τις δυσκολότερες δοκιμασίες του κράτους δικαίου.
Τελικά, η υπόθεση Γιωτόπουλου δεν μας φέρνει αντιμέτωπους μόνο με το παρελθόν της 17 Νοέμβρη. Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι είδους δημοκρατία θέλουμε να είμαστε.
En