Η μείωση του δημόσιου χρέους αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα πίσω από τις τρεις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας από το 2022, σύμφωνα με νέα έκθεση της Fitch, η οποία εξετάζει παράλληλα την πορεία της Κύπρου και της Πορτογαλίας. Ο διεθνής οίκος επισημαίνει ότι και στις τρεις οικονομίες οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ αποκλιμακώθηκαν με μεγάλη ταχύτητα από τα υψηλά επίπεδα του 2020, υποχωρώντας αισθητά ακόμη και σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο. Η εξέλιξη διαφοροποιείται από την εικόνα στο σύνολο της Ευρωζώνης, όπου η πρόοδος στη μείωση του χρέους ήταν πολύ πιο περιορισμένη. 

Διαβάστε: Πιερρακάκης: "Με τις πρόωρες αποπληρωμές εξουδετερώνουμε τη δημοσιονομική νάρκη του 2032 από τώρα, δεν θα στείλουμε τον λογαριασμό στα παιδιά μας" (Βίντεο)

Fitch για δημόσιο χρέος: Από το 209% στο 146% του ΑΕΠ για την Ελλάδα

Η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη απόλυτη αποκλιμάκωση μεταξύ των τριών χωρών, καθώς το δημόσιο χρέος μειώθηκε από περίπου 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146% το 2025. Η Fitch προβλέπει ότι η καθοδική πορεία θα συνεχιστεί, οδηγώντας τον δείκτη στο 125% έως το 2029. Σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία, το ελληνικό χρέος βρίσκεται περίπου 37 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα, την ώρα που στο σύνολο της Ευρωζώνης παραμένει περίπου τέσσερις μονάδες υψηλότερα.

Καθοριστική συμβολή είχε η ισχυρή ανάπτυξη. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 22% την περίοδο 2021-2025, έναντι περίπου 13,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Fitch, μόνο η επίδραση της ανάπτυξης συνέβαλε στη μείωση του ελληνικού χρέους κατά 36 ποσοστιαίες μονάδες.

Δημόσιο χρέος και πρωτογενή πλεονάσματα το "κλειδί" των αναβαθμίσεων

Η ισχυρή οικονομική μεγέθυνση, ωστόσο, δεν εξηγεί από μόνη της την πορεία της Ελλάδας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας. Η Fitch υπογραμμίζει ότι εκείνο που τις διαφοροποίησε από άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες ήταν η δημοσιονομική πολιτική και ειδικότερα η δημιουργία βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αυτή είναι, σύμφωνα με τον οίκο, μία σημαντική διαφορά σε σχέση με την Ιταλία και την Ισπανία. Παρότι και οι δύο χώρες επωφελήθηκαν από ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης, αναβαθμίστηκαν μόνο κατά μία βαθμίδα. Η Ιταλία καταγράφει μικρά πρωτογενή πλεονάσματα από το 2024, ενώ η Ισπανία δεν εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η βελτίωση της κατάστασης του τραπεζικού τομέα συνέβαλε επίσης στην αναβάθμιση, καθώς επέτρεψε στη Fitch να άρει περιορισμούς που επηρέαζαν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

Fitch: Οι παράγοντες που βοήθησαν την Ελλάδα αρχίζουν να εξασθενούν

Ο οίκος προειδοποιεί, πάντως, ότι ορισμένοι από τους παράγοντες που ενίσχυσαν την ανάκαμψη χάνουν σταδιακά τη δυναμική τους. Η ανάκαμψη του τουρισμού έχει πλέον ολοκληρωθεί, οι χρηματοδοτικές ροές από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας κορυφώνονται το 2026, ενώ το αρνητικό πραγματικό κόστος χρηματοδότησης εξαλείφεται.

«Καθώς αυτοί οι παράγοντες εξασθενούν, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του βάρους τής απομόχλευσης (του χρέους), την ώρα που η διατήρησή τους γίνεται πιο απαιτητική εν μέσω γήρανσης του πληθυσμού, αυξανόμενων δεσμεύσεων για την άμυνα και φθίνουσας πολιτικής συναίνεσης», σημειώνει η Fitch.

Ο οίκος καταλήγει ότι η εμπειρία της Ελλάδας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας αποτελεί παράδειγμα και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες με υψηλό χρέος. Όπως τονίζει, «ένα δίδαγμα για τα άλλα κράτη της Ευρώπης με υψηλό δημόσιο χρέος -στα οποία περιλαμβάνονται η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο- είναι ότι οι διαρκείς αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας βασίζονται σε πρωτογενή πλεονάσματα που διατηρούνται επί σειρά ετών και από διαδοχικές κυβερνήσεις, και όχι μόνο σε ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες».