8 χρόνια από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι: "Ο χρόνος πάγωσε στις 23 Ιουλίου"
"Να μην ξεχαστεί"
Οι πληγές των εγκαυματιών από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, η μάχη των συγγενών για δικαιοσύνη και η προσφυγή στον Άρειο Πάγο για τον ομαδικό τάφο στη Νέα Μάκρη
Οκτώ χρόνια συµπληρώθηκαν αυτή την Πέµπτη από το απόγευµα της 23ης Ιουλίου 2018, όταν η Ανατολική Αττική παραδόθηκε στις φλόγες και η Ελλάδα βυθίστηκε στο πένθος, βιώνοντας τη φονικότερη πυρκαγιά της σύγχρονης ιστορίας της. Για εκατοντάδες οικογένειες, όµως, ο χρόνος δεν προχώρησε ποτέ πραγµατικά. Σταµάτησε µέσα στα σπίτια που τυλίχθηκαν στις φλόγες, στα αυτοκίνητα που ακινητοποιήθηκαν στους στενούς δρόµους του Ματιού, στις ακτές και µέσα στη θάλασσα, όπου άνθρωποι πάλευαν επί ώρες να κρατηθούν στη ζωή.
Κάτοικοι και παραθεριστές έτρεχαν χωρίς ενηµέρωση και χωρίς καθοδήγηση, αναζητώντας διέξοδο µέσα στον πυκνό καπνό. Αλλοι δεν πρόλαβαν ή δεν µπορούσαν να φύγουν από τα σπίτια τους. Αλλοι εγκλωβίστηκαν στα οχήµατά τους, ενώ οδηγοί που δεν γνώριζαν την περιοχή διοχετεύθηκαν προς το Μάτι µετά τη διακοπή της κυκλοφορίας στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Οικογένειες χωρίστηκαν, άνθρωποι χτυπούσαν πόρτες για να ειδοποιήσουν γείτονές τους, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που κατευθύνθηκαν προς τη θάλασσα.
Κάποιοι πήδηξαν από βράχια, κυνηγηµένοι από τις φλόγες. Αλλοι παρέµειναν για ώρες στο νερό, εξαντληµένοι, τραυµατισµένοι και βυθισµένοι στο σκοτάδι. ∆εν τα κατάφεραν όλοι. Ανθρωποι πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να σωθούν, ενώ άλλοι έχασαν τη ζωή τους λίγα µέτρα πριν φτάσουν στην ακτή. Στο οικόπεδο της οδού ∆ηµοκρατίας εντοπίστηκαν δεκάδες άνθρωποι αγκαλιασµένοι, έχοντας αναζητήσει µέχρι την τελευταία στιγµή έναν δρόµο προς τη σωτηρία. Η πυρκαγιά άφησε πίσω της τουλάχιστον 104 νεκρούς, 57 εγκαυµατίες και αµέτρητες ζωές διαλυµένες. Το «γιατί» για την απουσία έγκαιρης ενηµέρωσης, τα λάθη, τις παραλείψεις και την έλλειψη συντονισµού εκ µέρους του κρατικού µηχανισµού παραµένει οκτώ χρόνια αργότερα στα χείλη συγγενών και επιζώντων.
