Μια βαθιά προσωπική και συγκλονιστική εξομολόγηση έκανε η δημοσιογράφος Νάνσυ Νικολαΐδου, μιλώντας για τη δραματική εμπειρία που βίωσε όταν η φωτιά κατέστρεψε το σπίτι της και άλλαξε μέσα σε λίγα λεπτά τη ζωή της οικογένειάς της. Με λόγια ωμά αλλά ειλικρινή, περιέγραψε πώς είναι να χάνεις τα πάντα από τη μια στιγμή στην άλλη και να καλείσαι να ξεκινήσεις ξανά από το μηδέν.

Διαβάστε: Νάνσυ Νικολαΐδου: "Ήταν δώρο Θεού να βρεθώ δίπλα στην Ελένη Μενεγάκη" (Βίντεο)


Η Νάνσυ Νικολαΐδου για τη στιγμή που χάθηκαν όλα

Η δημοσιογράφος περιέγραψε στο zappit το σοκ της επόμενης ημέρας, όταν συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει απομείνει τίποτα από όσα είχε χτίσει στη ζωή του. «Είναι ασύλληπτα σκληρό. Nιώθεις σαν να ξαναγεννιέσαι. Δηλαδή την επόμενη μέρα ξυπνάς και δεν έχεις τίποτα. Όταν λέμε τίποτα; Τίποτα. Εμείς ήμασταν σ’ αυτή την κατηγορία του τίποτα». Όπως είπε, αυτό που την πλήγωσε περισσότερο δεν ήταν μόνο η ίδια η καταστροφή, αλλά και οι συμπεριφορές ανθρώπων μετά από αυτή. «Αν κάνω ένα flash back, πιο πολύ με πόνεσαν οι συμπεριφορές ανθρώπων στο κομμάτι της μετά καταστροφής, παρά η ίδια αυτή καταστροφή. Του να σταθείς στον άλλον δίπλα. Του να απλώσεις ένα χέρι όταν ο άλλος ξέρεις ότι έχει χαθεί από προσώπου γης, ότι έχει πέσει κάτω».

Η σκληρή συνειδητοποίηση για τους ανθρώπους γύρω μας

Η Νάνσυ Νικολαΐδου εξήγησε πως εκείνες οι στιγμές λειτούργησαν και ως ένα σκληρό ξεκαθάρισμα στις ανθρώπινες σχέσεις. «Νομίζω ότι αυτό ήταν το πράγμα τελικά που μπορεί να με πλήγωσε και περισσότερο. Γιατί είχε ένα συναισθηματικό ξεκαθάρισμα πάρα πολύ σκληρό». Την ίδια στιγμή όμως υπήρξαν άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα της, ακόμη κι αν δεν το περίμενε. «Όμως την ίδια στιγμή υπήρξαν και άνθρωποι που βρέθηκαν στο πλευρό μου, χωρίς να το περιμένω από εκείνους. Που με τους οποίους ας πούμε μπορεί να είχα μια απλά τυπική σχέση ή μια απλά καλή σχέση».

Η στιγμή της φυγής από το σπίτι

Η δημοσιογράφος θυμήθηκε και τη στιγμή που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της, όταν η φωτιά πλησίαζε επικίνδυνα. «Εκείνη την ημέρα ήμουν σε ένα επαγγελματικό ραντεβού και με πήρε ο Δημήτρης και μου λέει “έχω πάρει τα παιδιά φεύγουμε γιατί ήρθε η φωτιά”». Αρχικά, όπως παραδέχεται, δεν μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της καταστροφής που θα ακολουθούσε. «Του λέω καλά “άντε πάρ’ τους, φύγε, φύγε”, πήραμε ένα αυτοκίνητο, τα δύο τσοπανόσκυλα που είχαμε, τα δύο τα παιδιά μου, ένα σάκο βογιάζ γιατί θα πηγαίναμε διακοπές νομίζαμε και ήταν απλά στην πόρτα και φύγαμε».


Η Νάνσυ Νικολαΐδου μιλά για τη δραματική εμπειρία της καταστροφής από τη φωτιά, την απώλεια του σπιτιού της και το δύσκολο ξεκίνημα από το μηδέν.


Νάνσυ Νικολαΐδου: "Μια ολόκληρη ζωή χωράει σε ένα αυτοκίνητο"

Με ιδιαίτερη συγκίνηση περιέγραψε τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχαν απομείνει από τη ζωή τους ήταν όσα είχαν καταφέρει να πάρουν μαζί τους. «Δυο παιδιά, δυο σκυλιά, δυο μαξιλάρια και ένα σακ βουαγιάζ. Αυτά είχαμε». Η ίδια μίλησε για τον βαθύ πόνο της απώλειας και για τις εικόνες που δεν φεύγουν ποτέ από τη μνήμη. «Θρήνος, θρήνος. Θρήνος απίστευτος, τον οποίο εντάξει δεν μπορείς να τον διαχειριστείς».

Η ζωή από το μηδέν και η απώλεια των αναμνήσεων

Ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια, όπως εξήγησε, ήταν η απώλεια των προσωπικών αναμνήσεων. «Έχεις χάσει τις αναμνήσεις σου, έχεις χάσει… όλα όσα έχεις ζήσει εκεί μέσα. Εγώ δεν έχω καμία φωτογραφία των παιδιών μου μωρά». Παράλληλα, η περίοδος εκείνη συνέπεσε και με ένα ακόμη δύσκολο γεγονός στη ζωή της. «Και φυσικά το γεγονός ότι ήταν η μοναδική στιγμή στη ζωή μου που έμεινα χωρίς δουλειά». Όπως αποκάλυψε, βρέθηκε να αναζητά εργασία σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της. «Παρακάλεσα πάρα πολύ. Έχω κλάψει στα τηλέφωνα, έχω ζητήσει δουλειά, έχω πέσει στα πατώματα».

Το συναίσθημα όταν δεν υπάρχει σπίτι να σε περιμένει

Η Νάνσυ Νικολαΐδου έκλεισε την αφήγησή της περιγράφοντας ένα από τα πιο σκληρά συναισθήματα που βίωσε μετά την καταστροφή. «Δεν ξέρεις πώς είναι να είσαι μέσα στο αυτοκίνητο και να μην έχεις πού να στρίψεις να πας, όταν γυρνάς από τη δουλειά, γιατί δεν είναι πουθενά το σπίτι σου». Και πρόσθεσε με συγκίνηση: «Αυτό το συναίσθημα λοιπόν, του να περιμένεις στο φανάρι και να μην υπάρχει σπίτι να σε περιμένει, δεν μπορώ να στο περιγράψω».