Τράπεζες: Ο σχεδιασμός για την αναχαίτιση των επιπτώσεων από τη μείωση επιτοκίων
Επί του θεωρητικού είναι προσώρας οι επιπτώσεις στα έσοδα από τόκους των τραπεζών, λόγω της πτωτικής πορείας των επιτοκίων. Και ενώ η συζήτηση για το θέμα παραμένει επίκαιρη, πιο πολύ από ποτέ μετά τις 3 μειώσεις επιτοκίων σε λιγότερο από ένα εξάμηνο, οι ανησυχίες για την έκταση της επίπτωσης του νέου καθοδικού κύκλου επιτοκίων δεν αφορούν επί της ουσίας τη φετινή χρήση.
Όπως αναφέρουν στο powergame.gr τραπεζικά στελέχη, «η φετινή χρονιά όπως και το 2027 θα είναι από ουδέτερες έως και οριακά επηρεασμένες από τις νέες μειώσεις του επιτοκίου του ευρώ. Η μεγαλύτερη πίεση θα αφορά τη διετία 2025-2026 όπου εκεί η υστέρηση στην πορεία των εσόδων θα γράψει ένα ρυθμό μείωσης, σε ένα πιθανό εύρος έως και 5%. Και ίσως η πιο δύσκολη χρονιά να είναι εν τέλει το 2025», συμπληρώνουν παράγοντες της αγοράς.
Η γραμμή άμυνας των τραπεζών απέναντι σε αυτό που έρχεται, είναι το λεγόμενο hedging, η διαχείριση και αντιστάθμιση του επιτοκιακού κινδύνου, σε συνδυασμό με την αντικατάσταση εσόδων από εργασίες και προϊόντα που θα φέρουν νέα οργανικά έσοδα (από τόκους και προμήθειες). Στο πεδίο αυτό, οι πιο κερδισμένοι της αγοράς θα είναι όσοι έχουν ήδη προνοήσει να στρέψουν το επίκεντρο της δραστηριότητας στο wealth και στο asset management, τομείς που παρουσιάζουν ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον εκ μέρους του κοινού.
Δεν είναι τυχαία η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος των μέσων αποταμιευτών που στο όριο αποταμίευσης και επένδυσης στρέφονται στα αμοιβαία κεφάλαια και άλλες ανάλογες λύσεις, διαφόρων κατηγοριών, για διαφορετικά προφίλ πελατών. Η αγορά αυτή που είναι «στα πάνω της» αναμένεται να στηρίξει τα έσοδα των τραπεζών από προμήθειες και να αντισταθμίσει τις όποιες απώλειες θα έρθουν στα καθαρά έσοδα τόκων εξαιτίας των νέων μειώσεων (τρεις ως τώρα συνολικά, στο 0,75% με πιθανή μία τέταρτη μείωση τον Δεκέμβριο).
Την ίδια στιγμή με την εξεύρεση εσόδων από άλλες πηγές, ο σχεδιασμός των τραπεζών στηρίζεται στην προσδοκία (που για φέτος ειδικά είναι πεποίθηση) της αυξημένης πιστωτικής επέκτασης (κυρίως από την επιχειρηματική πίστη). Περισσότερα δάνεια, περισσότεροι τόκοι, μια εξίσωση που θα αναπληρώσει ένα κομμάτι των απωλειών που θα αρχίσουν να φαίνονται κυρίως από την επόμενη χρονιά.
Διότι το 2024 αναμένεται να κλείσει με την αίσθηση ότι οι ελληνικές τράπεζες βγαίνουν φέτος σχεδόν αλώβητες από τις έως τώρα μειώσεις επιτοκίων. Όταν το 2025 η ΕΚΤ δώσει το νέο σήμα αποκλιμάκωσης, θα έχουν λογικά ολοκληρωθεί μειώσεις 100 μονάδων βάσης και τα επιτόκια του ευρώ θα έχουν υποχωρήσει στο 3%. Υπό το πρίσμα αυτό, το 2025 θα είναι χρονιά πρόκληση για τις τράπεζες που θα έχουν να γεφυρώσουν τα έσοδα που θα χάσουν λόγω της πορείας των ευρωεπιτοκίων προς το 2% για τις αρχές του 2026 και σε αυτό το πλαίσιο, οι μειώσεις εσόδων που θα υπάρξουν, θα πρέπει να αντισταθμισθούν από το μίγμα νέων δανείων και έμφασης σε υπηρεσίες και προϊόντα διαχείρισης περιουσίας.
