Ελαιόλαδο: Στα αζήτητα ο "πράσινος χρυσός" της Ελλάδας - Αδιάθετοι στους συνεταιρισμούς χιλιάδες τόνοι, ζητούνται ουσιαστικές παρεμβάσεις
Παρατεταμένη η κρίση, σε στασιμότητα η αγορά
Από την Κρήτη και την Πελοπόννησο μέχρι τη Στερεά Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά, χιλιάδες τόνοι ελαιολάδου παραμένουν αδιάθετοι στους συνεταιρισμούς, ενώ η εμπορική δραστηριότητα κινείται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς
Το ελληνικό ελαιόλαδο, ένα από τα σημαντικότερα αγροτικά προϊόντα της χώρας και βασικός πυλώνας της πρωτογενούς παραγωγής, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια παρατεταμένη κρίση, που δεν περιορίζεται μόνο σε μία περιφέρεια, αλλά επηρεάζει σχεδόν το σύνολο των ελαιοπαραγωγικών περιοχών της Ελλάδας. Από την Κρήτη και την Πελοπόννησο μέχρι τη Στερεά Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά, χιλιάδες τόνοι ελαιόλαδου παραμένουν αδιάθετοι στις αποθήκες συνεταιρισμών, ενώ η εμπορική δραστηριότητα κινείται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς και οι τιμές που προσφέρονται σε πολλές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται ούτε στο κόστος παραγωγής.
Παρά το γεγονός ότι η ποιότητα του ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου εξακολουθεί να αναγνωρίζεται διεθνώς, οι παραγωγοί βλέπουν για ακόμα μία χρονιά την αξία του προϊόντος τους να υποχωρεί μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Η περιορισμένη ζήτηση, η εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από τις χύμα εξαγωγές, οι διεθνείς εμπορικές ισορροπίες, αλλά και η απουσία ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδιασμού για την εμπορία και την προώθηση του προϊόντος συνθέτουν μια δύσκολη πραγματικότητα, που δοκιμάζει την αντοχή ολόκληρου του κλάδου.
Μιλώντας με αγροτικούς συνεταιρισμούς, διαπιστώσαμε ότι το πρόβλημα αποκτά ακόμα μεγαλύτερη διάσταση στις περιοχές που η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος και στηρίζει την τοπική οικονομία. Η έλλειψη ρευστότητας, η αδυναμία διάθεσης των αποθεμάτων και η πίεση που ασκείται στις τιμές δημιουργούν έντονο προβληματισμό στους παραγωγούς, οι οποίοι ζητούν ουσιαστικές παρεμβάσεις και μια στρατηγική που θα επιτρέψει στο ελληνικό ελαιόλαδο να αξιοποιήσει την πραγματική του αξία στις διεθνείς αγορές.
Εδώ και δεκαετίες, σημαντικό μέρος της ελληνικής παραγωγής εξάγεται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, όπου τυποποιείται και στη συνέχεια διατίθεται στις διεθνείς αγορές με ξένες εμπορικές επωνυμίες. Το μοντέλο αυτό έχει δημιουργήσει μια διαχρονική εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από τις ανάγκες και τις επιλογές των μεγάλων αγοραστών του εξωτερικού. Όταν η ζήτηση περιορίζεται ή όταν οι επιχειρήσεις αυτές στρέφονται σε εναλλακτικές πηγές προμήθειας, όπως ελαιόλαδο από τρίτες χώρες, η πίεση μεταφέρεται άμεσα στους Ελληνες παραγωγούς, οι οποίοι καλούνται να διαθέσουν το προϊόν τους σε χαμηλότερες τιμές ή να το διατηρήσουν αδιάθετο στις αποθήκες τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης και πιστοποιημένος ελαιογνώστης στην Terra Creta, Μανώλης Καρπαδάκης, μιλώντας στα «Π», εξηγεί ότι η εικόνα της αγοράς διαμορφώνεται από έναν συνδυασμό διεθνών οικονομικών και γεωπολιτικών παραγόντων, οι οποίοι έχουν περιορίσει τη ζήτηση για το ελληνικό ελαιόλαδο, ιδιαίτερα στις αγορές του εξωτερικού. «Η αγορά έχει εμφανίσει μiα μικρή κάμψη ως προς τη ζήτηση του προϊόντος, ιδιαίτερα στο εξωτερικό. Αυτό είναι αποτέλεσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων και της ανασφάλειας που επικρατεί στους καταναλωτές, κυρίως στην ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος των μεταφορών και οι μεγαλύτεροι χρόνοι παράδοσης επηρεάζουν τις αποφάσεις των δικτύων διανομής και, κατ’ επέκταση, τη ζήτηση», επισημαίνει.
