Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, γνωστός κριτικός κινηματογράφου και λάτρης του θεάτρου, έχει ζήσει πολλές αξέχαστες στιγμές μέσα από την επαγγελματική του πορεία, ωστόσο μία από αυτές ξεχωρίζει ιδιαίτερα: η πρώτη του συνάντηση με την θρυλική Τζέιν Φόντα. Καλεσμένος στην εκπομπή «Στούντιο 4» τη Δευτέρα 16 Μαρτίου, μοιράστηκε με το κοινό ένα προσωπικό στιγμιότυπο που αποτυπώνει την αμηχανία, τον ενθουσιασμό αλλά και τον σεβασμό που ένιωσε μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες σταρ του κινηματογράφου. Ο ίδιος περιέγραψε πώς βρέθηκε στην αίθουσα του θεάτρου στη Νέα Υόρκη, πώς την προσέγγισε και ποια ήταν η αντίδρασή της, προσφέροντας ένα μοναδικό «παράθυρο» στον κόσμο των διασημοτήτων μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που αγαπά βαθιά το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Διαβάστε: Παναγιώτης Τιμογιαννάκης οικογένεια: Όσα είπε για το πώς μεγάλωσε, τι τον διαμόρφωσε και γιατί έγινε η πιο hot αναζήτηση της ημέρας (Βίντεο)

Η πρώτη εντύπωση από την Τζέιν Φόντα

Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης περιέγραψε την πρώτη στιγμή που πλησίασε την ηθοποιό:«Μια γυναίκα που εντυπωσιάστηκα ήταν η Τζέιν Φόντα και γι’ αυτό και δεν μπόρεσα ποτέ να την πλησιάσω όπως θα ήθελα, τα έχανα. Δεν είναι ότι έκανα χαζομάρες. Της μίλησα, μία φορά, όταν έπαιξε στο θέατρο στη Νέα Υόρκη και πήγα τότε και τη βρήκα σε μια παράσταση που έπαιζε». Και συνέχισε εξηγώντας πώς εξελίχθηκε η γνωριμία: «Όταν λοιπόν πήγα και την είδα στο θέατρο στη Νέα Υόρκη, πήγα μετά στο τέλος και τη βρήκα. Της συστήθηκα. Μπορώ να πω ότι δεν πέταξε και τη σκούφια της. Άρχισα να της λέω κάποια πράγματα για τα Όσκαρ και όλα αυτά αλλά δεν την είδα εντυπωσιασμένη. Κάποια στιγμή όμως, σκέφτηκα ότι η γυναίκα αυτή έχει ακούσει πολλά τέτοια».

Το μικρό κομπλιμέντο που άνοιξε τον διάλογο

Ο κριτικός κινηματογράφου περιέγραψε τη στιγμή που ένιωσε ότι η Τζέιν Φόντα ανταποκρίθηκε θετικά:«Εκεί όμως, που είδα και τσίμπησε, στην ίδια κουβέντα, ήταν όταν της είπα ότι ήμουν από την Ελλάδα και πήγα στη Νέα Υόρκη για να τη δω στο θέατρο. Εκεί μου έκανε και ένα κομπλιμέντο. “Ε ναι μου λέει, εσείς οι Έλληνες, έχετε μια παράδοση με το θέατρο”. Αισθάνθηκε τιμημένη και έτσι μου το επέστρεψε».

Η μικρή συγκομιδή της Ελλάδας στα Όσκαρ

Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης ανέλυσε το πώς η Ελλάδα δεν κατάφερε να αφήσει έντονο στίγμα στα Όσκαρ:«Μικρή συγκομιδή, έχουμε ως Έλληνες στα Όσκαρ. Είχαμε εδώ παραγωγή, αλλά δεν περνάγανε οι ταινίες μας τον Ατλαντικό. Περιορίζονταν αυτές που μας αρέσουν, που αγαπάμε, είναι πάρα πολύ ελληνικές. Δηλαδή, ας πούμε, λένε κάθε φορά που θα δούμε έναν ωραίο ηθοποιό, που έχουμε πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς. Ο Αυλωνίτης, ο Λογοθετίδης αν ήταν τώρα στην Αμερική, θα είχαν πάρει Όσκαρ. Η Βλαχοπούλου, όλοι. Αλλά πώς θα τα είχαν πάρει; Όχι με αυτές τις ταινίες».

