Γαλάζια επιχείρηση εκλογικής διείσδυσης στους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ: Η επανασύσταση του αντι-Τσίπρα μετώπου και η αποδόμηση του Ανδρουλάκη - Τα ενδιαφέροντα στοιχεία των δημοσκοπήσεων
Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου
Δεν είναι τυχαίο ότι η Νέα Δημοκρατία ανεβάζει τις τελευταίες ημέρες τους τόνους απέναντι στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αξιοποιώντας ως αφορμή τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην υπό εξέλιξη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης
Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου δεν περιορίζεται στη διατήρηση ή επανάκτηση της εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας, αλλά εστιάζει πλέον στη διεύρυνσή της, με τελικό στόχο τη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια νέα αυτοδύναμη κυβέρνηση. Στο επίκεντρο αυτής της «γαλάζιας» προσπάθειας φαίνεται πως βρίσκονται οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ που τα προηγούμενα χρόνια συγκρότησαν, σε σημαντικό βαθμό, μαζί με άλλους κεντρώους ψηφοφόρους το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το ενδεχόμενο επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα σε πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο.
Διαβάστε: Μητσοτάκης: Θα ζητήσει να εγκρίνουν τις μεταρρυθμίσεις του Συντάγματος οι πολίτες στις εκλογές - "Θα ζητήσουμε λαϊκή νομιμοποίηση και γι’ αυτές τις αλλαγές"
Πρόκειται για ένα ακροατήριο που αποδίδει ιδιαίτερη αξία στην οικονομική και πολιτική σταθερότητα και εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι σε σενάρια κυβερνήσεων συνεργασίας ή «ειδικού σκοπού», στις οποίες θα συμμετείχαν πολιτικοί σχηματισμοί όπως η Ελπίδα της Μαρίας Καρυστιανού, η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου ή η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.
Σε αυτό το πλαίσιο φαίνεται να εντάσσεται και η χαρακτηριστική αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην τελευταία τηλεοπτική του συνέντευξη. Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο συγκρότησης μιας τέτοιας κυβέρνησης μετά τις εκλογές, ο πρωθυπουργός αρκέστηκε να σχολιάσει λακωνικά: «Καλή τύχη», εκπέμποντας το μήνυμα ότι θεωρεί ένα τέτοιο εγχείρημα πολιτικά ασταθές και λειτουργικά προβληματικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Νέα Δημοκρατία ανεβάζει τις τελευταίες ημέρες τους τόνους απέναντι στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αξιοποιώντας ως αφορμή τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην υπό εξέλιξη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία επιχειρεί να αποδομήσει το προφίλ του κόμματος του Νίκου Ανδρουλάκη ως δύναμης θεσμικής υπευθυνότητας, προβάλλοντας την εικόνα ενός κόμματος που συγκλίνει πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και υιοθετεί χαρακτηριστικά αντιπολίτευσης διαμαρτυρίας.
Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι επιχείρησε να «δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα», επισημαίνοντας πως το κόμμα του είτε δήλωσε «παρών» είτε καταψήφισε κρίσιμες διατάξεις της αναθεώρησης. Όπως ανέφερε, η στάση αυτή αποτελεί το αποκορύφωμα μιας συνειδητής επιλογής του Νίκου Ανδρουλάκη να μετατρέψει το ΠΑΣΟΚ «σε κόμμα διαμαρτυρίας, στείρας άρνησης και οπισθοδρόμησης», υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «τελικοί κριτές θα είναι οι πολίτες».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε προ ημερών και ο πρωθυπουργός από το βήμα της Βουλής, ασκώντας ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και συνολικά στην αντιπολίτευση. Όπως υποστήριξε, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν στάθηκαν στο ύψος της συνταγματικής διαδικασίας. Για τα μικρότερα κόμματα έκανε λόγο για «τυφλή άρνηση» που τροφοδοτείται από αντιπολιτευτικό μένος, ενώ για το ΠΑΣΟΚ σχολίασε ότι το «δήθεν θεσμικό ΠΑΣΟΚ» επέλεξε το «παρών», το οποίο, όπως είπε, στην ουσία ισοδυναμεί με «απών». Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει το δίπολο «υπεύθυνη διακυβέρνηση ή αντιπολίτευση της άρνησης», επιδιώκοντας να τοποθετήσει το ΠΑΣΟΚ στην ίδια πολιτική κατηγορία με τα κόμματα της διαμαρτυρίας.
