thumbnail_xrysoxoidis
Πολιτική

Στο στόχαστρο της ΕΛΑΣ 500 μαφιόζοι – Χειροπέδες μέχρι τον Ιούνιο του 2022 θέλει ο Χρυσοχοϊδης

Η σύνταξη δικογραφίας από ειδικό εφέτη ανακριτή εναντίον 300 «νονών της νύχτας» για δολοφονίες, εκβιάσεις και ξέπλυµα χρήµατος, µέχρι τον Ιούνιο του 2022, είναι ο µεγάλος στόχος του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, και της ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ., µετά την παράδοση ενηµερωτικού υποµνήµατος για το εγχώριο οργανωµένο έγκληµα, πριν από τρεις ηµέρες, στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Πλιώτα.

Στο υπόµνηµα αυτό περιέχονται τα ονόµατα συνολικά 500 κακοποιών που ανήκουν σε 20 συµµορίες οι οποίες λυµαίνονται την Αττική. Αν υλοποιηθεί κάτι τέτοιο, θα είναι ο µεγαλύτερος δικαστικός φάκελος για την ελληνική µαφία που έχει σχηµατιστεί από τις αστυνοµικές και δικαστικές Αρχές, έπειτα από εκείνον που σχηµατίστηκε τον Απρίλιο του 2011 εναντίον 217 ατόµων, τα οποία χωρίζονταν σε περίπου 10 οµάδες. Φιλοδοξία της Λεωφόρου Κατεχάκη και της κυβέρνησης είναι να πραγµατοποιηθεί µια έρευνα- µαµούθ υπό την επίβλεψη ανώτερου δικαστικού λειτουργού, που θα συνεργαστεί µε όλες τις ελεγκτικές υπηρεσίες, από το Σ∆ΟΕ και την Εθνική Αρχή ∆ιαφάνειας µέχρι την ΑΑ∆Ε και την Επιτροπή για το Ξέπλυµα Μαύρου Χρήµατος, αλλά και µε υπηρεσίες του υπουργείου Ανάπτυξης.

Ετοιμάζεται χτύπημα στις «επενδύσεις» των «νονών της νύχτας» με ελέγχους από την ΑΑΔΕ μέχρι το υπουργείο Ανάπτυξης
Οπως λένε στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» υπηρεσιακοί παράγοντες της Κατεχάκη, «στόχος µας είναι να δηµιουργηθεί ένας ασφυκτικός κλοιός γύρω από τους ‘‘νονούς της νύχτας’’ και να χτυπηθούν εκεί όπου πονάνε: δηλαδή στις ύποπτες επενδύσεις τους, στον κύκλο των εισπράξεων από παράνοµες συναλλαγές, από νοµιµοφανείς εταιρείες, που έχουν µείνει ανέγγιχτες από τις µέχρι τώρα έρευνες των διωκτικών Αρχών. Από πρατήρια καυσίµων µέχρι εταιρείες πώλησης καφέ και από εργοστάσια τυποποίησης ποτών µέχρι λαθραία εργοστάσια καπνού, µερίδια σε νυχτερινά καταστήµατα και εταιρείες πώλησης µαρµάρων, όπως είχε συµβεί στο παρελθόν».

Μέχρι τώρα, η ΕΛ.ΑΣ. προχωρούσε στη σύνταξη δικογραφιών µε µια συχνότητα 2-3 ανά πενταετία, που βασίζονταν κυρίως σε τηλεφωνικές παρακολουθήσεις και σε ορισµένες αποκαλυπτικές µαρτυρίες καταστηµαταρχών. Οµως, στη συνέχεια δεν γινόταν οικονοµικός έλεγχος στις εταιρείες των κακοποιών -πολλές φορές µε τη χρήση «αχυρανθρώπων»- και έτσι έµεναν αλώβητες οι πηγές χρηµατοδότησής τους, που ήταν το εφαλτήριο για να συνεχίσουν τη δράση τους.

Πώς τη γλύτωναν οι ύποπτοι;

Οι υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. έστελναν και ένα συµπληρωµατικό αίτηµα στην Επιτροπή Ξεπλύµατος Χρήµατος ή στο Σ∆ΟΕ, για να γίνει ένας αποσπασµατικός, επιµέρους, περιστασιακός έλεγχος, που συνήθως ξεχνιόταν στα συρτάρια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι ποινικοί γλύτωναν το πιο σηµαντικό: τον οικονοµικό έλεγχο. Και φυσικά έτσι παρέτειναν τη δράση τους, ενώ είχαν µείνει ακέραια τα έσοδά τους.

Αρµόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες της Κατεχάκη συµπληρώνουν: «Οσον αφορά τις υποθέσεις εκβιάσεων και τα δικαστήρια που τις αντιµετώπιζαν, ήξεραν πώς να ασκούν εξοντωτικές πιέσεις ή να απειλούν τους καταστηµατάρχες που τους είχαν καταγγείλει κι έτσι να πέφτουν στα µαλακά. Το µόνο που ουσιαστικά τους φόβιζε ήταν οι εκδικητικές ενέργειες άλλων συµµοριών, που έχουν οδηγήσει σε 25 ‘‘συµβόλαια θανάτου’’ µόνο την τελευταία τετραετία, από τα οποία δεν έχει εξιχνιασθεί σχεδόν κανένα. Η ΕΛ.ΑΣ. µέχρι και προ ολίγου καιρού άφηνε να εξελίσσεται ο επικίνδυνος αιµατηρός πόλεµος των κακοποιών, γιατί αυτός ήταν ο µόνος τρόπος να περιοριστεί η δράση του οργανωµένου εγκλήµατος. Οµως, όλα αυτά τώρα τελειώνουν µε την προσπάθεια πλήρους ελέγχου, για να µη γίνουµε σαν την Ιταλία, µε τις δράσεις των µαφιών. Επιπλέον, θα γίνουν αλλαγές στις αρµόδιες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. για να αντιµετωπιστεί συνολικά το οργανωµένο έγκληµα, ενώ θα υπάρξουν πιο επιθετικές τακτικές εναντίον τους, µε παρουσία στους χώρους δράσης τους, προσαγωγές και άλλες ενέργειες».

Οι αξιωµατούχοι επισηµαίνουν ότι, όπως προέκυψε από έρευνα της ΕΥΠ την περίοδο 2016- 2017, η οποία δηµοσιοποιήθηκε το 2020, οµάδα ποινικών, ιδιωτών, αστυνοµικών και άλλων πωλούσαν προστασία σε 1.000 παράνοµα καζίνο, οίκους ανοχής, νυχτερινά καταστήµατα κ.ά., µε κύκλο συναλλαγών 1.000.000 ευρώ µηνιαίως, πολλά από τα οποία δίνονταν σε ενστόλους σε κρίσιµα πόστα. Επιπλέον, µέσω αυτού του «δικτύου» ποινικοί έφτασαν στο σηµείο να συµµετέχουν σε κρατικούς διαγωνισµούς, όπως και στην τροφοδοσία των hot spots, µέχρι και στο κυλικείο της Βουλής ή ακόµα και σε ιδιωτικές συναλλαγές για συστήµατα κρατήσεων σε ξενοδοχεία ή σε επενδύσεις στη Μύκονο και αλλού.

Aποδοχή Cookies

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies της Google ή/και άλλων παρόχων διαφήμισης για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

Διαβάστε περισσότερα