Όπως αναφέρει, ένα από τα διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς είναι ότι εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις χύμα εξαγωγές, γεγονός που περιορίζει την προστιθέμενη αξία που παραμένει στη χώρα και καθιστά τους παραγωγούς ευάλωτους στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. «Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού ελαιολάδου εξάγεται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία. Ο λόγος είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταφέρει ως χώρα να δημιουργήσουμε αγορές που να μπορούν να απορροφήσουν το σύνολο της παραγωγής του ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου ως τυποποιημένο προϊόν. Περίπου το 40% της παραγωγής απορροφάται από την εγχώρια αγορά, ένα ποσοστό περίπου 25% διατίθεται τυποποιημένο και το υπόλοιπο εξάγεται χύμα. Αυτή η ποσότητα, που είναι μεγαλύτερη από τις τυποποιημένες εξαγωγές, επηρεάζει συνολικά τις τιμές παραγωγού και δημιουργεί αστάθεια όταν χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία ή ακόμα και η Γερμανία περιορίζουν τη ζήτησή τους».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια ο ανταγωνισμός έχει ενταθεί σημαντικά, καθώς χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως η Τουρκία και η Τυνησία, έχουν αυξήσει αισθητά την παραγωγή τους και διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο τόσο στην αγορά του τυποποιημένου όσο και του χύμα ελαιολάδου. «Οι χώρες αυτές διαθέτουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής σε σχέση με την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρωπαϊκή Ενωση. Παράλληλα, μέρος των εισαγωγών τους στην ευρωπαϊκή αγορά πραγματοποιείται αδασμολόγητα, γεγονός που δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη πίεση στις τιμές. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η Ελλάδα πρέπει να επισπεύσει τον σχεδιασμό της για την ανάπτυξη νέων αγορών που θα απορροφούν το ελληνικό τυποποιημένο ελαιόλαδο και να μη βασίζεται στο να περιμένει έναν Ιταλό ή έναν Ισπανό έμπορο να αγοράσει το χύμα προϊόν μας. Μόνο έτσι η προστιθέμενη αξία θα παραμείνει στη χώρα».
Παράλληλα, ο κ. Καρπαδάκης αναφέρεται και σε ακόμα δύο στρεβλώσεις που, όπως υποστηρίζει, επηρεάζουν την ελληνική αγορά. Από τη μία πλευρά, κάνει λόγο για τη διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ελαιολάδου σε τενεκέδες απευθείας προς τους καταναλωτές, μια πρακτική που, όπως σημειώνει, είναι παράνομη όταν αφορά συσκευασίες άνω των πέντε λίτρων και αλλοιώνει την πραγματική εικόνα της αγοράς. Από την άλλη, επισημαίνει ότι ο κλάδος της εστίασης θα μπορούσε να απορροφήσει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου, κάτι που μέχρι σήμερα δεν συμβαίνει στον βαθμό που θα μπορούσε. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, η παγκόσμια κατανάλωση ελαιολάδου ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία τα τελευταία σαράντα χρόνια και αυτή είναι μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα να διεκδικήσει νέες αγορές με το τυποποιημένο ελληνικό ελαιόλαδο, πριν καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση από ανταγωνιστικά και συχνά υποδεέστερης ποιότητας προϊόντα.
Όπως επισημαίνει, μετά την έντονη άνοδο των τιμών την περίοδο 2023 με 2024, ακολούθησε σημαντική πτώση, με αποτέλεσμα σήμερα οι τιμές παραγωγού να βρίσκονται κάτω από το κόστος παραγωγής. «Αυτή την περίοδο η ζήτηση είναι σχεδόν μηδενική, ενώ υπάρχει μεγάλη προσφορά και αυτό πιέζει τις τιμές προς τα κάτω. Όταν ο παραγωγός έχει πληρώσει εργατικά, λιπάσματα, άρδευση και όλα τα έξοδα της καλλιέργειας, αλλά δεν μπορεί να διαθέσει το προϊόν του, ουσιαστικά δεν μπορεί να εισπράξει τον κόπο του», αναφέρει, σημειώνοντας ότι το πρόβλημα επηρεάζει τόσο τους συνεταιρισμούς όσο και το σύνολο των ελαιοπαραγωγών. Παράλληλα, κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τις επαφές που έχει πραγματοποιήσει με ανθρώπους του κλάδου, η κρίση στην αγορά του ελαιολάδου δεν αφορά μόνο την Κρήτη, αλλά καταγράφεται σε ολόκληρη τη χώρα.
