Το δημόσιο χρέος στην Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, με το ενδεχόμενο εκτροχιασμού να είναι υπαρκτό αν οι κυβερνήσεις δεν λάβουν άμεσα δραστικά μέτρα για τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, προειδοποιεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε νέα μελέτη που είδε το φως της δημοσιότητας πρόσφατα. Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ υπογραμμίζουν ότι η αποσπασματική προσέγγιση που εφαρμόζουν πολλές ευρωπαϊκές χώρες αρχίζει να ξεπερνά τα όριά της. Οι δημοσιονομικές πιέσεις είναι όλο και πιο έντονες, οδηγούμενες από παράγοντες όπως η γήρανση του πληθυσμού, η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, οι αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες και οι χαμηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης. Στη μελέτη που υπογράφουν οι Λικ Ερό, Μαχίκα Γκάντι, Άντριου Χοτζ, Τζάκομο Ματζιστρέτι, Ίαν Στιούαρτ, Μενγκσουέ Γουάνγκ και Τζιάε Γιου, τονίζεται πως αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα οι μακροπρόθεσμες πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες, το δημόσιο χρέος πολλών ευρωπαϊκών χωρών κινδυνεύει να ακολουθήσει μια «εκρηκτική κατεύθυνση».

Διαβάστε: ΔΝΤ: Προειδοποίηση για εκτίναξη του δημόσιου χρέους στην ΕΕ έως το 2040 - Σε τροχιά αποκλιμάκωσης το ελληνικό χρέος


ΔΝΤ: Προειδοποιεί ότι η Ευρώπη χρειάζεται βαθιές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική προσαρμογή

«Εάν οι μακροπρόθεσμες πιέσεις στις δαπάνες παραμείνουν χωρίς αντιμετώπιση, η δυναμική του χρέους μπορεί να εισέλθει σε εκρηκτική τροχιά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Οι μικρές παρεμβάσεις δεν αρκούν μπροστά στο μέγεθος της απαιτούμενης προσαρμογής και ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε κόπωση από τις μεταρρυθμίσεις», αναφέρουν οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ. Αυτή η τελευταία προειδοποίηση εντάσσεται σε μια σειρά πρόσφατων αναφορών που υπογραμμίζουν τη δημοσιονομική ευαισθησία αρκετών ευρωπαϊκών κρατών. Περισσότερο από δέκα χρόνια μετά την κρίση χρέους που απείλησε να διασπάσει την Ευρωζώνη, οι προβληματισμοί γύρω από την οικονομική σταθερότητα επανέρχονται στο προσκήνιο.

Τώρα οι ανησυχίες επικεντρώνονται σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και το Βέλγιο, όπου το επίπεδο του δημόσιου χρέους έχει φτάσει να ισοδυναμεί ή να υπερβαίνει το μέγεθος της ετήσιας οικονομικής παραγωγής τους. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προτείνει στις κυβερνήσεις να ξεφύγουν από τις βραχυπρόθεσμες λύσεις και να υιοθετήσουν στρατηγικές πιο μακροπρόθεσμες, με στόχο τη σταθεροποίηση και ανάπτυξη. Δηλαδή, αντί να καταφεύγουν σε προσωρινές παρεμβάσεις, να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές που εξασφαλίζουν βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη στο μέλλον. «Οι κυβερνήσεις πρέπει να κινηθούν προς μια πιο συνειδητή και προνοητική στρατηγική, η οποία θα συνδυάζει μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση και, όπου χρειάζεται, πιο βαθιές αποφάσεις σχετικά με την έκταση και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών. Όσο αυξάνεται το κόστος της καθυστέρησης, τόσο πιο εμφανή γίνονται τα οφέλη μιας στρατηγικής προσέγγισης», τονίζεται στην έκθεση.

