Ανησυχητική είναι η πρόβλεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την πορεία του δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως την παρουσίασε η γενική διευθύντριά του, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα. Όπως ανέφερε την περασμένη Τρίτη, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων πολιτικής, ο απλός μέσος όρος του δημόσιου χρέους των κρατών-μελών της ΕΕ εκτιμάται ότι θα υπερδιπλασιαστεί, ξεπερνώντας το 130% του ΑΕΠ έως το 2040.

Σύμφωνα με την επικεφαλής του ΔΝΤ, στις ήδη αυξημένες πιέσεις που δέχονται οι κρατικοί προϋπολογισμοί λόγω των συνταξιοδοτικών και υγειονομικών δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού, καθώς και των αναγκών για την ενεργειακή μετάβαση, προστίθεται πλέον και η ανάγκη για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες.

Το σύνολο των επιπλέον δαπανών στους τομείς αυτούς εκτιμάται ότι θα φθάσει το 5% του ΑΕΠ έως το 2040, γεγονός που εντείνει τις προκλήσεις για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Η ίδια τόνισε ότι, ειδικά οι χώρες που δεν έχουν δημοσιονομικά περιθώρια, θα πρέπει να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους με δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο, παίρνοντας δύσκολες αποφάσεις για αύξηση της φορολογίας ή για μείωση άλλων δημόσιων δαπανών.

Υπογράμμισε επίσης τη σημασία των μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, ώστε να αυξηθούν οι αναιμικοί ρυθμοί ανάπτυξης στις περισσότερες χώρες, ώστε να διευκολυνθούν στην ανάσχεση του χρέους. «Για τη μέση ευρωπαϊκή οικονομία, ακόμη και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν σε μέτριο βαθμό την ανάπτυξη θα μπορούσαν να μειώσουν κατά περίπου ένα πέμπτο την αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή για να τεθεί το χρέος τους σε πτωτική τροχιά. Οσο πιο φιλόδοξες είναι οι αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις, τόσο μικρότερη θα είναι η αναγκαία δημοσιονομική προσπάθεια», είπε.


ΔΝΤ: Το ελληνικό χρέος σε τροχιά αποκλιμάκωσης - Κάτω από Γαλλία και Βέλγιο έως το 2031

Η ανοδική τάση του χρέους της ΕΕ αποτυπώνεται και στις προβλέψεις του Fiscal Monitor ΔΝΤ του Απριλίου. Για το σύνολο της Ευρωζώνης, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 87,1% του ΑΕΠ το 2025 στο 89,7% το 2031. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι με εξαίρεση τέσσερις χώρες - την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ισπανία και την Πορτογαλία - στις υπόλοιπες το χρέος αυξάνεται.

Έτσι, το Ταμείο προβλέπει ότι το 2031 το ελληνικό χρέος θα υπολείπεται όχι μόνο του ιταλικού, κάτι που αναμένεται να συμβεί ήδη εφέτος, αλλά και του γαλλικού και του βελγικού. Θα είναι επίσης πολύ κοντά σε αυτό της Φινλανδίας, η οποία την περασμένη δεκαετία είχε θέσει επανειλημμένα εμπόδια στη χορήγηση δανείων από την ΕΕ στην Ελλάδα για τις δανειακές ανάγκες της.

Συγκεκριμένα, το ΔΝΤ προβλέπει ότι το ελληνικό χρέος θα μειωθεί στο 110,9% του ΑΕΠ το 2031 από 145,7% πέρυσι, ενώ το γαλλικό θα αυξηθεί το ίδιο διάστημα στο 120,7% από 116% και το βελγικό στο 122,3% από 106,3%. Το φινλανδικό χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 100,8% από 89,3% πέρυσι και το ιταλικό να μειωθεί οριακά στο 136,1% από 137,1%.

Το ΔΝΤ και οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης εκτιμούν ότι οι λόγοι που οδήγησαν στη θεαματική μείωση του ελληνικού χρέους από το 210% του ΑΕΠ το 2020 - όπως η ισχυρή ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα, το χαμηλό μέσο επιτόκιο και η μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής - θα συμβάλουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στη μείωσή του και στο μέλλον.

Το προφίλ του ελληνικού χρέους ενισχύθηκε, άλλωστε, και από την ενεργητική διαχείριση του, με την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων από το ΔΝΤ και την επίσπευση της αποπληρωμής των διακρατικών δανείων του πρώτου μνημονίου.

Το ΔΝΤ αναφέρει επίσης ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει την πίεση για αύξηση των αμυντικών δαπανών και συνταξιοδοτικών δαπανών, όπως άλλες χώρες της ΕΕ. Σε αντίθεση με αυτές, το επίπεδο των αμυντικών δαπανών στην Ελλάδα είναι ήδη υψηλό - στο 2,9% του ΑΕΠ το 2025 με βάση τον ορισμό του ΝΑΤΟ - και αναμένεται να παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερό την επόμενη 10ετία, με βάση το 12ετές πρόγραμμα αμυντικού εκσυγχρονισμού, ύψους περίπου 25 δις. ευρώ. Σύμφωνα με έκθεση της Κομισιόν του 2024 για τη Γήρανση του Πληθυσμού, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα, οι οποίες είναι σήμερα υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ, θα μειώνονται, λόγω των αλλαγών που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, μακροπρόθεσμα και θα συγκλίνουν προς τον μέσο όρο της ΕΕ έως το 2027. Οι δαπάνες για την Υγεία προβλέπεται ότι θα αυξάνονται, αλλά με συγκρατημένο ρυθμό που δεν θα δημιουργεί πρόβλημα στην αποκλιμάκωση του χρέους.