ependiseis_ellada
Οικονομία

Έρχεται «τσουνάμι» ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα - Τα 2,5 δισ. ευρώ πλησίασαν οι ΞΑΕ το πρώτο τρίμηνο του 2022 (Πίνακας)

Η χώρα το τελευταίο διάστημα βρίσκεται στο επίκεντρο μεγάλων οικονομικών και επενδυτικών συμφωνιών, με ισχυρό γεωπολιτικό αντίκτυπο, οι οποίες τη μεταμορφώνουν σε οικονομικό, τεχνολογικό και ενεργειακό επίπεδο

Η παρουσίαση των στοιχείων του ισοζυγίου πληρωμών α’ τριμήνου 2022 που έγινε από την Τράπεζα της Ελλάδος στο τέλος Μαΐου έκρυβε μια έκπληξη: Οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (ΞΑΕ) στη χώρα μας μέσα σε ένα τρίμηνο πλησίασαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Από την άλλη πλευρά, οι αποεπενδύσεις ξένων από τη χώρα μας δεν ξεπέρασαν τα 150 εκατ. ευρώ. Δημιουργήθηκε έτσι μέσα στους πρώτους τρεις μήνες του έτους ένα (θετικό) απόθεμα ΞΑΕ, της τάξης των 2,35 δισ. ευρώ.

Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 50% των άμεσων ξένων επενδύσεων ολόκληρης της περσινής χρονιάς, ύψους 4,9 δισ. ευρώ. Και καθώς τα κεφάλαια αυτά συνιστούν ιστορικό υψηλό από την εποχή που η χώρα μας εντάχθηκε στην ευρωζώνη, αυτό σημαίνει ότι η οικονομία, οι επιχειρήσεις, αλλά και η κυβέρνηση αισιοδοξούν πως φέτος οδεύουμε προς ένα νέο ιστορικό ρεκόρ ΞΑΕ, πολύ μεγαλύτερο από το περυσινό. Και αυτό συμβαίνει παρά τις δυσμενείς συνθήκες που επιφέρει η ενεργειακή και η ρωσοουκρανική κρίση.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα το τελευταίο διάστημα βρίσκεται στο επίκεντρο μεγάλων οικονομικών, επενδυτικών και άλλων γεωπολιτικών συμφωνιών. Από τη Pfizer και τη Microsoft μέχρι τη Volkswagen και την Deutsche Telekom, η χώρα μας δέχεται ή προετοιμάζεται να δεχθεί ένα «τσουνάμι» ξένων επενδύσεων, που θα τη μεταμορφώσουν σε οικονομικό, τεχνολογικό και ενεργειακό επίπεδο, όπως και ως προορισμό αναψυχής.

pinakas

Η προοπτική αυτή κάνει διεθνείς φορείς και οργανισμούς, αλλά και την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να αισιοδοξούν για τη φετινή πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Το ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα είναι ότι χάρη στην πολιτική αυτή για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες δέχεται μεγάλο αριθμό «greenfield» επενδύσεων. Κατά κανόνα, τα τελευταία 20-30 χρόνια οι ξένοι επενδυτές προτιμούσαν έτοιμα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία απέφεραν άμεσα επιστροφές. Πρόκειται για επενδύσεις που δεν απαιτούσαν ιδιαίτερα υψηλά κεφάλαια.

Αντίθετα, σημαντικές επενδύσεις στην πρακτική οικονομία και μάλιστα με ξένα κεφάλαια η χώρα είχε να δει από τη δεκαετία του ’70, αν όχι του ’60. Είναι η πρώτη φορά που η Microsoft έφερε στη χώρα 70 εκατ. ευρώ, προκειμένου να στήσει τα τρία data centers στα Σπάτα και το Κορωπί. Και αυτά είναι μόνον ένα μέρος της επένδυσης. Το ίδιο κάνει στην Ελλάδα και η Pfizer, η οποία έχει ανοικτή πιστωτική γραμμή με την Ιρλανδία, για να χρηματοδοτεί τα κέντρα της στη Θεσσαλονίκη.

Στην κατηγορία των greenfield επενδύσεων περιλαμβάνονται και εκείνες που στόχο έχουν να καταστήσουν τη χώρα ενεργειακό κόμβο (hub). Πρόκειται για την κατασκευή ενεργειακών μονάδων και δικτύων μεταφοράς ενέργειας, βασισμένων τόσο στον άνθρακα όσο και σε ΑΠΕ.

mitsotakis

Συγκεκριμένα, ο μετασχηματισμός της χώρας σε ενεργειακό κόμβο μπορεί να επιταχυνθεί από τη δημιουργία των νέων πλωτών μονάδων αεριοποίησης LNG στη χώρα μας (FSRU), την ενεργειακή σύνδεση με την Αίγυπτο και την πιθανή δημιουργία του EastMed.