Και συμπλήρωσε αναφερόμενος στη διαχρονική ελληνικότητα που αρέσει στους ξένους:«Αυτό που κάνει και που εμείς θαυμάζουμε είναι κάτι πολύ ελληνικό, που τους αφήνει αδιάφορους. Αυτοί οι οποίοι το επιχείρησαν να αμερικανοποιηθούν, είναι αυτοί που έβγαλαν κάτι το οποίο είχε μια καθολικότητα και κουβαλάγανε την ελληνική ταυτότητα και κουλτούρα, αλλά με έναν τρόπο -ας πούμε το “Ποτέ την Κυριακή”, γιατί είναι αυτός ο θρύλος; Γιατί είναι η Ελλάδα, όπως την είδε ένας ξένος. Ο Ντασέν». Και πρόσθεσε, εξηγώντας γιατί η Ελλάδα δυσκολεύεται να περάσει στον Ατλαντικό: «Και αυτό που είδε ο ξένος, με τον τρόπο που το είδε, και όπως το περιέγραψε, με αγάπη, αλλά και με μια αυτοκριτική ότι πάνε να αλλάξουν κάτι που είναι όμορφο και ο ίδιος δεν το καταλαβαίνει… και τελικά του κάνει κακό, πάει να τον νοθέψει… αυτά εκεί άρεσαν πολύ έτσι. Γιατί είναι η Ελλάδα όπως την είδε ένας ξένος. Η Ελλάδα ακριβώς και ως Ελλάδα, με τα δεδομένα τα κωμικά μας ή κάτι δραματικά μας δεν αφορούν. Άρα δεν περνάς εύκολα τον Ατλαντικό. Για να πας εκεί στα Όσκαρ».

Εμπειρίες και παρασκήνια από τα Όσκαρ

Στη συνέχεια, ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης μίλησε για τις προσωπικές του εμπειρίες στην τελετή των Όσκαρ:«Είκοσι ένα χρόνια ήμουν μέσα στα Όσκαρ. Σε αυτή την αίθουσα των δημοσιογράφων έχω πάει δύο φορές με ειδική άδεια. Γιατί ακριβώς επειδή εγώ ήμουνα με πρόσκληση, δεν μπορούσα να κυκλοφορώ σε όλους τους χώρους παρά μόνο που επιτρεπόταν. Το ίδιο ισχύει για όλους. Σε αυτές τις φορές που κινήθηκα στο παρασκήνιο, είχα πάρει ειδική άδεια με μια επαγγελματική αφορμή». Και εξομολογήθηκε την πρώτη του εμπειρία: «Την πρώτη φορά που πήγα στα Όσκαρ τα πόδια μου έτρεμαν. Η πρώτη μου ήταν οδυνηρή. Γινόταν μια πάλη μέσα μου». Σχετικά με περιστατικά που παρακολούθησε, ανέφερε: «Ο Εντ Χάρις έφυγε το 2001, αλλά δε έδωσε δικαίωμα στην κάμερα. Γι’ αυτό και εγώ δεν τα επικαλούμαι αυτά τα πράγματα, απλά με το που έγινε break και η κάμερα δεν έπαιρνε, σηκώθηκε και βγήκε έξω».

Και συμπλήρωσε για τα παρασκήνια των μεγάλων σταρ: «Μου είχαν πει ότι κάποιες μεγάλες σταρ έκαναν εμετό από το άγχος, περιμένοντας. Αλλά δεν θέλω να λέω ονόματα γιατί καταρχάς δεν μ’ αρέσει και να τους απομυθοποιώ – ειδικά σε κάτι τόσο ανθρώπινο δικό τους – απ’ την άλλη ας πούμε είναι σαν να καταχρώμαι την εμπιστοσύνη που μου ‘δειξε κάποιος άνθρωπος να μου πει ένα παρασκήνιο».