Λαγοκέφαλος: Χάρτης με τα σημεία που έχει εμφανιστεί ο τοξικός εισβολέας - Πώς "κύκλωσε" Κρήτη και Αιγαίο μέσα σε 20 χρόνια, η "ακτινογραφία" της θαλάσσιας επιδρομής
"Επικήρυξη" του τοξικού εισβολέα ετοιμάζει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Ο ψηφιακός χάρτης της Google My Maps καταγράφει τις εμφανίσεις του λαγοκέφαλου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου Πελάγους
Λαγοκέφαλος: Χάρτης με τα σημεία που έχει εμφανιστεί ο τοξικός εισβολέας
Η απεικόνιση που συνοδεύει την περιγραφή περιλαμβάνει έναν ψηφιακό χάρτη (μέσω της πλατφόρμας Google My Maps), καταχωρώντας την εξάπλωση και τις εμφανίσεις του Lagocephalus sceleratus (γνωστό στην Ελλάδα ως λαγοκέφαλος) στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου Πελάγους. Ο χάρτης, με τον τίτλο "Lagocephalus sceleratus", αποτελεί δημιούργημα του δικτύου ELNAIS (Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης για Ξενικά Είδη στην Ελλάδα). Πολλές μπλε ένδειξεις (πινέζες), κυρίως γύρω από την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, τις Κυκλάδες, το Κεντρικό και Βόρειο Αιγαίο, αλλά και τις ακτές της Τουρκίας και της Κύπρου, αποτυπώνουν επίσημες καταγραφές εμφάνισης του συγκεκριμένου είδους.
Δείτε ΕΔΩ αναλυτικά και διαδραστικά τις εμφανίσεις του λαγοκέφαλου.
Για κάθε σημείο στον χάρτη ή στη συνοδευτική λίστα αναφέρονται οι χρονολογίες (π.χ. 2005, 2006, 2012, 2020), αναδεικνύοντας τη σταδιακή εξάπλωση του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες. Από τις αρχικές καταγραφές στα μέσα της δεκαετίας του 2000 (με πρώτη αναφορά το 2005) έως τα πιο πρόσφατα δεδομένα, η εξέλιξη υπογραμμίζει το πώς αυτό το ξενικό είδος εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος της περιοχής.
Λαγοκέφαλος: "Επικήρυξη" του τοξικού εισβολέα ετοιμάζει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Το σχέδιο δράσης που επεξεργάζεται το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προβλέπει την εφαρμογή μιας πιλοτικής δράσης στοχευμένης αλιείας του λαγοκέφαλου από επαγγελματίες παράκτιους αλιείς, παρέχοντας οικονομικά κίνητρα για τη συμμετοχή τους. Στόχος είναι η αντιμετώπιση της εξάπλωσης του συγκεκριμένου είδους στις ελληνικές θάλασσες. Η στρατηγική βασίζεται σε ένα πολυδιάστατο πακέτο ενεργειών που περιλαμβάνει την επιστημονική παρακολούθηση του φαινομένου, την καταγραφή των αλιευμάτων, την ταυτοποίηση περιοχών με υψηλή συγκέντρωση και αναπαραγωγή του είδους, τη συνεργασία με ερευνητικά ινστιτούτα, τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και τη δημιουργία ασφαλών διαδικασιών διαχείρισης για τη βιομάζα που θα συλλέγεται.
Παράλληλα, εξετάζεται η αξιοποίηση εμπειριών από άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, ιδίως από την Κύπρο, όπου έχει εφαρμοστεί πρόγραμμα ελεγχόμενης αλιείας και συγκέντρωσης λαγοκέφαλων. Τα δεδομένα από αυτές τις πρωτοβουλίες υποδεικνύουν ότι η στοχευμένη αλιεία μπορεί να μειώσει την αρνητική πίεση που ασκεί το είδος στα οικοσυστήματα, ενώ συνεισφέρει στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των αλιέων. Ωστόσο, υπογραμμίζεται πως η δράση αυτή από μόνη της δεν επαρκεί για την ολοκληρωτική επίλυση του ζητήματος.Σημειώνεται ότι η πιλοτική δράση πρόκειται να χρηματοδοτηθεί από το Πρόγραμμα Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια και Θάλασσα (ΠΑΛΥΘ), ενώ το σχετικό σχέδιο έχει ήδη αποσταλεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για διαπραγμάτευση και έγκριση.
«Η αντιμετώπιση του λαγοκέφαλου δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά»
«Ο λαγοκέφαλος δεν είναι ένα απλό αλιευτικό ζήτημα. Είναι ένα πρόβλημα που επηρεάζει το εισόδημα των επαγγελματιών αλιέων, τη θαλάσσια βιοποικιλότητα και τη δημόσια υγεία. Γι' αυτό και η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά. Χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση, συστηματική παρακολούθηση, συνεργασία με τους αλιείς και στοχευμένες παρεμβάσεις εκεί όπου το πρόβλημα είναι εντονότερο», δηλώνει στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης.
Το "προφίλ" του λαγοκέφαλου
Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα ξενικού χωροκατακτητικού είδους που έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στη Μεσόγειο. Πρόκειται για είδος με φυσική κατανομή στον Ινδικό και τον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, το οποίο εισήλθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, στο πλαίσιο του φαινομένου που είναι γνωστό ως «λεσσεψιανή μετανάστευση». Στην Ελλάδα καταγράφηκε για πρώτη φορά το 2005 και έκτοτε η παρουσία του έχει επεκταθεί σημαντικά, κυρίως στο Αιγαίο, τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη. Η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλάσσιων υδάτων, η απουσία επιβεβαιωμένων φυσικών θηρευτών και η υψηλή αναπαραγωγική ικανότητα του είδους θεωρούνται βασικοί παράγοντες που ευνοούν την εξάπλωσή του.
Πρόκειται για ψάρι ιδιαίτερα ανθεκτικό και προσαρμοστικό, το οποίο μπορεί να επιβιώσει σε διαφορετικά θαλάσσια περιβάλλοντα. Είναι σαρκοφάγο και ευκαιριακός θηρευτής, καθώς τρέφεται κυρίως με ψάρια, καρκινοειδή, όπως καβούρια και γαρίδες, αλλά και κεφαλόποδα, όπως χταπόδια και σουπιές. Έχει παρατηρηθεί ακόμη και κανιβαλισμός μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους, στοιχείο που αποτυπώνει τη μεγάλη προσαρμοστικότητά του. Η παρουσία του έχει σημαντικές επιπτώσεις στη θαλάσσια βιοποικιλότητα, καθώς επηρεάζει τους πληθυσμούς άλλων ειδών και μεταβάλλει την ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Παράλληλα, προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην επαγγελματική αλιεία. Με τα ισχυρά του δόντια μπορεί να καταστρέψει δίχτυα, πετονιές και παραγάδια, ενώ συχνά καταστρέφει αλιεύματα που έχουν ήδη παγιδευτεί στα αλιευτικά εργαλεία.
Οι ζημιές αυτές μεταφράζονται σε αυξημένο κόστος και απώλεια εισοδήματος για τους επαγγελματίες αλιείς, ιδιαίτερα σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές όπου η αλιευτική δραστηριότητα αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Εκτός από τις περιβαλλοντικές και οικονομικές επιπτώσεις, ο λαγοκέφαλος συνιστά και σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Το είδος περιέχει τετροδοτοξίνη, μια ισχυρή νευροτοξίνη που δεν καταστρέφεται ούτε με το μαγείρεμα ούτε με την κατάψυξη. Για τον λόγο αυτό η κατανάλωσή του απαγορεύεται αυστηρά.
En