Η υπόθεση της διπλής τραγωδίας στο Αίγιο συνεχίζει να προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς όσο προχωρούν οι έρευνες, τόσο περισσότερα ερωτήματα ανακύπτουν γύρω από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους η 54χρονη μητέρα, Μαρία, και ο 26χρονος γιος της, Ολύμπιος.

Μετά τα νεότερα εργαστηριακά και ιατροδικαστικά ευρήματα, αλλά και τις πληροφορίες ότι οι Αρχές εξετάζουν όλα τα πιθανά σενάρια, στη δημόσια συζήτηση επανήλθε ένας όρος που χρησιμοποιείται συχνά στη διεθνή εγκληματολογική βιβλιογραφία: η «αλτρουιστική παιδοκτονία» (altruistic filicide).

Τι σημαίνει όμως πραγματικά και πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί; Η δρ. Εγκληματολογίας και Senior Fellow του ITSTIME, Μαρία Χρ. Αλβανού, μιλώντας στο parapolitika.gr, ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για έναν καθαρά εγκληματολογικό όρο, ο οποίος περιγράφει το πιθανό κίνητρο μιας πράξης και όχι έναν αυτοτελή νομικό χαρακτηρισμό.


Αίγιο: Πώς γεννήθηκε ο όρος αλτρουιστική παιδοκτονία

«Ο Resnick το 1969 ονόμασε και περιέγραψε επιστημονικά, ανάμεσα στις λοιπές τυπολογίες της παιδοκτονίας, την αλτρουιστική (altruistic filicide), όπου ο γονέας αφαιρεί τη ζωή του παιδιού λόγω της υποκειμενικής κρίσης ότι έτσι ενεργεί προς το συμφέρον του παιδιού», εξηγεί η κ. Αλβανού.

Όπως επισημαίνει, η συγκεκριμένη κατηγορία δεν αφορά περιπτώσεις όπου ο δράστης ενεργεί από μίσος ή εκδίκηση, αλλά επειδή, μέσα από μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας, θεωρεί ότι προστατεύει το παιδί του.


Οι δύο μορφές της αλτρουιστικής παιδοκτονίας

Σύμφωνα με την εγκληματολόγο, η συγκεκριμένη τυπολογία περιλαμβάνει δύο βασικές υποκατηγορίες.

Η πρώτη είναι η λεγόμενη «mercy killing», κατά την οποία ο γονέας θεωρεί ότι λυτρώνει το παιδί από έναν πραγματικό ή υποτιθέμενο αφόρητο πόνο, όπως μπορεί να συμβαίνει σε περιπτώσεις ανίατης ασθένειας ή σοβαρής αναπηρίας.

Η δεύτερη αφορά τις περιπτώσεις όπου η παιδοκτονία προηγείται της αυτοκτονίας του γονέα, ο οποίος πιστεύει ότι το παιδί δεν μπορεί ή δεν πρέπει να συνεχίσει να ζει χωρίς τη δική του παρουσία και προστασία.

Η κ. Αλβανού διευκρινίζει ακόμη ότι αυτουργός δεν είναι απαραίτητα μόνο ο βιολογικός γονέας, αλλά μπορεί να είναι και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει αναλάβει λειτουργικά την άμεση φροντίδα του παιδιού.


Γιατί οι περισσότερες έρευνες αφορούν μητέρες

Η διεθνής βιβλιογραφία έχει ασχοληθεί εκτενώς με περιπτώσεις μητέρων, κυρίως λόγω της πιθανής σύνδεσης ορισμένων εγκλημάτων με την επιλόχεια κατάθλιψη, αλλά και επειδή, στις περισσότερες κοινωνίες, η μητέρα αποτελεί τον βασικό φροντιστή του παιδιού. «Παρόλα αυτά, δεν αποκλείεται καθόλου δράστης να είναι πατέρας», υπογραμμίζει η εγκληματολόγος.

Όπως εξηγεί, το επιστημονικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στις ψυχικές διαταραχές που μπορούν να επηρεάσουν τη γονεϊκή κρίση, οδηγώντας τον δράστη σε μια βαθιά διαστρεβλωμένη αντίληψη τόσο για το θύμα όσο και για την ίδια την εγκληματική πράξη.


Δεν πρόκειται για ποινικό όρο

Η δρ. Αλβανού επισημαίνει ότι ο όρος «αλτρουιστική παιδοκτονία» χρησιμοποιείται αποκλειστικά στο πλαίσιο της εγκληματολογικής ανάλυσης και δεν αποτελεί αυτοτελή ποινικό χαρακτηρισμό.

«Σε κάθε περίπτωση, ο όρος αποδίδει εγκληματολογικά χαρακτηριστικά του κινήτρου της πράξης και δεν συνιστά κάποιο ειδικό ποινικό όρο ούτε αυτοτελές αδίκημα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, στην ελληνική έννομη τάξη υπάρχει το αδίκημα της παιδοκτονίας του άρθρου 303 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο όμως αφορά αποκλειστικά τη διατάραξη του οργανισμού της μητέρας από τον τοκετό, καθώς και η ανθρωποκτονία με συναίνεση (άρθρο 300 ΠΚ), που προϋποθέτει εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις και δεν σχετίζεται με τη σχέση γονέα-παιδιού.


Γιατί απαιτείται μεγάλη προσοχή

Η εγκληματολόγος τονίζει ότι η διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων είναι εξαιρετικά σύνθετη και δεν μπορεί να βασιστεί σε μεμονωμένα στοιχεία ή δημόσιες εικασίες.

«Είναι σύνθετη η δικαστική διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων, με αναγκαία τη διερεύνηση και ορθή αξιολόγηση της ψυχικής υγείας και κατάστασης του αυτουργού, καθώς και των συνθηκών τέλεσης της πράξης, γιατί η δυνατότητα καταλογισμού του δράστη είναι αυτή που αφορά το δικαστήριο», επισημαίνει.

Η ίδια καταλήγει ότι κάθε τέτοια υπόθεση πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα, με βάση τα πραγματικά δεδομένα της δικογραφίας, τα ιατροδικαστικά ευρήματα, τις ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες και το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να αποδίδονται πρόωρα χαρακτηρισμοί πριν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση.