Το πολυαναµενόµενο νοµοσχέδιο για τη συνεπιµέλεια βρίσκεται πλέον στη Βουλή και από αύριο θα αποτελεί νόµο του κράτους. Πρόκειται για διατάξεις που αλλάζουν το Οικογενειακό ∆ίκαιο έπειτα από τέσσερις δεκαετίες, µε τον υπουργό ∆ικαιοσύνης, Κώστα Τσιάρα, να κάνει λόγο για ένα νοµοσχέδιο µε παιδοκεντρικό χαρακτήρα. «Ο τελικός λόγος θα ανήκει πάντα στην ελληνική ∆ικαιοσύνη. Θέλουµε όµως να αποφύγουµε να φτάσουµε εκεί», τόνισε ο κ. Τσιάρας στη Βουλή.

Ηδη το σχέδιο νόµου εγκρίθηκε επί της αρχής στην αρµόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, ενώ σήμερα αναµένεται η ψήφισή του από την Ολοµέλεια της Βουλής.

Καταγραφη
Οι διατάξεις-τοµή του νοµοσχεδίου, οι οποίες αγγίζουν ευαίσθητα ζητήµατα, που αφορούν την ανατροφή των παιδιών µετά το διαζύγιο, προκάλεσαν έντονες συζητήσεις εντός του Κοινοβουλίου, όπως ήταν αναµενόµενο. Αρκετοί βουλευτές της αντιπολίτευσης αλλά και της συµπολίτευσης, µεταξύ των οποίων η Μαριέττα Γιαννάκου και η Ολγα Κεφαλογιάννη, εξέφρασαν τον προβληµατισµό τους όσον αφορά τις διατάξεις για την άσκηση της µέριµνας εξίσου από τους δύο γονείς, αλλά και το µαχητό τεκµήριο 1/3 για την επικοινωνία του παιδιού µε τον γονέα µε τον οποίο δεν διαµένει. Σε κάθε περίπτωση, ο υπουργός ∆ικαιοσύνης επισήµανε ότι η από κοινού άσκηση της γονικής µέριµνας στοχεύει στην προάσπιση του συµφέροντος του παιδιού και έρχεται να αντιµετωπίσει τη σύγχρονη κοινωνική πραγµατικότητα, στην οποία τα διαζύγια έχουν αυξηθεί. Χαρακτηριστικά, ο κ. Τσιάρας ανέφερε ότι οι υποθέσεις διαζυγίων που κατέληξαν στα δικαστήρια το 2019 ξεπέρασαν τις 15.000, ενώ το 2016 ήταν περίπου 9.000.

Ο ρόλος του διαμεσολαβητή όταν οι γονείς διαφωνούν για τα ζητήµατα του παιδιού

Η βασική µεταρρύθµιση που εισάγεται µε το νοµοσχέδιο είναι το γεγονός ότι, σε περίπτωση «διάσπασης» του ζευγαριού, οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική µέριµνα. Επιπλέον, για πρώτη φορά εισάγεται η υποχρέωση των γονέων να προσφεύγουν σε διαµεσολαβητή σε περίπτωση που διαφωνούν για τα ζητήµατα του ανήλικου παιδιού τους και, εφόσον δεν φτάσουν σε κάποια λύση, τότε επιλαµβάνεται η ∆ικαιοσύνη. Επίσης, το νοµοσχέδιο προβλέπει ότι πριν από κάθε απόφαση που θα αφορά τη γονική µέριµνα το δικαστήριο µπορεί να ζητήσει τη γνώµη του ανήλικου τέκνου.

Παράλληλα, σηµαντική αλλαγή είναι αυτή που αφορά την καθιέρωση του ελάχιστου µαχητού τεκµηρίου επικοινωνίας κατά το 1/3 του συνολικού κατανεµηµένου χρόνου, καθιερώνοντας µε αυτόν τον τρόπο την υποχρέωση του γονέα να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου µε τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και µε την οικογένειά του. Την ίδια στιγµή, επίσης για πρώτη φορά καθιερώνονται αντικειµενικά κριτήρια κακής άσκησης της γονικής µέριµνας, τα οποία λαµβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο. Τέτοια είναι η µη καταβολή της διατροφής, ο µη σεβασµός στις δικαστικές αποφάσεις και η διάρρηξη των σχέσεων του παιδιού µε τον άλλον γονέα.

Επίσης, θεσπίζονται επαρκείς δικονοµικές εγγυήσεις για την προστασία των γυναικών και των παιδιών από κακοποιητικές συµπεριφορές, σύµφωνα µε τις διεθνείς Συµβάσεις, και ιδίως µε τη Σύµβαση της Κωνσταντινούπολης. Επιπλέον, προβλέπεται η κατάρτιση ειδικών προγραµµάτων της Εθνικής Σχολής ∆ικαστών για την επιµόρφωση των δικαστικών λειτουργών που θα δικάζουν τις οικογενειακές διαφορές από εξειδικευµένους ψυχολόγους, κοινωνιολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, καθηγητές ΑΕΙ και δικαστικούς λειτουργούς, προκειµένου να έχουν όλα τα απαραίτητα εφόδια.

Οσον αφορά τα συναινετικά διαζύγια, το νοµοσχέδιο ορίζει ότι πλέον µπορούν να εκδίδονται εύκολα και γρήγορα και µε τη χρήση των σύγχρονων µέσων τεχνολογίας χωρίς να µπλέκει το ζευγάρι σε µακροχρόνιες γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες µπορεί να καταλήξουν να είναι και εξαιρετικά ψυχοφθόρες. Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, τα συναινετικά διαζύγια µπορούν να εκδίδονται ενώπιον συµβολαιογράφου µε την παρουσία δικηγόρου.