Επιζήσασα της τραγωδίας στο Μάτι περιέγραψε σε τηλεοπτική συνέντευξη τις δραματικές στιγμές της φονικής πυρκαγιάς, όταν οι κάτοικοι προσπάθησαν να σωθούν από τις φλόγες αναζητώντας σωτηρία στη θάλασσα.

Διαβάστε: Μάτι, οκτώ χρόνια μετά: Οι στάχτες έφυγαν, αλλά οι πληγές δεν έκλεισαν ποτέ - Η πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών μιλά στο parapolitika.gr


Δεν υπήρχε ανησυχία στην αρχή

Η Ιωάννα Γατοπούλου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΡΤ την Πέμπτη (23/7), 8 χρόνια μετά από την τραγωδία στο Μάτι, τόνισε ότι αρχικά δεν υπήρχε έντονη ανησυχία, καθώς οι πυρκαγιές στην περιοχή της Πεντέλης ήταν συχνό φαινόμενο και συνήθως αντιμετωπίζονταν γρήγορα. Ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε δραματικά μέσα σε λίγες ώρες, όταν οι καπνοί άρχισαν να πυκνώνουν και ο άνεμος ενισχύθηκε. «Ο καιρός από το πρωί ήταν ήρεμος. Δεν είχε ούτε αέρα και η θάλασσα ήταν ήσυχη. Κάποια στιγμή, μετά το μεσημέρι, γύρω στις πέντε παρά τέταρτο, άρχισε ένας δυτικός άνεμος, κάτι πρωτοφανές για το Μάτι, καθώς συνήθως έχουμε βόρειους ανέμους», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Οι κάτοικοι της περιοχής, όπως είπε, άρχισαν να βλέπουν καπνούς να κατεβαίνουν από την πλευρά της Πεντέλης, χωρίς αρχικά να αντιλαμβάνονται το μέγεθος του κινδύνου. «Δεν ανησυχήσαμε ιδιαίτερα, γιατί πολλές φορές έπαιρνε φωτιά η Πεντέλη, αλλά συνήθως την έσβηναν αμέσως και δεν προχωρούσε προς τα κάτω». Ωστόσο, η ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο αποπνικτική. Η ίδια κλείστηκε στο σπίτι της για να προστατευτεί από τον καπνό, πριν αποφασίσει να φύγει. «Ο καπνός γινόταν πιο έντονος, χωρίς όμως να έχουμε ανησυχία ούτε εγώ ούτε οι γείτονες», είπε.


Η στιγμή που κατάλαβε ότι η φωτιά είχε φτάσει έξω από το σπίτι

Η κ. Γατοπούλου, περιέγραψε τη στιγμή που κατάλαβε ότι η φωτιά είχε φτάσει έξω από το σπίτι της, όταν βγήκε για να πάρει το αυτοκίνητό της. «Βλέπω ότι εκεί που το έχω αφήσει, κάτω από ένα πεύκο, το πεύκο έχει πάρει φωτιά. Καταλαβαίνω ότι καιγόμαστε και αλλάζω κατεύθυνση», λέει χαρακτηριστικά. Η ίδια, αντί να μπει στο αυτοκίνητο, αποφάσισε να κινηθεί προς τη θάλασσα, αναζητώντας εκεί διέξοδο. Στον δρόμο προς την παραλία, η κατάσταση ήταν χαοτική, καθώς η οδός Ποσειδώνος είχε μετατραπεί σε σημείο εγκλωβισμού. «Αντί να είναι δύο οι σειρές των αυτοκινήτων, ήταν τέσσερις. Δεν μπορούσες να περάσεις ανάμεσα», υπογραμμίζει, σημειώνοντας ότι αργότερα πληροφορήθηκε πως πολλοί οδηγήθηκαν προς την περιοχή από την πλευρά της Μαραθώνος.


Οι στιγμές που έζησε στην παραλία

Η Ιωάννα Γατοπούλου φτάνοντας στην παραλία, , μπήκε στη θάλασσα μαζί με άλλους κατοίκους και παρέμειναν εκεί για περίπου τρεις ώρες, καθώς η φωτιά έφτανε μέχρι την ακτή. «Κολυμπούσαμε πάρα πολύ ώρα γιατί περιμέναμε να σταματήσει η φωτιά, η οποία έφτανε μέχρι κάτω, μέχρι τη θάλασσα. Εκεί υπήρχε πράσινο, πεύκα και όλα αυτά», σημειώνει. Όταν οι φλόγες πέρασαν από την περιοχή, οι εγκλωβισμένοι βγήκαν από το νερό και περίμεναν βοήθεια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, έγινε τηλεφώνημα στο Λιμενικό στη Ραφήνα, όμως η βοήθεια δεν έφτασε άμεσα.


Η διάσωση και το άκουσμα της τραγωδίας μέσα από το νοσοκομείο

Η ίδια σώθηκε τελικά από ιδιώτες, οι οποίοι πέρασαν από το σημείο με ένα φουσκωτό σκάφος. «Μας πήραν εμένα και μια άλλη κυρία που ήμασταν εγκαυματίες. Μας πήγαν στη Νέα Μάκρη και γύρισαν πάλι πίσω για να πάρουν κι άλλο κόσμο», τόνισε χαρακτηριστικά.

Δεν γνώριζε, όπως είπε, εκείνη τη νύχτα το μέγεθος της καταστροφής, μετά από τη μεταφορά της στη Νέα Μάκρη, πήγε στο νοσοκομείο, όπου και παρέμεινε για δύο μήνες. «Δεν το ήξερα. Δεν ήξερα πόσους νεκρούς είχαμε. Εκεί έμαθα ότι είχαμε 104 νεκρούς», λέει για να προσθέσει ότι «τα σωματικά δεν θα φύγουν. Αυτό μου το είπε καθαρά και ο γιατρός», ενώ για το ψυχολογικό βάρος της εμπειρίας είπε ότι χρειάστηκε για μεγάλο διάστημα φαρμακευτική υποστήριξη για να μπορέσει να κοιμηθεί. «Έλεγα ότι μπορεί να μην υπήρχα αυτή τη στιγμή. Θα ζήσω με τα τραύματα αυτά που έχω και προσπαθώ να τα επουλώσω», σημείωσε χαρακτηριστικά.


Η στιγμή της δίκης και το αίσθημα ότι δεν καταδικάστηκαν όλοι όσοι έπρεπε

Η κ. Γατοπούλου, αναφερόμενη στη δίκη, η οποία ακολούθησε μετά από την τραγωδία στο Μάτι, τόνισε ότι η ίδια παρακολούθησε από κοντά τη δίκη και το συμπέρασμα που έβγαλε είναι ότι η απόδοση ευθυνών δεν ήταν πλήρης. «Δεν νομίζω ότι καταδικάστηκαν όπως έπρεπε να καταδικαστούν. Έπρεπε και άλλοι άνθρωποι να καταδικαστούν», υπογράμμισε.