Ως προς τα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν, ο κ. Γουρνιεζάκης θεωρεί ότι η Πολιτεία θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην εξωστρέφεια του ελληνικού ελαιολάδου. «Χρειάζονται οργανωμένες δράσεις προβολής στο εξωτερικό, ημερίδες, εκθέσεις και συναντήσεις με εμπόρους, διανομείς και μεγάλες αλυσίδες λιανικής, ώστε να δημιουργηθούν νέες συνεργασίες και να γίνει ευκολότερη η διάθεση του κρητικού και γενικότερα του ελληνικού ελαιολάδου στις διεθνείς αγορές».
Την ίδια στιγμή, τονίζει ότι εξίσου σημαντικό είναι να υπάρξουν κίνητρα για την προσέλκυση νέων ανθρώπων στην ελαιοκαλλιέργεια. Οπως επισημαίνει, η πλειονότητα των παραγωγών είναι σήμερα ηλικίας άνω των 50 ετών, ενώ οι νεότερες γενιές απομακρύνονται από τον πρωτογενή τομέα λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας. «Οι νέοι χρειάζονται τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για ένα βιώσιμο επάγγελμα με προοπτική. Όσο αυτή η ανασφάλεια παραμένει, τόσο δυσκολότερο θα είναι να υπάρξει ανανέωση του παραγωγικού δυναμικού», καταλήγει.
Παρά το γεγονός ότι η ποιότητα του ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου εξακολουθεί να αναγνωρίζεται διεθνώς, οι παραγωγοί βλέπουν για ακόμα μία χρονιά την αξία του προϊόντος τους να υποχωρεί μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Η περιορισμένη ζήτηση, η εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από τις χύμα εξαγωγές, οι διεθνείς εμπορικές ισορροπίες, αλλά και η απουσία ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδιασμού για την εμπορία και την προώθηση του προϊόντος συνθέτουν μια δύσκολη πραγματικότητα, που δοκιμάζει την αντοχή ολόκληρου του κλάδου.
Μιλώντας με αγροτικούς συνεταιρισμούς, διαπιστώσαμε ότι το πρόβλημα αποκτά ακόμα μεγαλύτερη διάσταση στις περιοχές που η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος και στηρίζει την τοπική οικονομία. Η έλλειψη ρευστότητας, η αδυναμία διάθεσης των αποθεμάτων και η πίεση που ασκείται στις τιμές δημιουργούν έντονο προβληματισμό στους παραγωγούς, οι οποίοι ζητούν ουσιαστικές παρεμβάσεις και μια στρατηγική που θα επιτρέψει στο ελληνικό ελαιόλαδο να αξιοποιήσει την πραγματική του αξία στις διεθνείς αγορές.
Ελαιόλαδο: Σε στασιμότητα η αγορά - Περιορισμένο το ενδιαφέρον των εμπόρων
Ο Ελευθέριος Βαρδουλάκης, πρόεδρος του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Παλαιόχωρας Κρήτης, μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», περιγράφει μια αγορά που παραμένει ουσιαστικά στάσιμη, με ποσότητες ελαιολάδου να εξακολουθούν να βρίσκονται στις αποθήκες των συνεταιρισμών, καθώς το ενδιαφέρον από τους εμπόρους είναι περιορισμένο. Όπως εξηγεί, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις χύμα εξαγωγές και τις κινήσεις των μεγάλων εμπορικών αγορών του εξωτερικού, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη ζήτηση και τη διαμόρφωση των τιμών. Σύμφωνα με τον ίδιο, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η παρουσία ελαιολάδου από τρίτες χώρες στην ευρωπαϊκή αγορά. «Πιστεύω ότι η κατάσταση διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από όσα συμβαίνουν στην αγορά της Ισπανίας, ενώ η είσοδος του τυνησιακού ελαιολάδου έχει επηρεάσει σημαντικά την εικόνα της αγοράς. Εμείς διαθέτουμε το προϊόν μας απευθείας σε εμπόρους χονδρικής, όμως αυτή την περίοδο δεν υπάρχει ζήτηση. Για να αλλάξει η κατάσταση, πρέπει να ανοίξουν νέες αγορές και εκτός Ευρώπης, ώστε να δημιουργηθεί μεγαλύτερη ζήτηση για το ελληνικό ελαιόλαδο», αναφέρει χαρακτηριστικά.Η ελληνική αγορά εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις χύμα εξαγωγές και τις κινήσεις των μεγάλων εμπορικών αγορών του εξωτερικού, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη ζήτηση και τη διαμόρφωση των τιμών, Ελευθέριος Βαρδουλάκης, Πρόεδρος του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Παλαιοχώρας Κρήτης