Η αναφορά κατατέθηκε στις 20 Ιουλίου και συνοδεύεται από φάκελο µε επίσηµα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία. Οπως εξηγεί στα «Π» η πρόεδρος του Συλλόγου, Κάλλι Αναγνώστου, ζητούµενο είναι «να αποσαφηνιστούν όλα όσα δεν έχουν αποσαφηνιστεί µέχρι τώρα». Στο επίκεντρο βρίσκεται το ερώτηµα τι ακριβώς έχει ενταφιαστεί στον συγκεκριµένο χώρο και εάν πρόκειται για αταυτοποίητα ανθρώπινα υπολείµµατα ή ακόµα και για υπολείµµατα ήδη ταυτοποιηµένων θυµάτων. «Από τα στοιχεία που έχουµε και προσκοµίσαµε στην Εισαγγελία προκύπτει ότι υπάρχουν υπολείµµατα αταυτοποίητων προσώπων», αναφέρει η κ. Αναγνώστου. Εφόσον, όπως επισηµαίνει, επιβεβαιωθούν τα δεδοµένα του φακέλου, ενδέχεται να πρόκειται για 16 πρόσωπα, χωρίς να είναι ακόµη γνωστό ποιοι περιλαµβάνονται σε αυτά. Στο επίκεντρο της διερεύνησης βρίσκεται, µεταξύ άλλων, η περίπτωση γυναίκας που εντοπίστηκε στη θάλασσα µετά τη φωτιά, µεταφέρθηκε στο Νεκροτοµείο Σχιστού και ενταφιάστηκε αρκετό χρονικό διάστηµα αργότερα.
Η κ. Αναγνώστου µιλά όχι µόνο ως πρόεδρος του Συλλόγου, αλλά και ως επιζήσασα µε σοβαρά εγκαύµατα. Οκτώ χρόνια µετά, όπως εξηγεί, οι δυσκολίες παραµένουν καθηµερινές. «Το έγκαυµα δεν θεραπεύεται, ειδικά όταν µιλάµε για βαριά εγκαύµατα. ∆εν αποκαθίσταται πλήρως. Προσπαθούµε να συντηρούµε την κατάσταση στην οποία βρισκόµαστε, ώστε να µην επιδεινώνεται. Υπάρχει πόνος, καύσος, κνησµός, νευρολογικά και δερµατολογικά προβλήµατα», τονίζει. Στο ερώτηµα εάν υπάρχει ουσιαστική κρατική στήριξη, απαντά κατηγορηµατικά: «Οχι, είναι τραγικό ότι οκτώ χρόνια µετά συνεχίζουµε να προσπαθούµε για τα αυτονόητα». Για την ίδια, δεν µπορεί ακόµη να γίνεται λόγος για δικαίωση. «Σε καµία περίπτωση δεν µπορούµε να µιλάµε για απονοµή δικαιοσύνης. Οταν το κράτος δεν έχει αναγνωρίσει τι έχει συµβεί, δεν είµαστε δικαιωµένοι», δηλώνει, απορρίπτοντας παράλληλα το επιχείρηµα πως η καταστροφή ήταν αποτέλεσµα ενός µη διαχειρίσιµου φυσικού φαινοµένου.
Αναφερόµενος στην προσφυγή στον Αρειο Πάγο, υπογραµµίζει ότι η κοινωνία πρέπει να πληροφορηθεί και αυτή την πτυχή της τραγωδίας. «Πρέπει να µάθει ο κόσµος κι αυτή την πτυχή της ιστορίας», διευκρινίζει, ζητώντας να διερευνηθεί πλήρως κάθε στοιχείο. «Οι τραγωδίες δεν έχουν χρώµα. ∆εν έχουν να κάνουν µε µία κυβέρνηση. Είναι αποτέλεσµα του τρόπου µε τον οποίο λειτουργεί διαχρονικά το κράτος. Σήµερα είµαι εγώ, αύριο µπορεί να είσαι εσύ», καταλήγει. Οκτώ χρόνια µετά, οι στάχτες µπορεί να αποµακρύνθηκαν από τους δρόµους του Ματιού, οι πληγές, όµως, δεν έκλεισαν. Για όσους έχασαν τους ανθρώπους τους και για όσους εξακολουθούν να ζουν µε τα σηµάδια της φωτιάς, η 23η Ιουλίου 2018 δεν τελείωσε ποτέ.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Κάτοικοι και παραθεριστές έτρεχαν χωρίς ενηµέρωση και χωρίς καθοδήγηση, αναζητώντας διέξοδο µέσα στον πυκνό καπνό. Αλλοι δεν πρόλαβαν ή δεν µπορούσαν να φύγουν από τα σπίτια τους. Αλλοι εγκλωβίστηκαν στα οχήµατά τους, ενώ οδηγοί που δεν γνώριζαν την περιοχή διοχετεύθηκαν προς το Μάτι µετά τη διακοπή της κυκλοφορίας στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Οικογένειες χωρίστηκαν, άνθρωποι χτυπούσαν πόρτες για να ειδοποιήσουν γείτονές τους, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που κατευθύνθηκαν προς τη θάλασσα.