Τα μηνύματα για τα καθαρά έσοδα τόκων με αφορμή το γ’ τρίμηνο
Σε αυτή τη λογική, θα είναι τα μηνύματα από τις παρουσιάσεις των τραπεζιτών στους αναλυτές για το τρίτο τρίμηνο του έτους (από τη 1η Νοεμβρίου αρχίζει ο χορός της δημοσίευσης αποτελεσμάτων, με την Πειραιώς να κόβει το νήμα) που αναμένεται ισχυρό, στα πλαίσια και τη δυναμική του πρώτου εξαμήνου.
Από καθαρά λογιστική άποψη, το πόσο επηρεάζεται ο κάθε τραπεζικός όμιλος από τις αλλαγές στα επιτόκια έχει σχέση με το sensitivity εκάστου, με τα ποσοστά κατανομής στις καταθέσεις του (από όπου θα έχει κέρδος) και τα αντίστοιχα στα δάνειά του (περισσότερα ενήμερα, περισσότερα δάνεια, περισσότεροι τόκοι). Σε γενικές γραμμές, για κάθε 25 μονάδες βάσης μείωση επιτοκίων (όσο δηλαδή ήταν η τελευταία μείωση της ΕΚΤ) συνολικά τα έντοκα έσοδα των 4 συστημικών τραπεζών μειώνονται γύρω στα συν/πλην 150 εκατ. ευρώ. Για άλλους η επίπτωση μπορεί να είναι 50 εκατ. ευρώ, για άλλους λίγο παραπάνω, λίγο παρακάτω, συνολικά όμως δεν αναμένεται επίπτωση πάνω από 200 εκατ. ευρώ για όλη την αγορά.
Όσο για τους ξένους αναλυτές, μια εκτίμηση σχετική με το θέμα που φέρει την υπογραφή της Goldman Sachs θέλει το ΝΙΙ, τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, να παραμένουν ουδέτερα φέτος, να μειώνονται κατά 5% κατά μέσο όρο το 2025, κατά 2% το 2026 και να ξαναμαζεύονται στο μείον 1% το 2027, επιστρέφοντας στα υψηλά NII.
Όπως αναφέρουν στο powergame.gr τραπεζικά στελέχη, «η φετινή χρονιά όπως και το 2027 θα είναι από ουδέτερες έως και οριακά επηρεασμένες από τις νέες μειώσεις του επιτοκίου του ευρώ. Η μεγαλύτερη πίεση θα αφορά τη διετία 2025-2026 όπου εκεί η υστέρηση στην πορεία των εσόδων θα γράψει ένα ρυθμό μείωσης, σε ένα πιθανό εύρος έως και 5%. Και ίσως η πιο δύσκολη χρονιά να είναι εν τέλει το 2025», συμπληρώνουν παράγοντες της αγοράς.
Η γραμμή άμυνας των τραπεζών απέναντι σε αυτό που έρχεται, είναι το λεγόμενο hedging, η διαχείριση και αντιστάθμιση του επιτοκιακού κινδύνου, σε συνδυασμό με την αντικατάσταση εσόδων από εργασίες και προϊόντα που θα φέρουν νέα οργανικά έσοδα (από τόκους και προμήθειες). Στο πεδίο αυτό, οι πιο κερδισμένοι της αγοράς θα είναι όσοι έχουν ήδη προνοήσει να στρέψουν το επίκεντρο της δραστηριότητας στο wealth και στο asset management, τομείς που παρουσιάζουν ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον εκ μέρους του κοινού.
Δεν είναι τυχαία η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος των μέσων αποταμιευτών που στο όριο αποταμίευσης και επένδυσης στρέφονται στα αμοιβαία κεφάλαια και άλλες ανάλογες λύσεις, διαφόρων κατηγοριών, για διαφορετικά προφίλ πελατών. Η αγορά αυτή που είναι «στα πάνω της» αναμένεται να στηρίξει τα έσοδα των τραπεζών από προμήθειες και να αντισταθμίσει τις όποιες απώλειες θα έρθουν στα καθαρά έσοδα τόκων εξαιτίας των νέων μειώσεων (τρεις ως τώρα συνολικά, στο 0,75% με πιθανή μία τέταρτη μείωση τον Δεκέμβριο).
Την ίδια στιγμή με την εξεύρεση εσόδων από άλλες πηγές, ο σχεδιασμός των τραπεζών στηρίζεται στην προσδοκία (που για φέτος ειδικά είναι πεποίθηση) της αυξημένης πιστωτικής επέκτασης (κυρίως από την επιχειρηματική πίστη). Περισσότερα δάνεια, περισσότεροι τόκοι, μια εξίσωση που θα αναπληρώσει ένα κομμάτι των απωλειών που θα αρχίσουν να φαίνονται κυρίως από την επόμενη χρονιά.
Διότι το 2024 αναμένεται να κλείσει με την αίσθηση ότι οι ελληνικές τράπεζες βγαίνουν φέτος σχεδόν αλώβητες από τις έως τώρα μειώσεις επιτοκίων. Όταν το 2025 η ΕΚΤ δώσει το νέο σήμα αποκλιμάκωσης, θα έχουν λογικά ολοκληρωθεί μειώσεις 100 μονάδων βάσης και τα επιτόκια του ευρώ θα έχουν υποχωρήσει στο 3%. Υπό το πρίσμα αυτό, το 2025 θα είναι χρονιά πρόκληση για τις τράπεζες που θα έχουν να γεφυρώσουν τα έσοδα που θα χάσουν λόγω της πορείας των ευρωεπιτοκίων προς το 2% για τις αρχές του 2026 και σε αυτό το πλαίσιο, οι μειώσεις εσόδων που θα υπάρξουν, θα πρέπει να αντισταθμισθούν από το μίγμα νέων δανείων και έμφασης σε υπηρεσίες και προϊόντα διαχείρισης περιουσίας.
Τα μηνύματα για τα καθαρά έσοδα τόκων με αφορμή το γ’ τρίμηνο
Σε αυτή τη λογική, θα είναι τα μηνύματα από τις παρουσιάσεις των τραπεζιτών στους αναλυτές για το τρίτο τρίμηνο του έτους (από τη 1η Νοεμβρίου αρχίζει ο χορός της δημοσίευσης αποτελεσμάτων, με την Πειραιώς να κόβει το νήμα) που αναμένεται ισχυρό, στα πλαίσια και τη δυναμική του πρώτου εξαμήνου.
Από καθαρά λογιστική άποψη, το πόσο επηρεάζεται ο κάθε τραπεζικός όμιλος από τις αλλαγές στα επιτόκια έχει σχέση με το sensitivity εκάστου, με τα ποσοστά κατανομής στις καταθέσεις του (από όπου θα έχει κέρδος) και τα αντίστοιχα στα δάνειά του (περισσότερα ενήμερα, περισσότερα δάνεια, περισσότεροι τόκοι). Σε γενικές γραμμές, για κάθε 25 μονάδες βάσης μείωση επιτοκίων (όσο δηλαδή ήταν η τελευταία μείωση της ΕΚΤ) συνολικά τα έντοκα έσοδα των 4 συστημικών τραπεζών μειώνονται γύρω στα συν/πλην 150 εκατ. ευρώ. Για άλλους η επίπτωση μπορεί να είναι 50 εκατ. ευρώ, για άλλους λίγο παραπάνω, λίγο παρακάτω, συνολικά όμως δεν αναμένεται επίπτωση πάνω από 200 εκατ. ευρώ για όλη την αγορά.
Όσο για τους ξένους αναλυτές, μια εκτίμηση σχετική με το θέμα που φέρει την υπογραφή της Goldman Sachs θέλει το ΝΙΙ, τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, να παραμένουν ουδέτερα φέτος, να μειώνονται κατά 5% κατά μέσο όρο το 2025, κατά 2% το 2026 και να ξαναμαζεύονται στο μείον 1% το 2027, επιστρέφοντας στα υψηλά NII.
En