Ο ιός του Δυτικού Νείλου παρουσιάζει φέτος σημαντική έξαρση στην Αττική, με το Μαρκόπουλο και τα Σπάτα να συγκεντρώνουν ιδιαίτερα αυξημένη δραστηριότητα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΕΟΔΥ. Για την πορεία του ιού, τα ιδιαίτερα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της φετινής έξαρσης και τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι πολίτες μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90.1 και τη δημοσιογράφο Έρη Πανάγου ο καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Γκίκας Μαγιορκίνης. Όπως εξήγησε, ο ιός εμφανίζεται σταθερά στη χώρα μας κάθε καλοκαίρι από το 2010, ωστόσο το ιδιαίτερο στοιχείο της φετινής περιόδου είναι η δυναμική επανεμφάνισή του στην Αττική μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια. Παρά την αύξηση των περιστατικών, πάντως, επιχείρησε να βάλει τα δεδομένα στη σωστή τους διάσταση. «Δεν πρόκειται να δούμε εικόνες τύπου COVID-19. Πρέπει να βάλουμε το μέγεθος του προβλήματος στις σωστές του διαστάσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Διαβάστε: Ιός Δυτικού Νείλου: "Εφαρμόζεται καθολικός μοριακός έλεγχος" - Τι αναφέρει η πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας στα Παραπολιτικά 90,1

Ιός του Δυτικού Νείλου: Γιατί εμφανίζεται σε Σπάτα και Μαρκόπουλο

Ο Γκίκας Μαγιορκίνης παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα επιστημονική υπόθεση για τη γεωγραφική μετατόπιση του ιού προς την Αττική και ειδικότερα στις περιοχές γύρω από το αεροδρόμιο. Όπως εξήγησε, η εμπειρία από ανάλογα φαινόμενα στις ΗΠΑ δείχνει ότι μεγάλα καιρικά συστήματα, όπως η κακοκαιρία Daniel, μπορούν να προκαλέσουν βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών πτηνών. Τα κορακοειδή, όπως οι κουρούνες και οι καρακάξες, αποτελούν φυσική δεξαμενή του ιού και είναι πιθανό πληθυσμοί τους να μετακινήθηκαν σταδιακά από τη Θεσσαλία, που αποτελούσε παραδοσιακά περιοχή υψηλής δραστηριότητας, προς την Αττική. Τα Σπάτα και το Μαρκόπουλο, με τον συνδυασμό αστικής πυκνότητας λόγω του αεροδρομίου και αγροτικών χαρακτηριστικών, ενδέχεται να πρόσφεραν ευνοϊκό περιβάλλον για την εγκατάσταση αυτών των πτηνών. Ο καθηγητής κατέρριψε παράλληλα την αντίληψη ότι οι ακραίοι καύσωνες ευνοούν τα κουνούπια, σημειώνοντας ότι θερμοκρασίες γύρω στους 40 βαθμούς και η ξηρασία περιορίζουν τα στάσιμα νερά και δυσκολεύουν την αναπαραγωγή τους.

Τα συμπτώματα που απαιτούν προσοχή

Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να καταλάβει από το ίδιο το τσίμπημα αν το κουνούπι ήταν μολυσμένο. Η κοκκινίλα και η φαγούρα αποτελούν απλή αλλεργική αντίδραση του δέρματος και δεν αποτελούν ένδειξη μόλυνσης. Η συντριπτική πλειονότητα όσων μολυνθούν, πάνω από 80%, δεν θα εμφανίσει κανένα σύμπτωμα, ενώ περίπου το 20% θα περάσει μια ήπια ίωση. Πολύ μικρότερο είναι το ποσοστό όσων μπορεί να εμφανίσουν σοβαρές επιπλοκές από το κεντρικό νευρικό σύστημα, όπως εγκεφαλίτιδα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, λιγότεροι από 1 στους 140 μολυνθέντες κινδυνεύουν να εμφανίσουν τέτοια εικόνα. Τα συμπτώματα που αποτελούν «καμπανάκι» και απαιτούν άμεση μεταφορά στο νοσοκομείο είναι έντονος πονοκέφαλος με υψηλό πυρετό, λήθαργος, δυσκαμψία στον αυχένα, σπασμοί ή παράλυση. Καθώς δεν υπάρχει προληπτικό φάρμακο ή εμβόλιο, η έγκαιρη διάγνωση και η νοσοκομειακή υποστήριξη είναι καθοριστικές.

Η ατομική προστασία είναι το βασικό «όπλο»

Ο Γκίκας Μαγιορκίνης ήταν κατηγορηματικός ως προς το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να πετύχουν οι ψεκασμοί. Όπως τόνισε, η πλήρης εξάλειψη των κουνουπιών μέσω δημοτικών παρεμβάσεων δεν είναι εφικτή. Οι ψεκασμοί μπορούν να μειώσουν το φορτίο, όχι όμως να εξαφανίσουν το πρόβλημα. Για τον λόγο αυτό, η ατομική πρόληψη παραμένει το πιο αποτελεσματικό μέτρο. Οι πολίτες, ιδίως σε περιοχές αυξημένου κινδύνου, θα πρέπει να χρησιμοποιούν σίτες και εγκεκριμένα εντομοαπωθητικά και να απομακρύνουν συστηματικά κάθε μικρή εστία στάσιμου νερού από γλάστρες, μπαλκόνια και υδρορροές. Η αποφυγή δημιουργίας σημείων όπου μπορούν να αναπαραχθούν κουνούπια δίπλα στις κατοικίες θεωρείται κρίσιμη για τον περιορισμό της έκθεσης.