Κάποιοι πήδηξαν από βράχια, κυνηγηµένοι από τις φλόγες. Αλλοι παρέµειναν για ώρες στο νερό, εξαντληµένοι, τραυµατισµένοι και βυθισµένοι στο σκοτάδι. ∆εν τα κατάφεραν όλοι. Ανθρωποι πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να σωθούν, ενώ άλλοι έχασαν τη ζωή τους λίγα µέτρα πριν φτάσουν στην ακτή. Στο οικόπεδο της οδού ∆ηµοκρατίας εντοπίστηκαν δεκάδες άνθρωποι αγκαλιασµένοι, έχοντας αναζητήσει µέχρι την τελευταία στιγµή έναν δρόµο προς τη σωτηρία. Η πυρκαγιά άφησε πίσω της τουλάχιστον 104 νεκρούς, 57 εγκαυµατίες και αµέτρητες ζωές διαλυµένες. Το «γιατί» για την απουσία έγκαιρης ενηµέρωσης, τα λάθη, τις παραλείψεις και την έλλειψη συντονισµού εκ µέρους του κρατικού µηχανισµού παραµένει οκτώ χρόνια αργότερα στα χείλη συγγενών και επιζώντων.
∆ιερεύνηση για τον χώρο ομαδικής ταφής στη Νέα Μάκρη
Λίγες ηµέρες πριν από την επέτειο, ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυµατιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική προσέφυγε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας ποινική διερεύνηση για τον χώρο οµαδικής ταφής στο κοιµητήριο της Νέας Μάκρης, αλλά και για τις διαδικασίες καταγραφής, ταυτοποίησης, παράδοσης και ταφής των θυµάτων.Η αναφορά κατατέθηκε στις 20 Ιουλίου και συνοδεύεται από φάκελο µε επίσηµα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία. Οπως εξηγεί στα «Π» η πρόεδρος του Συλλόγου, Κάλλι Αναγνώστου, ζητούµενο είναι «να αποσαφηνιστούν όλα όσα δεν έχουν αποσαφηνιστεί µέχρι τώρα». Στο επίκεντρο βρίσκεται το ερώτηµα τι ακριβώς έχει ενταφιαστεί στον συγκεκριµένο χώρο και εάν πρόκειται για αταυτοποίητα ανθρώπινα υπολείµµατα ή ακόµα και για υπολείµµατα ήδη ταυτοποιηµένων θυµάτων. «Από τα στοιχεία που έχουµε και προσκοµίσαµε στην Εισαγγελία προκύπτει ότι υπάρχουν υπολείµµατα αταυτοποίητων προσώπων», αναφέρει η κ. Αναγνώστου. Εφόσον, όπως επισηµαίνει, επιβεβαιωθούν τα δεδοµένα του φακέλου, ενδέχεται να πρόκειται για 16 πρόσωπα, χωρίς να είναι ακόµη γνωστό ποιοι περιλαµβάνονται σε αυτά. Στο επίκεντρο της διερεύνησης βρίσκεται, µεταξύ άλλων, η περίπτωση γυναίκας που εντοπίστηκε στη θάλασσα µετά τη φωτιά, µεταφέρθηκε στο Νεκροτοµείο Σχιστού και ενταφιάστηκε αρκετό χρονικό διάστηµα αργότερα.
Η κ. Αναγνώστου µιλά όχι µόνο ως πρόεδρος του Συλλόγου, αλλά και ως επιζήσασα µε σοβαρά εγκαύµατα. Οκτώ χρόνια µετά, όπως εξηγεί, οι δυσκολίες παραµένουν καθηµερινές. «Το έγκαυµα δεν θεραπεύεται, ειδικά όταν µιλάµε για βαριά εγκαύµατα. ∆εν αποκαθίσταται πλήρως. Προσπαθούµε να συντηρούµε την κατάσταση στην οποία βρισκόµαστε, ώστε να µην επιδεινώνεται. Υπάρχει πόνος, καύσος, κνησµός, νευρολογικά και δερµατολογικά προβλήµατα», τονίζει. Στο ερώτηµα εάν υπάρχει ουσιαστική κρατική στήριξη, απαντά κατηγορηµατικά: «Οχι, είναι τραγικό ότι οκτώ χρόνια µετά συνεχίζουµε να προσπαθούµε για τα αυτονόητα». Για την ίδια, δεν µπορεί ακόµη να γίνεται λόγος για δικαίωση. «Σε καµία περίπτωση δεν µπορούµε να µιλάµε για απονοµή δικαιοσύνης. Οταν το κράτος δεν έχει αναγνωρίσει τι έχει συµβεί, δεν είµαστε δικαιωµένοι», δηλώνει, απορρίπτοντας παράλληλα το επιχείρηµα πως η καταστροφή ήταν αποτέλεσµα ενός µη διαχειρίσιµου φυσικού φαινοµένου.
"Μην ξεχαστεί"
Ο Αρης Χερουβείµ έχασε στη φωτιά τις πεντάχρονες δίδυµες ανιψιές του, τη µητέρα και την αδελφή του. Για εκείνον, οι ηµέρες πριν από κάθε επέτειο παραµένουν οι δυσκολότερες. «Αρχίζεις να καταλαβαίνεις µέρες πριν ότι κάτι δεν σου πάει καλά. Κάτι σε βαραίνει», λέει στα «Π». Το µεγαλύτερο στοίχηµα, όπως τονίζει, είναι να µην ξεχαστούν τα γεγονότα: «Μιλάµε για το µεγαλύτερο έγκληµα σε καιρό ειρήνης σε αυτή τη χώρα. Ο κόσµος δεν καταλαβαίνει ότι το επόµενο θύµα µπορεί να είναι το δικό του παιδί, γιατί δεν έχει αλλάξει κάτι». Ο ίδιος θεωρεί πως η θυσία των ανθρώπων στο Μάτι δεν οδήγησε στις αναγκαίες αλλαγές. «Κάθε χρόνο βλέπουµε θύµατα. Είναι θέµα χρόνου να έχουµε πάλι ένα µεγάλο συµβάν. ∆εν υπάρχει πρόληψη. Μπορεί να έχουν γίνει κάποιες αναβαθµίσεις, όπως είναι το “112”, αλλά στην ουσία δεν λειτουργούν».Αναφερόµενος στην προσφυγή στον Αρειο Πάγο, υπογραµµίζει ότι η κοινωνία πρέπει να πληροφορηθεί και αυτή την πτυχή της τραγωδίας. «Πρέπει να µάθει ο κόσµος κι αυτή την πτυχή της ιστορίας», διευκρινίζει, ζητώντας να διερευνηθεί πλήρως κάθε στοιχείο. «Οι τραγωδίες δεν έχουν χρώµα. ∆εν έχουν να κάνουν µε µία κυβέρνηση. Είναι αποτέλεσµα του τρόπου µε τον οποίο λειτουργεί διαχρονικά το κράτος. Σήµερα είµαι εγώ, αύριο µπορεί να είσαι εσύ», καταλήγει. Οκτώ χρόνια µετά, οι στάχτες µπορεί να αποµακρύνθηκαν από τους δρόµους του Ματιού, οι πληγές, όµως, δεν έκλεισαν. Για όσους έχασαν τους ανθρώπους τους και για όσους εξακολουθούν να ζουν µε τα σηµάδια της φωτιάς, η 23η Ιουλίου 2018 δεν τελείωσε ποτέ.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En