Εδώ και δεκαετίες, σημαντικό μέρος της ελληνικής παραγωγής εξάγεται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, όπου τυποποιείται και στη συνέχεια διατίθεται στις διεθνείς αγορές με ξένες εμπορικές επωνυμίες. Το μοντέλο αυτό έχει δημιουργήσει μια διαχρονική εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από τις ανάγκες και τις επιλογές των μεγάλων αγοραστών του εξωτερικού. Όταν η ζήτηση περιορίζεται ή όταν οι επιχειρήσεις αυτές στρέφονται σε εναλλακτικές πηγές προμήθειας, όπως ελαιόλαδο από τρίτες χώρες, η πίεση μεταφέρεται άμεσα στους Ελληνες παραγωγούς, οι οποίοι καλούνται να διαθέσουν το προϊόν τους σε χαμηλότερες τιμές ή να το διατηρήσουν αδιάθετο στις αποθήκες τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης και πιστοποιημένος ελαιογνώστης στην Terra Creta, Μανώλης Καρπαδάκης, μιλώντας στα «Π», εξηγεί ότι η εικόνα της αγοράς διαμορφώνεται από έναν συνδυασμό διεθνών οικονομικών και γεωπολιτικών παραγόντων, οι οποίοι έχουν περιορίσει τη ζήτηση για το ελληνικό ελαιόλαδο, ιδιαίτερα στις αγορές του εξωτερικού. «Η αγορά έχει εμφανίσει μiα μικρή κάμψη ως προς τη ζήτηση του προϊόντος, ιδιαίτερα στο εξωτερικό. Αυτό είναι αποτέλεσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων και της ανασφάλειας που επικρατεί στους καταναλωτές, κυρίως στην ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος των μεταφορών και οι μεγαλύτεροι χρόνοι παράδοσης επηρεάζουν τις αποφάσεις των δικτύων διανομής και, κατ’ επέκταση, τη ζήτηση», επισημαίνει.
Όπως αναφέρει, ένα από τα διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς είναι ότι εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις χύμα εξαγωγές, γεγονός που περιορίζει την προστιθέμενη αξία που παραμένει στη χώρα και καθιστά τους παραγωγούς ευάλωτους στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. «Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού ελαιολάδου εξάγεται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία. Ο λόγος είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταφέρει ως χώρα να δημιουργήσουμε αγορές που να μπορούν να απορροφήσουν το σύνολο της παραγωγής του ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου ως τυποποιημένο προϊόν. Περίπου το 40% της παραγωγής απορροφάται από την εγχώρια αγορά, ένα ποσοστό περίπου 25% διατίθεται τυποποιημένο και το υπόλοιπο εξάγεται χύμα. Αυτή η ποσότητα, που είναι μεγαλύτερη από τις τυποποιημένες εξαγωγές, επηρεάζει συνολικά τις τιμές παραγωγού και δημιουργεί αστάθεια όταν χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία ή ακόμα και η Γερμανία περιορίζουν τη ζήτησή τους».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια ο ανταγωνισμός έχει ενταθεί σημαντικά, καθώς χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως η Τουρκία και η Τυνησία, έχουν αυξήσει αισθητά την παραγωγή τους και διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο τόσο στην αγορά του τυποποιημένου όσο και του χύμα ελαιολάδου. «Οι χώρες αυτές διαθέτουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής σε σχέση με την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρωπαϊκή Ενωση. Παράλληλα, μέρος των εισαγωγών τους στην ευρωπαϊκή αγορά πραγματοποιείται αδασμολόγητα, γεγονός που δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη πίεση στις τιμές. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η Ελλάδα πρέπει να επισπεύσει τον σχεδιασμό της για την ανάπτυξη νέων αγορών που θα απορροφούν το ελληνικό τυποποιημένο ελαιόλαδο και να μη βασίζεται στο να περιμένει έναν Ιταλό ή έναν Ισπανό έμπορο να αγοράσει το χύμα προϊόν μας. Μόνο έτσι η προστιθέμενη αξία θα παραμείνει στη χώρα».
