Σε μια νέα αναπτυξιακή εποχή εισέρχεται η Δυτική Μακεδονία, καθώς η επόμενη ημέρα δεν συνδέεται πλέον αποκλειστικά με την απολιγνιτοποίηση, αλλά με τη δημιουργία ενός σύγχρονου παραγωγικού και τεχνολογικού οικοσυστήματος. Στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκεται το mega data center που προωθεί η ΔΕΗ στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου στην Κοζάνη, σε συνδυασµό µε επενδύσεις σε Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας, αποθήκευση, ευέλικτη ηλεκτροπαραγωγή, δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υποδοµές.

Διαβάστε: ∆υτική Μακεδονία: Από τον λιγνίτη στα data centers της ΔΕΗ - Ο νέος πυλώνας ανάπτυξης για την περιοχή


Τι σημαίνει η απολιγνιτοποίηση για τη Δυτική Μακεδονία

Ο όµιλος σε ανακοίνωσή του αναφέρει πως «η απολιγνιτοποίηση δεν αποτελεί µια βίαιη αποχώρηση της ∆ΕΗ από τη ∆υτική Μακεδονία, αλλά µια βαθιά, δοµική και υψηλής προστιθέµενης αξίας δέσµευση για την περιβαλλοντική και οικονοµική αναγέννηση της περιοχής. Η εταιρεία υλοποιεί ένα πρωτοφανές σε µέγεθος πρόγραµµα αποκατάστασης εδαφών και αποσύρσεων, πραγµατοποιώντας σηµαντικές επενδύσεις για να αναβαθµίσει περιβαλλοντικά και να επαναφέρει σε παραγωγική χρήση τις εκτάσεις όπου αναπτύχθηκε η εξορυκτική δραστηριότητα επί δεκαετίες». Μέχρι σήµερα έχουν αποκατασταθεί πλήρως πάνω από 80.000 στρέµµατα πρώην λιγνιτωρυχείων. Από αυτά περίπου 55.000 στρέµµατα παραχωρούνται σταδιακά στο ελληνικό ∆ηµόσιο µέσω της εταιρείας ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΕ.


Η ΔΕΗ ως ο μεγαλύτερος επενδυτής στον τομέα της καθαρής και ευέλικτης ενέργειας

Την ίδια στιγμή, η ΔΕΗ ενισχύει την παρουσία της στη Δυτική Μακεδονία, δρομολογώντας επενδύσεις που την καθιστούν τον μεγαλύτερο επενδυτή στον τομέα της καθαρής και ευέλικτης ενέργειας. Η ολοκλήρωση της κατασκευής φωτοβολταϊκών πάρκων συνολικής ισχύος 2,13 GW, σε συνδυασµό µε τις µεγάλες επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, µεταµορφώνει την περιοχή στο µεγαλύτερο και πιο σύγχρονο κέντρο πράσινης και ευέλικτης παραγωγής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Όσον αφορά την ηλεκτροπαραγωγή, η ∆ΕΗ διασφαλίζει την οµαλή και δυναµική εξέλιξη των υφιστάµενων υποδοµών της. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη ξεκινήσει η µετατροπή της µονάδας «Πτολεµαΐδα V» σε µια καθαρή µονάδα φυσικού αερίου συνδυασµένου κύκλου. Η νέα αυτή επένδυση, η οποία προγραµµατίζεται να τεθεί σε λειτουργία στις αρχές του 2028 ως ανοιχτού κύκλου και το 2029 ως συνδυασµένου, θα παρέχει ευέλικτη ισχύ, διατηρώντας παράλληλα εξειδικευµένο τεχνικό προσωπικό στην περιοχή και εξασφαλίζοντας τη µακροχρόνια αξιοποίηση του σταθµού.

Παράλληλα µε τη µετατροπή των µεγάλων µονάδων, η ∆ΕΗ αναπτύσσει ένα ευρύτατο πλέγµα συµπληρωµατικών τεχνολογιών αιχµής, που καθιερώνουν τη ∆υτική Μακεδονία ως πρότυπο ενεργειακό κόµβο:

• Σε αυτές περιλαµβάνεται η σύγχρονη µονάδα Συµπαραγωγής Ηλεκτρισµού και Θερµότητας Υψηλής Αποδοτικότητας (ΣΗΘΥΑ), η οποία θα εξασφαλίσει τη βιώσιµη, απρόσκοπτη και οικονοµική τηλεθέρµανση των πόλεων της περιοχής, έργο το οποίο αναµένεται να τεθεί σε λειτουργία στο τέλος του 2026.

• Επιπλέον, επενδύοντας και σε νέες καθαρές τεχνολογίες ενέργειας, η ∆ΕΗ, µέσω της κοινοπραξίας Hellenic Hydrogen, συµµετέχει στην πρώτη βιοµηχανικής κλίµακας µονάδα παραγωγής υδρογόνου από ανανεώσιµες πηγές στο Αµύνταιο. Αξίζει να σηµειωθεί ότι τόσο η νέα µονάδα ΣΗΘΥΑ όσο και η υπό µετατροπή «Πτολεµαΐδα V» έχουν σχεδιαστεί µε τις πλέον σύγχρονες προδιαγραφές ώστε να είναι έτοιµες να λειτουργήσουν εν µέρει µε πράσινο υδρογόνο (hydrogenready), επιταχύνοντας την ενεργειακή µετάβαση.

