Το βιβλίο της ξεχωριστής Βρετανίδας μυθιστοριογράφου και δοκιμιογράφου Βιρτζίνια Γουλφ (1882- 1941) «Γράμμα σε έναν νέο ποιητή και άλλα κείμενα», εκδίδεται στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Πατάκη (πρώτη έκδοση από τις εκδόσεις Άγρα 1997) και θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη βδομάδα.

   Η γυναίκα, που πλούτισε την παγκόσμια πεζογραφία και το λογοτεχνικό στοχασμό με δεκάδες έργα, με κορυφαίο το «Η κυρία Νταλαγουέϊ», έγραψε κείμενα που διερευνούν θέματα γραφής, αναλύουν σκέψεις γύρω από το ύφος, σχολιάζουν κλασικά έργα, με μια προσέγγιση που διαπνέεται από εκφραστική απλότητα, γνωστική διεισδυτικότητα και τεκμηριωτική δύναμη, καθιστώντας τα μοντέρνα όχι μόνο για την εποχή της αλλά- εν πολλοίς- και ελκυστικά για την εποχή μας, παρ’ ότι γράφτηκαν από το 1919 έως το 1940.

   Όπως σημειώνει στην εισαγωγή ο μεταφραστής Θωμάς Σκάσσης, η Γουλφ, αναφερόμενη στο έργο πολλών πεζογράφων, ποιητών και κριτικών, όπως ο Shakespeare, ο Donne, ο Carlyle, ο Galsworthy, η Austen, ο Dickens, ο Bennett, ο Tolstoy, ο Flaubert, ο Proust, ο Forster, ο Lawrence, ο Eliot, ο Joyce, ο Hemingway και άλλων, θίγει ζητήματα έμπνευσης, θέματος, τεχνοτροπίας, ύφους, χαρακτήρων , συγκρίνει τεχνοτροπίες και αναλύει τον κοινωνικό και τον ιστορικό περίγυρο (κοινωνικές τάξεις, πολιτική, σημαντικά γεγονότα) οι οποίοι επηρεάζουν και διαμορφώνουν τη συνείδηση των ανθρώπων που γράφουν.

   Ακολουθεί η προδημοσίευση του δοκιμίου της, που απαντά στο αιώνιο ερώτημα για τη δυσκολία τού να γράψει κανείς ποίηση σε μια περίοδο αναταραχών, κοινωνικών αλλαγών και τεχνολογικής προόδου. Δηλαδή… σήμερα!

Προδημοσίευση

   Γράμμα σε έναν νέο ποιητή

   Αγαπητέ μου Τζον,

   (… ). Η τέχνη της επιστολογραφίας μόλις γεννήθηκε. Και είναι τέκνο των φτηνών ταχυδρομείων. Νομίζω δε πως αυτή η παρατήρηση αληθεύει ως ένα βαθμό, γιατί όταν βέβαια η αποστολή ενός γράμματος κόστιζε μισή κορόνα, έπρεπε και η επιστολή να είναι αρκούντως σημαντική ως γραπτό· τότε διαβαζόταν μεγαλοφώνως, ήταν δεμένη με πράσινη μεταξωτή κορδέλα και μετά την πάροδο κάποιων ετών δημοσιευόταν προς τέρψιν των επόμενων γενιών. Το δικό σου γράμμα, αντίθετα, πρέπει να ριχτεί στη φωτιά. Τα έξοδα αποστολής του δεν υπερβαίνουν τη μιάμιση πένα. 'Αρα είχες την οικονομική δυνατότητα να είσαι στο έπακρο προσωπικός, ασυγκράτητος και αδιάκριτος. Όσα μου λες για τον καημένο καλό μας Σ. και τις περιπέτειές του κατά τον διάπλου της Μάγχης είναι αυστηρώς προσωπικά· τα αισχρά χωρατά σου εις βάρος του Μ. θα κατέστρεφαν δίχως αμφιβολία τη φιλία σας αν μαθεύονταν· αμφιβάλλω επίσης αν οι επόμενες γενιές θα είναι σε θέση να αντιληφθούν -εκτός κι αν τις διακρίνει μεγαλύτερη ευστροφία απ' ό,τι υποθέτω- τον ειρμό της σκέψης σου η οποία, ξεκινώντας από τη στέγη που στάζει («πλιτς, πλιτς, πλιτς μέσα στη σαπουνοθήκη»), περνώντας στην κυρία Γκέιπ, την παραδουλεύτρα, που την απάντησή της στον μανάβη θεωρώ απολαυστική, μετά στη δεσποινίδα Κέρτις με την παράξενη εκμυστήρευσή της στα σκαλιά του λεωφορείου, και στις Σιαμέζες γάτες («'Αμα νιαουρίζουν παρατεταμένα», λέει η θεία μου, «κλείσε τη μύτη τους με μια παλιά κάλτσα»), κατόπιν στην αξία που έχει η κριτική για τον συγγραφέα, στη συνέχεια στον Donne, στον Gerard Hopkins, στις ταφόπλακες και στα χρυσόψαρα, καταλήγει με μια ξαφνική όσο και ανησυχαστική εφόρμηση στο «Γράψε μου και πες μου πού πάει η ποίηση ή μήπως έχει πεθάνει;».(…)