Πλεονέκτημα οι ΑΠΕ

Η υλοποίηση των έργων αυτών όχι μόνο θα συμβάλει στην απεξάρτηση της Ευρώπης από τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας, αλλά επιπλέον θα υποβαθμίσει τον ρόλο της Τουρκίας ως ενδιάμεσης χώρας για να φτάνουν τα ρωσικά ενεργειακά αποθέματα στη χώρα μας και από εκεί στην Ευρώπη (π.χ. TAP, TurkStream).

Σήμερα, σύμφωνα με τη Moody’s, το 26% των εισαγωγών πετρελαίου και το 39% των εισαγωγών φυσικού αερίου της χώρας προέρχονται από τη Ρωσία. Με εξαίρεση δε τη Ρεβυθούσα, το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών φυσικού αερίου γίνεται από Ρωσία και Αζερμπαϊτζάν μέσω της Τουρκίας.

Το μεγαλύτερο, ωστόσο, πλεονέκτημα της χώρας έγκειται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, δηλαδή στον ήλιο και τον αέρα (και όχι μόνον). Οι πόροι αυτοί είναι φθηνοί και πλεονάζουν στη χώρα μας. Πάνω από 40 δισ. ευρώ θα επενδυθούν την επόμενη δεκαετία στη χώρα τόσο από Ελληνες όσο και από ξένους μόνο για τη μετάβασή της από τον άνθρακα στις ΑΠΕ. Εμβληματική επένδυση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι εκείνη της ΔΕΗ με τη γερμανική RWE, που θα επενδύσουν 1 δισ. ευρώ, με στόχο τη δημιουργία ενός γιγαντιαίου δικτύου φωτοβολταϊκών πάρκων, ισχύος 2 GW, στη Δυτική Μακεδονία. Επίσης εμβληματική επένδυση στην ίδια περιοχή θα είναι η μονάδα παραγωγής «πράσινου» υδρογόνου, ύψους 1 δισ. ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη επένδυση θα αποτελέσει η ενεργειακή σύνδεση της Ελλάδας με την Αίγυπτο και το Ισραήλ, την οποία επιδιώκει ο Όμιλος Κοπελούζου και η οποία θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 3,5 δισ. ευρώ.

Η υλοποίηση των έργων όχι μόνο θα συμβάλει στην απεξάρτηση της Ευρώπης από τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας, αλλά και θα υποβαθμίσει τον ρόλο της Τουρκίας ως ενδιάμεσης χώρας


Επενδύσεις όμως δεν γίνονται μόνο στον «καυτό» τομέα της ενέργειας. Η χώρα είναι εξαιρετικά ελκυστική και ως τουριστικός προορισμός. Το σίγουρο είναι ότι οι ξένοι «αγοράζουν» με πεποίθηση Ελλάδα. Αυτό δείχνει η πολύ μεγάλη κινητοποίηση της ισραηλινής αλυσίδας Brown, η οποία τα τελευταία δύο χρόνια έχει δημιουργήσει επτά ξενοδοχειακές μονάδες, ενώ στόχος της είναι μέχρι τα μέσα του 2023 να έχουν λειτουργήσει τουλάχιστον άλλες έξι. Από το ιστορικό «La Mirage» στην Ομόνοια, που έγινε ο «φάρος» της Brown στη Ελλάδα, μέχρι το «Isla Brown Corinthia resort», η εταιρεία έχει επενδύσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για να μπορεί να φιλοξενεί στις μονάδες της χιλιάδες τουρίστες.

Και δεν είναι η μόνη. Νέες ξενοδοχειακές μονάδες θα κατασκευαστούν στο πλαίσιο των αποκρατικοποιήσεων της Αφάντου στη Ρόδο, στις Γούρνες Ηρακλείου, στη Μαρίνα Αλίμου και φυσικά στο Ελληνικό, όπου πλέον ανάβει το «πράσινο φως» για την υλοποίηση project IRC. Πρόκειται για μονάδες με χιλιάδες κρεβάτια, αξίας εκατοντάδων εκατ. ευρώ, που θα δημιουργηθούν με στόχο να φιλοξενήσουν τους επιπλέον τουρίστες που θα αφιχθούν στην Ελλάδα.

Τέλος, υπάρχει μια σειρά παραδοσιακών ξένων επενδύσεων που στόχο έχουν ώριμα περιουσιακά στοιχεία, όπως π.χ. αεροδρόμια, δρόμους, τράπεζες, ακόμη και επιχειρήσεις, όπως έδειξαν οι περιπτώσεις του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, της Εγνατίας, της Eurobank, της Chipita, της Viva Wallet κ.λπ.