Είναι ο άνθρωπος πίσω από τις συγκλονιστικές ιστορίες του «Famagusta». Ο υπεύθυνος για την έρευνα και συγγραφή των αληθινών ιστοριών της σειράς. Εκείνος που ανέλαβε τη δύσκολη αυτή διαδικασία προσεγγίζοντας τραυµατισµένες οικογένειες αγνοουµένων, πρόθυµες να µοιραστούν τις εµπειρίες τους, από τις οποίες γεννήθηκαν οι χαρακτήρες και η πλοκή του «Famagusta».

Μια διαδικασία διόλου εύκολη, όπως εξηγεί ο ίδιος. Ο Δημήτρης Τοκαρής, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και διευθυντικό στέλεχος του τηλεοπτικού σταθµού Sigma, αποκαλύπτει τα όσα βίωσε κατά τη διάρκεια των ερευνών, αλλά και πώς ο ίδιος επηρεάστηκε από αυτές τις συναντήσεις.

Πώς αισθανθήκατε όταν βγήκε το πρώτο επεισόδιο στον αέρα;

Το πρώτο επεισόδιο το παρακολούθησα µία µέρα πριν βγει στον αέρα, στην πρεµιέρα, που έγινε στο ∆ηµοτικό Θέατρο Λευκωσίας. Ηµουν συναισθηµατικά πολύ φορτισµένος και οµολογώ πως έκλαιγα καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής. Ειδικά, βέβαια, στις σκηνές της ∆έσποινας Μπεµπεδέλη.

Αναλάβατε τη διαδικασία της έρευνας και συγγραφής των ιστοριών. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η διαδικασία;

Συµφωνήσαµε να αναλάβω εγώ τις ιστορίες που έχουν να κάνουν µε θύµατα του πολέµου και η Βάνα (σ.σ.: ∆ηµητρίου) µε την οµάδα της τις υπόλοιπες ιστορίες της σειράς. Για πάνω από έναν χρόνο σκάλιζα και έψαχνα γνωστές και λιγότερο γνωστές ιστορίες από το 1974. Εκείνο που µε δυσκόλεψε περισσότερο ήταν η ψυχική αναστάτωση που αναπόφευκτα δηµιουργούσε αυτή η έρευνα.


Ποια ήταν η πιο συνταρακτική ιστορία;

Θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω οποιαδήποτε ιστορία, διότι υπάρχουν αρκετές που είναι τόσο φοβερά σοκαριστικές, ώστε η καθεµία από αυτές θα µπορούσε να αποτελέσει το κεντρικό θέµα κινηµατογραφικής ταινίας. Ξέρω πως πολλοί βρήκαν τη µαρτυρία που αφηγήθηκε η κυρία Μπεµπεδέλη αξεπέραστη, όµως σας βεβαιώνω πως ακολουθούν ιστορίες εξίσου ή και περισσότερο συγκλονιστικές. Και δυστυχώς δεν είναι αποκύηµα της φαντασίας µου, αλλά όλες οι ιστορίες βασίζονται σε πραγµατικά περιστατικά.


Πόσο σας επηρέασε η επαφή µε τις οικογένειες αγνοουµένων;

∆εν µπορείς να µην επηρεαστείς. Από το ξεκίνηµα των ερευνών µου συνειδητοποίησα πως µερικοί είχαν ανάγκη να µιλήσουν, όµως και πολλοί άλλοι δεν ήθελαν να ξύσουν πληγές. Ετσι, µιλώντας και µε τους υπόλοιπους συντελεστές, αποφασίσαµε πως µε εξαίρεση κάποιες ειδικές περιπτώσεις, όπου υπήρχε ξεκάθαρη έγκριση από τους συγγενείς των θυµάτων, όλες οι υπόλοιπες ιστορίες θα ήταν ένα πάντρεµα πραγµατικών περιστατικών µε µυθοπλασία. Αλλαξα τοποθεσίες και ονόµατα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έσµιξα διάφορα περιστατικά σε µία ιστορία, ώστε να µην είναι εύκολα αντιληπτό σε ποιους αναφέρεται. Αυτό έγινε διότι, όσο και να θέλουµε να τιµήσουµε τη µνήµη των νεκρών, έχουµε υποχρέωση να σεβαστούµε και τις επιφυλάξεις των ζωντανών.


Μετράτε δεκαετίες στην τηλεόραση. Πώς ξεκινήσατε το γράψιµο;

Σπούδασα τηλεοπτική παραγωγή στην Αµερική, µα ποτέ δεν είχα σκεφτεί το ενδεχόµενο να γράψω σενάρια. Μια µέρα ο διευθυντής του καναλιού µού είπε: «∆ηµήτρη, αυτές τις βλακείες που λες στην παρέα και γελάµε γιατί δεν δοκιµάζεις να τις γράψεις κιόλας, ώστε να τις κάνουµε τηλεοπτική σειρά;». Κάπως έτσι, στην πλάκα, δηµιούργησα την πρώτη µου κωµική σειρά, τους «Τάκκους», που είχαν µεγάλη και απροσδόκητη επιτυχία. Συνέχισα να γράφω καθηµερινά για σχεδόν 20 χρόνια -κωµικές, δραµατικές, αλλά και σειρές εποχής-, οµολογώ όµως πως η εµπλοκή µου στη σεναριακή οµάδα του «Famagusta» ήταν ό,τι πιο συγκλονιστικό έχω βιώσει µέχρι σήµερα.


Πιστεύετε πως το «Famagusta» ήταν απαραίτητο, ώστε να µάθουν και οι νεότεροι την ιστορία;

Απόλυτα, και όποιοι ενδοιασµοί µε βασάνιζαν στο ξεκίνηµα έχουν πλέον εξανεµιστεί. Κρίµα που δεν έγινε νωρίτερα και συγχαρητήρια στον Αντρέα και τον Κούλλη, που ως παραγωγοί το τόλµησαν γνωρίζοντας τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιµετώπιζαν.

*Δημοσιεύθηκε στο ένθετο της εφημερίδας Παραπολιτικά το Σάββατο 17/2