Το μήνυμα της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρο: Ολο το πλαίσιο της συναλλακτικής σχέσης των τραπεζών με τους πολίτες και τις επιχειρήσεις θα πρέπει να επανεξετασθεί σε μια νέα βάση τιμολόγησης, προκειμένου να εξορθολογιστεί η μεγάλη διαφορά μεταξύ επιτοκίων δανείων και καταθέσεων και παράλληλα να μειωθούν «παράλογα υψηλές» τραπεζικές προμήθειες και χρεώσεις που επιβαρύνουν υπέρμετρα τους καταναλωτές.

Κυβέρνηση και τράπεζες διασταυρώνουν τα ξίφη τους σε έναν διάλογο που ενίοτε λαμβάνει χαρακτηριστικά εκατέρωθεν «πολεμικών ανακοινωθέντων», με εντάσεις μεταξύ των δύο πλευρών, που έχουν ανεβάσει κατακόρυφα τους τόνους, σε ένα «μπρα-ντε-φερ» που δεν έχει ακόμη τελειώσει. Το μέσο νοικοκυριό βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να πιέζεται περαιτέρω από την άνοδο του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων, χωρίς αντίστοιχα να απολαμβάνει ένα μερίδιο της αύξησης των επιτοκίων στις καταθέσεις του. Με αφορμή τη γενικότερη συγκυρία και τις πιέσεις του οικονομικού επιτελείου στις τράπεζες για την υιοθέτηση από πλευράς τους μιας λύσης στήριξης των ευάλωτων δανειοληπτών, έχει ανοίξει ο ασκός του Αιόλου για ένα πλήθος χρεώσεων και προμηθειών, αλλά και για την ευρύτερη τιμολόγηση τραπεζικών εργασιών.

Στα χαμηλά

Σήμερα, ο μέσος καταθέτης δεν έχει δει να αντισταθμίζεται η άνοδος των επιτοκίων χορηγήσεων στο σκέλος που αφορά τις καταθέσεις, ενώ τα επιτόκια δανεισμού έχουν πάρει την ανιούσα, τα επιτόκια στους παραδοσιακούς λογαντι σε μια σειρά χρεώσεων απλών τραπεζικών εργασιών (π.χ. επανέκδοσης χρεωστικής κάρτας, εισερχόμενου ή εξερχόμενου εμβάσματος και άλλων) παρακίνησε το οικονομικό επιτελείο να πιέσει τις τράπεζες σε έναν εξορθολογισμό της τιμολόγησης.

Το φετινό τρίτο τρίμηνο ήταν το καλύτερο όλων των εποχών για τα έσοδα των τραπεζών από προμήθειες, οι οποίες προσέγγισαν τα 500 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας στα 1,3 δισ. ευρώ τα σχετικά έσοδα στο 9μηνο, με προοπτική να φτάσουν τα 1,8 δισ. ευρώ το 2022. Από το τεράστιο αυτό μέγεθος, ωστόσο, εκτιμάται ότι παρεμβάσεις-μειώσεις 3%-5% μπορούν να γίνουν για έσοδα περίπου 450- 500 εκατ. ευρώ που προέρχονται από κάρτες, μεταφορές και πληρωμές. Στο πλαίσιο αυτό, δόθηκε στη δημοσιότητα η λίστα με τις 12 προμήθειες που πρέπει να επανεξεταστούν και σε μεγάλο ποσοστό εφαρμόζονται μόνο στην ελληνική αγορά.

Ειδικά, όσες αφορούν απλές τραπεζικές εργασίες, όπως το εξερχόμενο έμβασμα ή ακόμα περισσότερο το «ελληνικής πατέντας» εισερχόμενο έμβασμα (όταν η τράπεζα χρεώνει προμήθεια για χρήματα που… δέχεται ο καταθέτης). Ιδίως για το θέμα αυτό έχει ήδη γίνει καταγγελία στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία ακόμη δεν έχει ολοκληρώσει το πόρισμά της. Τα στοιχεία δείχνουν πως μια μέση προμήθεια για τα εμβάσματα είναι από 3 έως ακόμα και 5 ευρώ, ανάλογα με την τράπεζα. Σημαντική επιβάρυνση δημιουργούν και οι χρεώσεις για άμεσες πιστώσεις από τράπεζα σε τράπεζα, καθώς φτάνουν τα 2,5 + 2,5 ευρώ.

Ψαλίδα

Οι διάφορες χρεώσεις και η διατήρηση της ψαλίδας μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων (τα γνωστά περιθώρια κέρδους), που συμβάλλουν στην ανάπτυξη οργανικών εσόδων, αποτέλεσαν όλα τα προηγούμενα χρόνια αντίβαρο του κόστους που είχαν ριασμούς κυμαίνονται στο μηδέν.