Η επιθετική αυτή ρητορική δεν είναι αποκομμένη από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων που αναλύει το κυβερνητικό επιτελείο. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται ιδιαίτερα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, καθώς θεωρείται ότι σε αυτή τη δεξαμενή υπάρχουν σημαντικά περιθώρια πολιτικής διείσδυσης της ΝΔ. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία της ποιοτικής έρευνας της GPO του Ιουνίου. Σύμφωνα με αυτά, το 21,1% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι επιθυμεί, μετά τις εκλογές, να παραμείνει η Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Παράλληλα, το 31,6% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ τάσσεται υπέρ μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης, ακόμη και αν αυτό προϋποθέτει επαναληπτικές εκλογές, ενώ το 43,9% θεωρεί ότι η κυβέρνηση πρέπει να εξαντλήσει την τετραετή θητεία της.
Εξίσου ενδιαφέροντα είναι τα ευρήματα που αφορούν τις πολιτικές αντιλήψεις του ίδιου εκλογικού ακροατηρίου. Το 75% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ εκτιμά ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν εκφράζει ένα νέο πολιτικό σχέδιο που λείπει από την πολιτική ζωή, ενώ το 63% διατυπώνει αντίστοιχη άποψη για τη Μαρία Καρυστιανού, θεωρώντας ότι δεν κομίζει κάτι πραγματικά νέο στο πολιτικό σκηνικό. Στο διαχρονικό δίλημμα μεταξύ σταθερότητας και πολιτικής αλλαγής, το 34,2% επιλέγει τη σταθερότητα, έναντι του 61,5% που δηλώνει ότι προκρίνει την πολιτική αλλαγή, γεγονός που καταδεικνύει ότι ένα σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αξιολογεί θετικά την παράμετρο της κυβερνητικής σταθερότητας.
Την εικόνα συμπληρώνουν τα ευρήματα της πρόσφατης δημοσκόπησης της MARC, σύμφωνα με τα οποία η αδιευκρίνιστη ψήφος ανέρχεται στο 11,6%. Από αυτήν, το μεγαλύτερο ποσοστό, 33,2%, προέρχεται από πρώην ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, ενώ το 10% προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι η κυβερνητική παράταξη δίνει παράλληλα δύο μάχες: αφενός να επαναπατρίσει τις απώλειες προς την αδιευκρίνιστη ψήφο και αφετέρου να διεισδύσει σε ένα τμήμα του κεντρώου και μετριοπαθούς ακροατηρίου του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εξακολουθεί να αξιολογεί ως καθοριστική προτεραιότητα την πολιτική σταθερότητα.
Διαβάστε: Μητσοτάκης: Θα ζητήσει να εγκρίνουν τις μεταρρυθμίσεις του Συντάγματος οι πολίτες στις εκλογές - "Θα ζητήσουμε λαϊκή νομιμοποίηση και γι’ αυτές τις αλλαγές"
Πρόκειται για ένα ακροατήριο που αποδίδει ιδιαίτερη αξία στην οικονομική και πολιτική σταθερότητα και εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι σε σενάρια κυβερνήσεων συνεργασίας ή «ειδικού σκοπού», στις οποίες θα συμμετείχαν πολιτικοί σχηματισμοί όπως η Ελπίδα της Μαρίας Καρυστιανού, η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου ή η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.
Σε αυτό το πλαίσιο φαίνεται να εντάσσεται και η χαρακτηριστική αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην τελευταία τηλεοπτική του συνέντευξη. Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο συγκρότησης μιας τέτοιας κυβέρνησης μετά τις εκλογές, ο πρωθυπουργός αρκέστηκε να σχολιάσει λακωνικά: «Καλή τύχη», εκπέμποντας το μήνυμα ότι θεωρεί ένα τέτοιο εγχείρημα πολιτικά ασταθές και λειτουργικά προβληματικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Νέα Δημοκρατία ανεβάζει τις τελευταίες ημέρες τους τόνους απέναντι στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αξιοποιώντας ως αφορμή τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην υπό εξέλιξη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία επιχειρεί να αποδομήσει το προφίλ του κόμματος του Νίκου Ανδρουλάκη ως δύναμης θεσμικής υπευθυνότητας, προβάλλοντας την εικόνα ενός κόμματος που συγκλίνει πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και υιοθετεί χαρακτηριστικά αντιπολίτευσης διαμαρτυρίας.
Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι επιχείρησε να «δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα», επισημαίνοντας πως το κόμμα του είτε δήλωσε «παρών» είτε καταψήφισε κρίσιμες διατάξεις της αναθεώρησης. Όπως ανέφερε, η στάση αυτή αποτελεί το αποκορύφωμα μιας συνειδητής επιλογής του Νίκου Ανδρουλάκη να μετατρέψει το ΠΑΣΟΚ «σε κόμμα διαμαρτυρίας, στείρας άρνησης και οπισθοδρόμησης», υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «τελικοί κριτές θα είναι οι πολίτες».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε προ ημερών και ο πρωθυπουργός από το βήμα της Βουλής, ασκώντας ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και συνολικά στην αντιπολίτευση. Όπως υποστήριξε, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν στάθηκαν στο ύψος της συνταγματικής διαδικασίας. Για τα μικρότερα κόμματα έκανε λόγο για «τυφλή άρνηση» που τροφοδοτείται από αντιπολιτευτικό μένος, ενώ για το ΠΑΣΟΚ σχολίασε ότι το «δήθεν θεσμικό ΠΑΣΟΚ» επέλεξε το «παρών», το οποίο, όπως είπε, στην ουσία ισοδυναμεί με «απών». Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει το δίπολο «υπεύθυνη διακυβέρνηση ή αντιπολίτευση της άρνησης», επιδιώκοντας να τοποθετήσει το ΠΑΣΟΚ στην ίδια πολιτική κατηγορία με τα κόμματα της διαμαρτυρίας.
Η επιθετική αυτή ρητορική δεν είναι αποκομμένη από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων που αναλύει το κυβερνητικό επιτελείο. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται ιδιαίτερα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, καθώς θεωρείται ότι σε αυτή τη δεξαμενή υπάρχουν σημαντικά περιθώρια πολιτικής διείσδυσης της ΝΔ. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία της ποιοτικής έρευνας της GPO του Ιουνίου. Σύμφωνα με αυτά, το 21,1% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι επιθυμεί, μετά τις εκλογές, να παραμείνει η Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Παράλληλα, το 31,6% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ τάσσεται υπέρ μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης, ακόμη και αν αυτό προϋποθέτει επαναληπτικές εκλογές, ενώ το 43,9% θεωρεί ότι η κυβέρνηση πρέπει να εξαντλήσει την τετραετή θητεία της.
Εξίσου ενδιαφέροντα είναι τα ευρήματα που αφορούν τις πολιτικές αντιλήψεις του ίδιου εκλογικού ακροατηρίου. Το 75% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ εκτιμά ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν εκφράζει ένα νέο πολιτικό σχέδιο που λείπει από την πολιτική ζωή, ενώ το 63% διατυπώνει αντίστοιχη άποψη για τη Μαρία Καρυστιανού, θεωρώντας ότι δεν κομίζει κάτι πραγματικά νέο στο πολιτικό σκηνικό. Στο διαχρονικό δίλημμα μεταξύ σταθερότητας και πολιτικής αλλαγής, το 34,2% επιλέγει τη σταθερότητα, έναντι του 61,5% που δηλώνει ότι προκρίνει την πολιτική αλλαγή, γεγονός που καταδεικνύει ότι ένα σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αξιολογεί θετικά την παράμετρο της κυβερνητικής σταθερότητας.
Την εικόνα συμπληρώνουν τα ευρήματα της πρόσφατης δημοσκόπησης της MARC, σύμφωνα με τα οποία η αδιευκρίνιστη ψήφος ανέρχεται στο 11,6%. Από αυτήν, το μεγαλύτερο ποσοστό, 33,2%, προέρχεται από πρώην ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, ενώ το 10% προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι η κυβερνητική παράταξη δίνει παράλληλα δύο μάχες: αφενός να επαναπατρίσει τις απώλειες προς την αδιευκρίνιστη ψήφο και αφετέρου να διεισδύσει σε ένα τμήμα του κεντρώου και μετριοπαθούς ακροατηρίου του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εξακολουθεί να αξιολογεί ως καθοριστική προτεραιότητα την πολιτική σταθερότητα.
En