Παράθυρο αισιοδοξίας για αποκλιμάκωση της κρίσης εμφανίστηκε για πρώτη φορά από τις 30 Νοεμβρίου, οπότε ξεκίνησαν oι κινητοποιήσεις, με τους αγρότες στα μπλόκα να αποδέχονται τελικά τη νέα πρόσκληση της κυβέρνησης σε διάλογο. H συνάντηση σχεδιάζεται για την προσεχή Τρίτη 13 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μαξίμου και ενώ θα έχει προηγηθεί αύριο ή την Κυριακή η πανελλαδική σύσκεψη στη Νίκαια, προκειμένου να οριστεί η αντιπροσωπεία που θα συνομιλήσει με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Οι δύο όροι για τον διάλογο με τους αγρότες

Η κυβέρνηση μέσω του αρμόδιου υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστα Τσιάρα, βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τους εκπροσώπους των αγροτικών μπλόκων προκειμένου να οριστικοποιηθεί το ραντεβού. Νωρίτερα νέο κάλεσμα για συνάντηση απηύθυνε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, θέτοντας και τις προϋποθέσεις για τη συνάντηση: «Ο πρωθυπουργός τη Δευτέρα θα απουσιάζει για υποχρεώσεις εκτός Ελλάδος, την Τρίτη που θα είναι στο γραφείο του. Ξεκάθαρα, με δύο όρους, ξεκάθαρους όρους, αλλιώς δεν έχει και νόημα. Η πρώτη προϋπόθεση, να είναι αναλογικό το κλιμάκιο της εκπροσώπησης, δηλαδή να εκπροσωπούνται όλες οι κινητοποιήσεις, γιατί για να δοθεί μια λύση σε όλο αυτό πρέπει να είναι παρόντες όλοι. Η δεύτερη, ο διάλογος να γίνει με τους δρόμους ανοιχτούς». Αυτό εντέλει ήταν το μήνυμα του κυβερνητικού εκπροσώπου προς τους ανθρώπους του πρωτογενούς τομέα σε συνέντευξή του στο newsbomb.gr, με φόντο την εξειδίκευση των μέτρων για την ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος και με αιχμή το κόστος παραγωγής.

Οι παράγοντες που άνοιξαν τον δρόμο για τον διάλογο με τους αγρότες, πώς άλλαξαν στάση

Υπενθυμίζεται ότι από την πρώτη στιγμή, απ' όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα μπλόκα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός σε ομιλία του στο Μαρκόπουλο στις 6 Δεκεμβρίου είχε απευθυνθεί στους αγρότες, λέγοντας πως «είμαστε ανοιχτοί σε διάλογο» και βάζοντας από τότε τους δύο παραπάνω όρους: «ανοιχτούς δρόμους» και «ελάτε συντεταγμένα και με συγκεκριμένα αιτήματα». Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις την Τετάρτη φαίνεται πως αποτέλεσαν τον σημαντικότερο παράγοντα για την αλλαγή της στάσης των αγροτών ως προς το ζήτημα του διαλόγου με την κυβέρνηση, τον οποίο επί περίπου ενάμιση μήνα αρνούνταν οι εκπρόσωποι του κλάδου. Αμέσως μετά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, αγρότες απ' όλη την Ελλάδα υποστήριξαν ότι, εφόσον ανακοινώθηκαν συγκεκριμένες θέσεις και οικονομικά μεγέθη, δημιουργούνται προϋποθέσεις έναρξης διαλόγου. Επιπλέον, το παράδειγμα των λαϊκών αγορών έδειξε πως όταν κάποιος προσέρχεται σε διάλογο χωρίς ακρότητες και ακραίες κινητοποιήσεις, μπορεί να βρεθεί πάντα κοινός τόπος και λύση, γεγονός που επίσης επηρέασε τους αγρότες. Ένας ακόμη λόγος που υπήρξε καταλυτικός στην αποδοχή της κυβερνητικής πρόσκλησης ήταν η ξεκάθαρη θέση που εκφράστηκε από το Μέγαρο Μαξίμου ότι, πέρα από την ανακοίνωση των έξι μέτρων για τους αγρότες, δεν θα υπάρξουν άλλες παρεμβάσεις για τον κλάδο.

«Δεν έχουμε πει ποτέ “όχι” στον διάλογο και ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει πει ότι είναι διαθέσιμος με δύο προϋποθέσεις και μία επισήμανση. Η επισήμανση είναι ότι δεν υπάρχει χώρος δημοσιονομικός ή δυνατότητα με βάση και τους κανόνες της ΕΕ για περισσότερα μέτρα. Αλλά ο διάλογος παραμένει αναγκαίος για όλες τις μεγάλες αλλαγές που ήδη προωθούνται και όλα όσα ακόμα πρέπει να γίνουν για τον πρωτογενή τομέα», ήταν το κεντρικό μήνυμα, όπως εκφράστηκε διά στόματος του κ. Μαρινάκη στη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. Παράλληλα, στους κόλπους των αγροτών είχαν αρχίσει να χτυπούν καμπανάκια για την αρνητική αντιμετώπιση μεγάλης μερίδας της ελληνικής κοινωνίας στις συνεχιζόμενες αγροτικές κινητοποιήσεις. Ειδικά εν μέσω των εορτών, που προκάλεσαν την ταλαιπωρία χιλιάδων πολιτών, ενώ έντονες αντιδράσεις είχαν εκφραστεί για την εξέλιξη των μπλόκων από κλάδους οικονομικής δραστηριότητας όπως ο τουρισμός, το εμπόριο και η εστίαση, που επλήγησαν από τις ακυρώσεις. Ταυτόχρονα, αρνητικά ήταν τα κοινωνικά αντανακλαστικά απέναντι στην άποψη που έδειχνε να κερδίζει έδαφος. Ότι δηλαδή οι αγρότες των μπλόκων διαφωνούν με τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, επιδιώκοντας να συνεχιστεί η καταβολή των κοινοτικών ενισχύσεων μέσα σε περιβάλλον αδιαφάνειας και ανύπαρκτων ελέγχων. Και αυτό το σημείο φαίνεται ότι συνέβαλε στη μεταστροφή των αγροτών, με δεδομένο άλλωστε τον σάλο που προκλήθηκε στην κοινωνία από το «πάρτι» των παράνομων επιδοτήσεων.