Χρέος στο 130% του ΑΕΠ έως το 2040

Οι αναλυτές του Ταμείου προβλέπουν ότι μέχρι το 2040 οι κρατικές δαπάνες στις ευρωπαϊκές χώρες θα αυξηθούν κατά περίπου 5% του ΑΕΠ, σε μια περίοδο όπου η οικονομική ανάπτυξη θα παραμένει υποτονική και οι πολιτικές πρωτοβουλίες για αύξηση φόρων ή μεγάλες περικοπές δαπανών θα είναι περιορισμένες. Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, το δημόσιο χρέος αναμένεται να κινηθεί σε μη βιώσιμο επίπεδο, φτάνοντας κατά μέσο όρο το 130% του ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσιο από το σημερινό επίπεδο. Η μελέτη υποδεικνύει ότι ένα «μέτριο» πακέτο μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να καλύψει περίπου το ένα τρίτο του δημοσιονομικού ελλείμματος. Μεγαλύτερη επίδραση θα είχαν οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα και οι πολιτικές που ενισχύουν την οικονομική ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, οι οικονομολόγοι τονίζουν ότι στις περισσότερες χώρες θα χρειαστεί και δημοσιονομική προσαρμογή. «Και οι δύο παρεμβάσεις είναι συνήθως απαραίτητες και συνεπάγονται δύσκολες πολιτικές αποφάσεις. Όσο μεγαλύτερη είναι η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις, τόσο μικρότερη θα είναι η ανάγκη για δημοσιονομική προσαρμογή. Η αποκλειστική όμως στήριξη στις μεταρρυθμίσεις δεν αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών», σημειώνεται.

Πιθανές αλλαγές στο κοινωνικό κράτος

Για τις χώρες με πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, το ΔΝΤ εκτιμά ότι ενδέχεται να απαιτηθούν ακόμη πιο ριζικές παρεμβάσεις, που θα επαναπροσδιορίσουν την έκταση των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος. «Η επανεξέταση του ρόλου του κράτους δεν σημαίνει απαραίτητα υποχώρηση του δημόσιου τομέα ή αποδόμηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Σημαίνει μια ρεαλιστική αξιολόγηση για το ποιες υπηρεσίες είναι προτιμότερο να χρηματοδοτούνται από το Δημόσιο, ποιες μπορούν να παρέχονται αποτελεσματικότερα ή δικαιότερα με μεγαλύτερη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και πώς μπορούν να ανακατανεμηθούν οι σχετικές αρμοδιότητες», αναφέρουν οι οικονομολόγοι.

Η μελέτη τονίζει ότι τα ευρέως φάσματος κοινωνικά προγράμματα, η ελεύθερη πρόσβαση στη δημόσια υγεία και η δωρεάν εκπαίδευση υπήρξαν καθοριστικά για την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα στην Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες μπορεί να οδηγήσουν σε αναθεώρηση ορισμένων πτυχών αυτού του μοντέλου. Το ΔΝΤ αναφέρει παραδείγματα χωρών όπου τέτοιες συζητήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει. Στην Αυστρία και την Κροατία εξετάζονται οι δαπάνες για μισθούς στον δημόσιο τομέα, ενώ στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Νορβηγία υπάρχουν δυνατότητες για καλύτερη στόχευση των κοινωνικών δαπανών. Επιπλέον, στη Γερμανία, τη Σλοβακία και την Τουρκία παρατηρείται σημαντικό περιθώριο για τη μείωση των γενικευμένων επιδοτήσεων στην ενέργεια.

Καταλήγοντας, οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ προειδοποιούν ότι «οι δημοσιονομικές επιλογές θα γίνονται ολοένα πιο περιορισμένες, πιο αμφιλεγόμενες και πιο κρίσιμες. Η συνέχιση της αποσπασματικής ή αντιδραστικής αντιμετώπισης των προκλήσεων, την οποία έχουν υιοθετήσει πολλές χώρες μέχρι σήμερα, έχει πλέον φτάσει στα όριά της».