Κατά μέσο όρο, στο ταμιευτήριο τα επιτόκια κυμαίνονται από 0%-0,01% και μόλις αφαιρεθεί ο τόκος έχουν αρνητική απόδοση, ενώ, αν συνυπολογιστεί ο υψηλός πληθωρισμός, αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι αποδόσεις είναι ζημιογόνες. Ελάχιστα καλύτερη είναι η εικόνα στις προθεσμιακές καταθέσεις, όπου το επιτόκιο είναι συνάρτηση ύψους ποσού και διάρκειας. Στις συστημικές τράπεζες, τα επιτόκια εδώ φθάνουν το 0,80% (στις μικρότερες μπορεί και το 1%), αλλά αφορούν πολύ υψηλά ποσά καταθέσεων. Στον αντίποδα, όταν φτάνουμε στα επιτόκια δανεισμού, είτε για υφιστάμενα είτε για νέα δάνεια, το κόστος ανεβαίνει κατακόρυφα.

Για τα στεγαστικά δάνεια το επιτόκιο έχει εκτοξευτεί από το 1,9% προ ολίγων μηνών στο 3% με 4%, ενώ για τα καταναλωτικά από 1 έως 5 έτη ξεπερνά και πάλι το 10%. Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο δανείων για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες από 4,8% πέρυσι φέτος πλησιάζει το 6% και για τις επιχειρήσεις το 4%.

Προμήθειες

Η συχνή αντίδραση των καταναλωτών απένα οι τράπεζες από το περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων το οποίο ποτέ δεν «πέρασαν» στους πελάτες τους.


Δεν χρεώνουν

Οι ξένες τράπεζες δεν χρεώνουν τα απλά εμβάσματα, εφάρμοσαν όμως με μεγάλη ευκολία αρνητικά επιτόκια στους πελάτες τους μέσα από μια έκτακτη προμήθεια, πριν γυρίσουν τα επιτόκια σε τροχιά ανόδου. Χωρίς χρεώσεις έχουν τις απλές συναλλαγές οι fintech, όπως οι Revolut, N26, Monzo, που λόγω της ψηφιακής τους δομής και της απουσίας δικτύου προσφέρουν συγκριτικό πλεονέκτημα.

Από την άλλη πλευρά, όμως, καμία ελληνική τράπεζα δεν επιβάλλει χρέωση για τήρηση λογαριασμού, σε αντίθεση με τους διεθνείς ανταγωνιστές τους. Περιμένοντας την απάντηση του SSM για να προχωρήσει η πρόταση των τραπεζών για στήριξη αποκλειστικά ευάλωτων νοικοκυριών, που εκτιμάται ότι αφορά μόλις 20.000 δάνεια, η επόμενη εβδομάδα είναι καθοριστικής σημασίας. Η πρόταση των τραπεζών εστάλη στη Φρανκφούρτη την Τρίτη και είναι στη λογική της διμερούς λύσης (τράπεζα - δανειολήπτης), με επιδότηση του 50% της αύξησης της δόσης, χωρίς δημοσιονομικό κόστος.

Τεχνικά, αυτό δεν είναι εύκολο, εξ ου και αναζητείται μια φόρμουλα που δεν θα αλλάξει τους όρους στις παρούσες συμβάσεις, καθώς ένα τέτοιο σενάριο θα επηρεάσει τη συσχέτιση των δανείων που μπορεί να θεωρηθούν επισφαλή, υποχρεώνοντας τις τράπεζες να υποστούν υψηλότερο κόστος, αναλαμβάνοντας νέες προβλέψεις. Το «πράσινο φως» ή τις όποιες ενστάσεις θα τις εκφράσει ο επόπτης.

Υπερκέρδη

Στο μεταξύ, σχολιάζοντας τα υψηλά κέρδη του τραπεζικού κλάδου, που για το σύνολο του 2022 φθάνουν τα 3,5 δισ. ευρώ, πηγές από τις τράπεζες διευκρινίζουν ότι:
  • Το 30% αφορά εφάπαξ και μη επαναλαμβανόμενα κέρδη (διαπραγμάτευση διατραπεζικών επιτοκίων, ομολόγων κ.ά.) ή δραστηριότητες στο εξωτερικό. 
  • Αν ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις απομείωσης λόγω εξυγίανσης ισολογισμών, τότε το αποτέλεσμα είναι ζημιογόνο κατά 4,5 δισ. ευρώ.
Εως σήμερα όλα τα κέρδη παραμένουν στους ισολογισμούς. Δηλαδή δεν διανέμονται μερίσματα στους μετόχους ούτε μπόνους στα στελέχη -παρότι έχει ανοίξει η σχετική συζήτησημε στόχο την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων. Φέτος, η πιστωτική ανάπτυξη είναι διψήφια (12,5%) και στηρίζει τον ρυθμό ανάπτυξης (6%). Αλλωστε, για κάθε ένα ευρώ κεφάλαιο κάθε τράπεζα μπορεί να δίνει επτά ευρώ δάνειο.

*Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά στις 10 Δεκεμβρίου 2022.