• Ταυτόχρονα, για τη θωράκιση του ηλεκτρικού δικτύου απέναντι στις προκλήσεις της πράσινης µετάβασης, στον ΑΗΣ Καρδιάς οι παλαιές γεννήτριες θα µετατραπούν σε σύγχρονους πυκνωτές που συµβάλλουν σηµαντικά στην εξισορρόπηση του συστήµατος υπερυψηλής τάσης, αξιοποιώντας µε τον καλύτερο τρόπο τις υφιστάµενες υποδοµές.

Συνολικά, µέσω του στρατηγικού επενδυτικού πλάνου του Οµίλου ∆ΕΗ, ύψους 5,75 δισ. €, οι πρώην λιγνιτικές εκτάσεις στη ∆υτική Μακεδονία θα µεταµορφωθούν σε έναν τεχνολογικό και πράσινο ενεργειακό κόµβο για τη χώρα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.


Ψηφιακό μέλλον

Η πιο σηµαντική εξέλιξη για την επόµενη µέρα της ∆υτικής Μακεδονίας είναι η απόφαση της ∆ΕΗ να ξεκινήσει εντός του έτους την κατασκευή ενός mega data center στην περιοχή. Σε πρώτη φάση θα κατασκευαστεί ένα mega data center ισχύος 300 MW στον ΑΗΣ Αγίου ∆ηµητρίου, µια µεγάλη επένδυση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία µπορεί να ολοκληρωθεί σε δύο χρόνια από την έναρξη κατασκευής. Το αρχικό έργο των 300 MW θα έχει τη δυνατότητα επέκτασης σε 1.000 MW (giga data center) κατόπιν δέσµευσης από hyperscalers.

Το συνολικό ύψος της επένδυσης υπολογίζεται περίπου στα 3,5 δισ. ευρώ (µε προοπτική στο µέλλον να ξεπεράσει και τα 10 δισ. ευρώ). Από αυτό το ποσό η συµµετοχή της ∆ΕΗ εκτιµάται ότι θα διαµορφωθεί κοντά στο 1,2 δισ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο -περίπου 2,3 δισ. €- θα συνδεθεί µε τη συµµετοχή στρατηγικών εταίρων και τη χρηµατοδοτική αρχιτεκτονική του έργου. Για τον σκοπό αυτόν, η διοίκηση της ∆ΕΗ βρίσκεται σε συζητήσεις µε µεγάλους διεθνείς παρόχους cloud και ψηφιακών υπηρεσιών. Στον τοµέα αυτό µεγαλύτεροι «παίκτες» είναι η Google, η Meta, η AWS του Οµίλου Amazon και η Microsoft.

Τα οφέλη από τη λειτουργία µιας τέτοιας υποδοµής για την τοπική κοινωνία και την οικονοµία της ∆υτικής Μακεδονίας είναι πολυεπίπεδα. Κατά τη φάση της κατασκευής και της πλήρους λειτουργίας του έργου αναµένεται να δηµιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Το σηµαντικότερο είναι ότι αυτές οι θέσεις εργασίας αφορούν εξειδικευµένο επιστηµονικό και τεχνικό προσωπικό στον τοµέα των κατασκευών, της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας.


Κατανάλωση νερού

Απέναντι σε τυχόν επιφυλάξεις ή κριτική σχετικά µε την κατανάλωση νερού για τις ανάγκες ψύξης των data centers, τα επίσηµα τεχνικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι η νέα δραστηριότητα αποτελεί πρότυπο ορθολογικής διαχείρισης και προστασίας των υδάτινων πόρων. Συγκεκριµένα, η αρχικά αδειοδοτηµένη ετήσια κατανάλωση νερού για τον ΑΗΣ Αγίου ∆ηµητρίου ανερχόταν σε 30.000.000 κυβικά µέτρα, ενώ η αντίστοιχη αδειοδότηση για το σύνολο των ΑΗΣ του Λεκανοπεδίου ανερχόταν σε 70.000.000 κ.µ. Αντιθέτως, η εκτιµώµενη ετήσια κατανάλωση νερού για τη λειτουργία του νέου mega data center υπολογίζεται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 400.000 κ.µ. το έτος. Η ποσότητα αυτή αντιπροσωπεύει µόλις το 0,6% του νερού που απαιτούσε η παλαιά λιγνιτική δραστηριότητα. Αυτή η εντυπωσιακή εξοικονόµηση επιτυγχάνεται διότι το σύστηµα ψύξης του data center θα λειτουργεί ως κλειστό, ανακυκλούµενο κύκλωµα, µε τη χρήση πρόσθετου νερού να προβλέπεται ως ενισχυτική αποκλειστικά και µόνο σε ακραίες συνθήκες υψηλών θερµοκρασιών περιβάλλοντος.