Παράλληλα, ο κ. Καρπαδάκης αναφέρεται και σε ακόμα δύο στρεβλώσεις που, όπως υποστηρίζει, επηρεάζουν την ελληνική αγορά. Από τη μία πλευρά, κάνει λόγο για τη διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ελαιολάδου σε τενεκέδες απευθείας προς τους καταναλωτές, μια πρακτική που, όπως σημειώνει, είναι παράνομη όταν αφορά συσκευασίες άνω των πέντε λίτρων και αλλοιώνει την πραγματική εικόνα της αγοράς. Από την άλλη, επισημαίνει ότι ο κλάδος της εστίασης θα μπορούσε να απορροφήσει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου, κάτι που μέχρι σήμερα δεν συμβαίνει στον βαθμό που θα μπορούσε. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, η παγκόσμια κατανάλωση ελαιολάδου ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία τα τελευταία σαράντα χρόνια και αυτή είναι μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα να διεκδικήσει νέες αγορές με το τυποποιημένο ελληνικό ελαιόλαδο, πριν καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση από ανταγωνιστικά και συχνά υποδεέστερης ποιότητας προϊόντα.
Η Ελλάδα πρέπει να επισπεύσει τον σχεδιασμό της για την ανάπτυξη νέων αγορών που θα απορροφούν το ελληνικό τυποποιημένο ελαιόλαδο και να μη βασίζεται στο να περιμένει έναν Ιταλό ή έναν Ισπανό έμπορο να αγοράσει το χύμα προϊόν μας, Μανώλης Καρπαδάκης, Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης και πιστοποιημένος ελαιογνώστης στην Terra Creta
Μέτρα
Στο ζήτημα των παρεμβάσεων που απαιτούνται για την ενίσχυση του κλάδου αναφέρεται ο πρόεδρος του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Βιάννου, Χαρίλαος Γουρνιεζάκης, ο οποίος μιλώντας στα «Π» υπογραμμίζει ότι η σημερινή εικόνα της αγοράς έχει οδηγήσει πολλούς παραγωγούς σε οικονομικό αδιέξοδο.Όπως επισημαίνει, μετά την έντονη άνοδο των τιμών την περίοδο 2023 με 2024, ακολούθησε σημαντική πτώση, με αποτέλεσμα σήμερα οι τιμές παραγωγού να βρίσκονται κάτω από το κόστος παραγωγής. «Αυτή την περίοδο η ζήτηση είναι σχεδόν μηδενική, ενώ υπάρχει μεγάλη προσφορά και αυτό πιέζει τις τιμές προς τα κάτω. Όταν ο παραγωγός έχει πληρώσει εργατικά, λιπάσματα, άρδευση και όλα τα έξοδα της καλλιέργειας, αλλά δεν μπορεί να διαθέσει το προϊόν του, ουσιαστικά δεν μπορεί να εισπράξει τον κόπο του», αναφέρει, σημειώνοντας ότι το πρόβλημα επηρεάζει τόσο τους συνεταιρισμούς όσο και το σύνολο των ελαιοπαραγωγών. Παράλληλα, κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τις επαφές που έχει πραγματοποιήσει με ανθρώπους του κλάδου, η κρίση στην αγορά του ελαιολάδου δεν αφορά μόνο την Κρήτη, αλλά καταγράφεται σε ολόκληρη τη χώρα.
Όταν ο παραγωγός έχει πληρώσει εργατικά, λιπάσματα, άρδευση και όλα τα έξοδα της καλλιέργειας, αλλά δεν μπορεί να διαθέσει το προϊόν του, ουσιαστικά δεν μπορεί να εισπράξει τον κόπο του Χαρίλαος Γουρνιεζάκης, Πρόεδρος του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Βιάννου
Ως προς τα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν, ο κ. Γουρνιεζάκης θεωρεί ότι η Πολιτεία θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην εξωστρέφεια του ελληνικού ελαιολάδου. «Χρειάζονται οργανωμένες δράσεις προβολής στο εξωτερικό, ημερίδες, εκθέσεις και συναντήσεις με εμπόρους, διανομείς και μεγάλες αλυσίδες λιανικής, ώστε να δημιουργηθούν νέες συνεργασίες και να γίνει ευκολότερη η διάθεση του κρητικού και γενικότερα του ελληνικού ελαιολάδου στις διεθνείς αγορές».
Την ίδια στιγμή, τονίζει ότι εξίσου σημαντικό είναι να υπάρξουν κίνητρα για την προσέλκυση νέων ανθρώπων στην ελαιοκαλλιέργεια. Οπως επισημαίνει, η πλειονότητα των παραγωγών είναι σήμερα ηλικίας άνω των 50 ετών, ενώ οι νεότερες γενιές απομακρύνονται από τον πρωτογενή τομέα λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας. «Οι νέοι χρειάζονται τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για ένα βιώσιμο επάγγελμα με προοπτική. Όσο αυτή η ανασφάλεια παραμένει, τόσο δυσκολότερο θα είναι να υπάρξει ανανέωση του παραγωγικού δυναμικού», καταλήγει.
En